Μ
πορεί να είναι σούρουπο μπορεί και μεσημέρι. Ένα τεράστιο χοντρό πανί σκεπάζει τον Παρθενώνα. Μέσα εκατοντάδες άνθρωποι χωρίς καμιά ελπίδα στο βλέμμα περιμένουν αμίλητοι το τέλος τους. Ακόμη και τα βρέφη στις αγκαλιές των μανάδων τους το έχουν αποδεχτεί: πρόκειται να πεθάνουν. Ένα παιδί ξυπόλητο παραμερίζει γρήγορα το πανί να βγει έξω. Πάει και κάνει εμετό στα πόδια μιας καρυάτιδας. Κανείς δεν τον ρωτάει αν είναι καλά. Κανείς δεν τον ακολουθεί. Οι γονείς του αγνοούνται. Κρατάει το κεφάλι του γιατί τέτοια βροχή πονάει το κρανίο. Οι στάλες έχουν το μέγεθος της σιδερόβεργας. Βροχή βαριά, πρωτόγνωρη. Δε λέει να πάψει τριάντα μέρες τώρα. Θα σταματήσει κάποτε; Όλη η πόλη βουλιαγμένη απ’ το νερό. Επιπλέουν πτώματα. Στέγες. Οικοσυσκευές. Τι συμβαίνει; Η υπόλοιπη ανθρωπότητα υπάρχει; Θα έρθει για βοήθεια; Ο θάνατος καραδοκεί σε κάθε σπιθαμή του βλέμματος. Μα ακόμα κι έτσι δε θέλει να επιστρέψει μέσα στην τέντα. Αυτή η μυρωδιά της ετοιμοθάνατης κλεισούρας τον κάνει να αισθάνεται νεκροζώντανος. Κι είναι τότε που πέφτει ένας κεραυνός προς τη μεριά της συνοικίας Λάμπρος Φούντας. Για λίγα δευτερόλεπτα φωτίστηκε ο βυθός και φάνηκε η κάτοψη της πόλης του. Δεκαέξι χρόνια την έζησε.

Ίσως ο φόβος του θανάτου να μην είναι άλλος από το φόβο να μη χάσουμε τις αναμνήσεις μας. Πώς αλλιώς να δικαιολογηθεί η ύπαρξη ενός φόβου για κάτι που δεν το έχουμε αντικρίσει ποτέ; Όσες περισσότερες οι αναμνήσεις μας τόσο ισχυρότερος και ο φόβος του τέλους. Ξέρω πως δεν είναι η ώρα για φιλοσοφίες τώρα αλλά υπάρχει λόγος που τα λέω αυτά γιατί αναρωτιέμαι ειλικρινά: πόσες αναμνήσεις να χωρούν σε ένα δεκαεξάχρονο παιδί το 2147 μ.Χ.;

«Δε φοβάμαι να πεθάνω», ψιθύρισε γεμάτος παιδική αφέλεια και άρχισε να κατεβαίνει το δυτικό πλατύσκαλο της Ακρόπολης. Σύντομα τα πόδια του άρχισαν να μουσκεύουν. Έσφιξε τα χείλη του. Στα δύο επόμενα σκαλιά το νερό τού είχε φτάσει ως τη μέση. Ήτανε και λίγο κοντούλης, πρέπει να το αναφέρω. Τότε βούτηξε όλος στο νερό κατευθυνόμενος προς τον κούφιο κορμό της ελιάς που είδε να περνά. Τον γράπωσε και κάνοντας μια περιστροφή στο νερό ύστερα ξαναμπήκε στη ροή του ποταμού. Όπως απομακρυνότανε κοίταξε για τελευταία φορά την τέντα του Παρθενώνα και ένιωσε τύψεις που μέσα σε όλη αυτή την καταστροφή και την ορφάνια που τον βρήκε, προς στιγμήν κατάφερε να αισθανθεί στο στήθος του την ηδονή να αφήνεις το σώμα σου ελεύθερο σε ένα ταξίδι που πηγαίνει με τα νερά του κατακλυσμού.

σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι ]

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς

Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής.