30 ΙΟΥΝΙΟΥ

.

(Κανείς δεν με είχε κοιτάξει έτσι
για τόσο πολύ.)

DOGSHOW

I dreamed I was a dog in a dogshow.
And my father came to the dogshow.
And he said: That’s a really good dog.
I like that dog.
And then all my friends came and I
was thinking:
No one has ever looked at me like this
for so long.
No one has ever stared at me like this
for so long
for such a long time
for so long.

Laurie Anderson, United States I-IV, 1984

28 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ακολουθούν διαφημιστικά μηνύματα..

Γεωργία Σαγρή, 100 %, 2010

24-25 ΙΟΥΝΙΟΥ

Aς πάμε κάπου, να ξεφύγουμε. Ας δραπετεύσουμε στην εξοχή. Να κολυμπήσουμε. Να πιούμε νερό απ’ την κρήνη. Να κάτσουμε κάτω απ’ τα δέντρα. Ν’ ακούσουμε τα πουλιά. Να τυλιχτούμε με τα φύλλα. Να κλείσουμε τα μάτια μας. Nα μη σκεφτόμαστε τίποτα. Nα ξεχαστούμε.

Damien Hirst, Let’s Eat Outdoors Today, 1990-1991

 

23 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ο Σάμιουελ Μπέκετ (Samuel Beckett) περπατώντας στους δρόμους του Βερολίνου το 1969.

Διαβάζει εφημερίδα.

 

21 IOYNIOY

1953


20 ΙΟΥΝΙΟΥ

           Είναι...

               αδέσποτα δωμάτια
ανάμεσα σε πόλεις που ναυάγησαν
δωμάτια και δρόμοι, ονόματα πληγές,
το δωμάτιο με τα παράθυρα που βλέπει
σ' άλλα δωμάτια με το ίδιο ξεθωριασμένο χαρτί
όπου κάποιος με πουκάμισο διαβάζει εφημερίδα
ή μια γυναίκα σιδερώνει. Το φωτεινό δωμάτιο
που τα κλαδιά επισκέπτονται της ροδακινιάς,
το άλλο δωμάτιο: έξω πάντοτε βρέχει
κι υπάρχει αυλή με τρία παιδιά που σκούριασαν,
δωμάτια που είναι πλοία κι αιωρούνται
σ' έναν κόλπο φωτός, δωμάτια υποβρύχια:
η σιωπή απλώνεται σε πράσινα κύματα,
φωσφορίζει ό,τι αγγίζουμε,
μαυσωλεία του λούσου, ήδη φθαρμένα
τα πορτρέτα, τριμμένα τα χαλιά,
παγίδες, κελιά, μαγεμένες σπηλιές,
κλούβες και δωμάτια αριθμημένα,
όλα μεταμορφώνονται όλα πετούν,
κάθε καλούπι σύννεφο και κάθε πόρτα
βλέπει στη θάλασσα, στο χωράφι, στον αέρα,
κάθε τραπέζι και κάθε πανηγύρι· κλειστά σαν αχιβάδες
ο χρόνος ματαίως τα πολιορκεί,
δεν υπάρχει πια χρόνος, ούτε τοίχος: χώρα χώρο,
άνοιξε το χέρι, μάζεψε αυτόν τον πλούτο,
κόψε τα φρούτα, φάε τη ζωή
κρατήσου στη ρίζα των δέντρων, πιές νερό!

Όλα μεταμορφώνονται κι είν' όλα ιερό
κάθε δωμάτιο το κέντρο του κόσμου

 

Οκτάβιο Παζ (Octavio Paz), “Πέτρα του ήλιου”, μτφρ. Τάσος Δενέγρης.

 

Σήμερα σταμάτησα σ’ αυτούς τους στίχους.

Christopher Williams, Bouquet for Bas Jan Ader and Christopher D’ Arcangelo,1991

.

17-18 ΙΟΥΝΙΟΥ

“Εάν κάποιος επιρρεπής σε φιλολογικά προσκυνήματα”, γράφει ο Μισέλ Τουρνιέ (Michel Tournier) στον Φάκελο Kleist ή ο θάνατος ενός ποιητή (Kleist ou la morte d’ un poete – Dossier)1,“τύχει να βρεθεί στο Δυτικό Βερολίνο, δεν έχει παρά να πάρει την S-Bahn, μέχρι τον σταθμό Βανζέε, τον τελευταίο πριν από το τέρμα. Θ’ αφήσει δεξιά του τη μεγάλη λίμνη του Βανζέε, θα περάσει τη γέφυρα και θα βγει στην όχθη της μικρής λίμνης Βανζέε. Ψάχνοντας λίγο ανάμεσα στα δέντρα, θα βρει τον τάφο του Κλάιστ (Heinrich von Kleist). Τίποτα δεν δείχνει πως η Ενριέτε Φόγκελ (Henriette Vogel) είναι θαμμένη δίπλα του. Αναμφίβολα, εδώ βρίσκεται κι αυτή, όμως η ανωνυμία του τάφου της ίσως να εξηγείται από το σκάνδαλο που είχε διαδοθεί σ’ όλη την Ευρώπη, εκείνον τον χειμώνα του 1811. Γιατί εκείνη την 22α Νοεμβρίου [στην πραγματικότητα είναι η 21η] του 1811, ένας φόνος και μια αυτοκτονία τάραξαν την πρώιμη χειμερία νάρκη του πανδοχείου Στίμινγκ”. Ακολουθώντας τις τηλεγραφικές οδηγίες του Μισέλ Τουρνιέ, επιχείρησα τη διαδρομή πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, στις 11 Αυγούστου 1989 -όταν είχα ακόμη μια μικρή επιρρέπεια σε προσκυνήματα, όχι απαραιτήτως φιλολογικά-, και κατάφερα να φτάσω στον τάφο του Κλάιστ. Ο καιρός ήταν ζεστός, ήμουν μόνος μου, στον τάφο υπήρχαν ξεραμένα λουλούδια. Κάθισα δίπλα στον τάφο και σκεφτόμουν τα γεγονότα σε σχέση με το τοπίο και με τα στοιχεία τα οποία συγκέντρωνε ο Τουρνιέ στον Φάκελό του – επιστολές του Κλάιστ και της Ενριέτε Φόγκελ, καταθέσεις μαρτύρων, εκθέσεις νεκροψίας, δημοσιεύματα εφημερίδων, ως γνωστόν. Δυο άνθρωποι, ένας κύριος και μια κυρία, o Χάινριχ φον Κλάιστ και η Ενριέτε Φόγκελ πηγαίνουν εκδρομή για να πεθάνουν. Κάνουν σχεδόν ό,τι θα έκαναν πηγαίνοντας εκδρομή, μόνο που αντί να επιστρέψουν από την εκδρομή, θα δώσουν τέλος στη ζωή τους, πράγμα το οποίο έχουν συναποφασίσει, πηγαίνουν εκδρομή για να “να βρουν έναν τάφο αρκετά βαθύ για να χωθούν μέσα μαζί”. Είναι ανέμελοι και ευτυχισμένοι, χωρίς ίχνος αγωνίας τις τελευταίες δυο μέρες της ζωής τους στο πανδοχείο Στίμινγκ. Φθάνουν στο πανδοχείο την Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 1811, σύμφωνα με την κατάθεση του πανδοχέα Γιόχαν Φρίντριχ Στίμινγκ, μεταξύ δύο και τρεις το μεσημέρι, με μισθωμένη άμαξα από το Βερολίνο. Ζητούν και τους ετοιμάζουν δυο δωμάτια. Παραγγέλνουν καφέ, τον πίνουν κι ύστερα βγαίνουν βόλτα. Όταν επιστρέφουν, δείπνούν και κατόπιν αποσύρονται ο καθένας στο δωμάτιό του. Το βράδυ ζητούν κεριά και γραφική ύλη. Τη νύχτα τούς ακούν να πηγαινοέρχονται στα δωμάτια. Γράφουν γράμματα αποχαιρετισμού. Ο Κλάιστ στην αδελφή του Ουλρίκε και την ξαδέλφη του Μαρί. Η Ενριέτε Φόγκελ γράφει στον σύζυγό της, Λούντβιχ: “Πολυαγαπημένε μου Λούντβιχ! Δεν μπορώ να υποφέρω άλλο να ζω. […] Τι κρίμα που δεν μπορώ να σας πάρω μαζί μου, εσάς που τόσο σας αγαπώ! Ο Κλάιστ, που θα είναι ο πιστός μου σύντροφος στον θάνατο, όπως ήταν και στη ζωή, έχει αναλάβει να με θανατώσει. […] Να ξέρεις πως τα σώματά μας δεν πρέπει να μείνουν χωρισμένα μετά τον θάνατό μας. Το ξέρω, καλέ μου Λούντβιχ, πως δεν θα πεις όχι σ’ αυτήν την τελευταία μου επιθυμία και πως θα σεβαστείς την αγνή και ιερή αγάπη που με δένει μαζί του. Λοιπόν, σύμφωνοι, έτσι;” Στις τέσσερις το πρωί, ξημερώνοντας Τετάρτη, παραγγέλνουν καφέ. Στις εφτά παραγγέλνουν και δεύτερο. Ύστερα κοιμούνται. Όταν ξυπνούν, κάνουν μια βόλτα γύρω απ’ το πανδοχείο. Δεν δείχνουν καθόλου ανήσυχοι, αγχωμένοι ή λυπημένοι, σύμφωνα με την κατάθεση του πανδοχέα. Ρωτούν για τα περίχωρα, το νησί με τα παγώνια, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να πάει κανείς εκεί κτλ. Στον κήπο χαριεντίζονται κάνοντας αστεία. Πότε μιλούν με το συ πότε μιλούν με το εσείς, σύμφωνα με την κατάθεση της γυναίκας του πανδοχέα, και ο Κλάιστ φαίνεται να μην χάνει ευκαιρία για να δείχνει τη φιλοφρόνησή του προς την Ενριέτε Φόγκελ. Παραγγέλνουν καφέ τον οποίο θέλουν να πιουν στην όχθη της λίμνης, προς μεγάλη έκπληξη της γυναίκας του πανδοχέα, επειδή η μέρα είναι πολύ κρύα. “Φαντάσου τρέλα! Οι εξοχότητές τους θέλουν να τους σερβίρω τον καφέ στην όχθη της λίμνης!”, λέει η υπηρέτρια στον άντρα της Γιόχαν Φρίντριχ Ρίμπις. Μαζί με τον καφέ ζητούν να προστεθεί και ρούμι για οχτώ γρόσια. Η Φόγκελ έχει περασμένο στο μπράτσο της ένα μικρό πανέρι σκεπασμένο μ’ ένα μαντήλι, μέσα στο οποίο θα πρέπει να βρίσκονταν τα πιστόλια, σύμφωνα με την κατάθεση του πανδοχέα. Μεταφέρονται στην όχθη της λίμνης. Ζητούν να τους φέρουν ένα μολύβι. Τους βλέπουν να κατηφορίζουν τρέχοντας τον λόφο μέχρι την όχθη της λίμνης, γελώντας και τρέχοντας σαν παιδιά που παίζουν κυνηγητό, σύμφωνα με την κατάθεση του υπηρέτη. “Αλήθεια, δεν έχω ξαναδεί ανθρώπους τόσο ευγενείς όσο αυτοί εδώ! Όλοι την ώρα μιλούσαν ο ένας στον άλλο ‘αγοράκι μου, κοριτσάκι μου, αγαπημένο μου παιδί’”, λέει ο υπηρέτης. Πίνουν όλο τον καφέ και το ρούμι. Ύστερα ο Κλάιστ πυροβολεί την Φόγκελ και αμέσως μετά τον εαυτό του. Αυτά σκεφτόμουν στις 11 Αυγούστου 1989, στο Δυτικό Βερολίνο, στη λίμνη Βανζέε, στον τάφο του Κλάιστ.


1 Περιέχεται στο βιβλίο του Michel Tournier Le vol de vampire – Notes de lecture, εκδ. Mercure de France, Παρίσι 1981. Στα ελληνικά περιέχεται αντί προλόγου στον τόμο: Heinrich von Kleist, 4 Νουβέλες, μτφρ. Θοδωρής Δασκαρόλης, Άγρα 1986.

16 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ζυρίχη, 1995.
I’m a victim of this song.

Η Pipilotti Rist τραγουδάει το “Wicked Game” του Chris Isaak

15 ΙΟΥΝΙΟΥ

«Όταν ήμουν νέος, ξενυχτούσα πολύ. Τα βράδια ξεπόρτιζα και γυρνούσα ξημερώματα στο σπίτι, με αποτέλεσμα φυσικά να μην μπορώ να εργαστώ και ν’ ανταποκριθώ εγκαίρως στις υποχρεώσεις μου. Καθυστερούσα στις δουλειές, ο Κουν μ’ έψαχνε, το πρωί έστελνε να με ξυπνήσουν για να πάω στο θέατρο… Όταν έφτανε ο κόμπος στο χτένι, λοιπόν, τι έκανα: κλείδωνα τα παπούτσια μου στην ντουλάπα, έδινα το κλειδί στη μητέρα μου και της έλεγα να μη μου το δώσει μέχρι την επόμενη μέρα, ώστε να κάτσω στο πιάνο». Αφήγηση του Μάνου Χατζιδάκι, στην ταβέρνα Καραβίτης, το 1980.

Στο καφενείο του Λουμίδη, 1959

13 ΙΟΥΝΙΟΥ

“Το σώμα του καλλιτέχνη όταν κυριαρχείται από τη βαρύτητα.”

Οι Πτώσεις του Μπας Γιαν Άντερ (Bas Jan Ader).

 

12 ΙΟΥΝΙΟΥ

Κάθε έξι ώρες καπνίζω ένα πακέτο τσιγάρα. Δεν γυμνάζομαι, αλλά βαδίζω. Μ’ αρέσει ν’ ακολουθώ συγκεκριμένες διαδρομές. Όταν βαριέμαι, τις αλλάζω. Ξυπνάω νωρίς. Το πρωί είναι πάντα ήσυχα. Έχω ανάγκη τις εικόνες. Σήμερα. Οδός Ερμού. Σερσέ λα φαμ. Θα μπορούσα να περάσω όλη τη ζωή μου στα καφέ. Ο τρόπος που συμβαίνουν τα πράγματα. Έχει σημασία ο τρόπος που συμβαίνουν τα πράγματα; Φρούτα, παρμεζάνα, Teacher’s. Συχνά ξεχνάω τα φρούτα και σαπίζουν. Αργότερα, ξεφυλλίζοντας. Η μύτη του μολυβιού. “Νομίζω ότι είναι κρίμα δημιουργικοί άνθρωποι να έχουν ανάγκη τον έπαινο και την αναγνώριση. […] Με συναρπάζει το πώς επηρεάζεται η δημιουργική απόδοση όταν απομονώνεται κανείς από την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία των γύρω του”. Γκλεν Γκουλντ (Glenn Gould), Σκέψεις για τη μουσική (Reflections on music, 1999). Πάγος. Σπανίως περπατάω στο σπίτι χωρίς παπούτσια.

Η οδός Ερμού στις 9.05 πμ

 

10-11 ΙΟΥΝΙΟΥ

Σκηνή 6η. Στο διαμέρισμα του Seelenfrieda.

SEELENFRIEDA: Κάποτε ονειρεύτηκα ότι περπατούσα σ’ ένα νεκροταφείο κοιτώντας τις ταφόπλακες. Αντιλήφθηκα τότε ότι συνέβαινε κάτι παράξενο. Οι ταφόπλακες διέφεραν από τις άλλες που συνήθως γράφουν: γεννήθηκε το 1918, πέθανε το 1968, ή γεννήθηκε το 1927, πέθανε το 1975. Σε κείνες τις ταφόπλακες οι ημερομηνίες ήταν κάπως έτσι: από το 1970 ώς το 1972, από το 1965 ως το 1966, από το 1954 ώς το 1957. Κανένας από τους νεκρούς δεν έμοιαζε να’ χε ζήσει περισσότερο από δυο χρόνια. Αρκετοί είχαν πεθάνει πολύ πιο νέοι. Μερικοί είχαν ζήσει μόλις μερικές μέρες, από τις 18 Φεβρουαρίου ώς τις 11 Μαρτίου ή από τις 19 Μαιου ώς τις 5 Ιουνίου. Ορισμένοι μάλιστα είχαν ζήσει μόνο λίγες ώρες. Συνέχιζα να περπατάω ανάμεσα στους τάφους χωρίς να καταλαβαίνω τίποτα. Ξάφνου ένας γέρος, πολύ γέρος όμως, στέκεται μπροστά μου. Πρόκειται για τον κηπουρό· τον ρωτάω με απορία πώς κατάφερε να ζήσει τόσα πολλά χρόνια, όταν όλοι οι άλλοι πέθαναν τόσο νέοι. Χαμογελά, κουνά το κεφάλι και μου απαντά: “Κάνετε λάθος. Οι ταφόπλακες δεν γράφουν τα χρόνια που έζησε ένας άνθρωπος, αλλά για πόσο καιρό υπήρξε πραγματικά ευτυχισμένος”. […]  Είναι πιθανόν ωστόσο να μην το ονειρεύτηκα. Ίσως να το διάβασα ή να το άκουσα κάπου. Έχει καμιά σημασία αυτό;

Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ (Rainer Werner Fassbinder), Η χρονιά με τα 13 φεγγάρια (In einem Jahr mit 13 Monden), 1978.

 

 

9 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ξύπνησα με τη φράση: “Το οτιδήποτε έρχεται από μόνο του, όπως οι ημερομηνίες” (Ευγένιος Αρανίτσης, Φυσική, 1995). Συμβαίνει συχνά να ξυπνώ με φράσεις και λέξεις· εξίσου συχνά κοιμάμαι με φράσεις και λέξεις. Έχω ονειρευτεί φράσεις και λέξεις· δηλαδή έχω γράψει στον ύπνο μου – υποθέτω ότι δεν είμαι ο μόνος. Υπάρχουν φράσεις και λέξεις που επαναλαμβάνονται (όπως ακριβώς επαναλαμβάνεται ένας εφιάλτης): “Το κρεβάτι των ξένων”, “Επίσκεψη σε άρρωστο”, “Ωράριο γευμάτων”, “Αυστριακή ταβέρνα”, “Καλή αρχή” [από τη νουβέλα του Πέτερ Χάντκε (Peter Handke) Η ώρα της αληθινής αίσθησης (Die Stunde der wahren Empfidung, 1975) -φράσεις με τις οποίες ξυπνά ένα πρωί ο ήρωας της νουβέλας, Γκρέγκορ Κόισνιγκ-], “Πολλές ενοχλήσεις”, “Ενδεχομένως”, “Αναπήρων πολέμου”, “Cinémathèque”, “Περιεχόμενο της συσκευασίας και λοιπές πληροφορίες”, “Χάρμα ιδέσθαι”, “Tiergarten”, “Λυρική ποίηση”, “Άνω σχώμεν τας καρδίας”

Λίζη Καλλιγά, 2016

 

 

7 ΙΟΥΝΙΟΥ

Υπάρχουν μέρες που θέλω να ελέγξω τη διάθεσή μου. Kαλύτερα: ν’ αποφασίσω τη διάθεσή μου. Το πρωί αποφάσισα πώς θέλω να είμαι.

[ Γιέρζι Κοζίνσκι (Jerzy Kosinski): “Θα μπορούσα πολύ εύκολα να είχα κάνει κάτι άλλο χτες το απόγευμα, αλλά διάλεξα να υποδυθώ μια συνηθισμένη τελετουργία, να χαζέψω και να ξεχαστώ τελείως. Ήξερα ότι δεν ήμουνα αληθινά αναστατωμένος, όπως είμαι συνήθως. Απλώς έπαιζα ένα συνηθισμένο ρόλο που θα μπορούσα να εγκαταλείψω οποτεδήποτε. Σήμερα στις τέσσερις το απόγευμα πήγα σε μια κάβα κι αγόρασα ένα μπουκάλι ουίσκυ. Γύρισα πάνω, έκανα ένα ποτό κι έβαλα ένα δίσκο. Μέχρι τις έξι είχα τελειώσει το μισό μπουκάλι κι είχα πάθει πλήρη κατάθλιψη· ανακουφιζόμουν όμως με τη σκέψη ότι είχα διαλέξει τη διάθεσή μου. Αισθανόμουν ότι επιτέλους είχα απόλυτο έλεγχο των συναισθημάτων μου”. Το δέντρο του διαβόλου (The Devil Tree, 1973) – μτφρ. Χάννα Τσάρλτον-Σάκης Παπαδημητρίου. ]

Δεν μετακινήθηκα.

 

6 ΙΟΥΝΙΟΥ

Σήμερα βρήκα κάποια παλιά κείμενα. Ήταν κάποια όνειρα – σχεδόν τα είχα ξεχάσει.
Κάποτε μου άρεσε να γράφω όνειρα. Όχι να καταγράφω τα όνειρά μου, πράγμα που ποτέ δεν μου άρεσε, το έβρισκα κι εξακολουθώ να το βρίσκω πολύ βαρετό, όπως επίσης και το ν’ ακούω τα όνειρα των άλλων· μου άρεσε να γράφω όνειρα τα οποία δεν είχα δει, αν και ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι έχεις δει στον ύπνο σου. Ένα από αυτά είναι ένα θραύσμα: “Εξάλλου, την αγαπούσε πολύ”. Δεν θυμάμαι πότε το σημείωσα, ούτε κάτι άλλο.

 

 

Permindar Kaur, Sleep Container, 1998

 

5 ΙΟΥΝΙΟΥ

 

«Σεσχέση με τα μυθιστορήματα, όπου τίποτα δεν συμβαίνει, στα βιβλία της ποίησης μερικές φορές κάτι συμβαίνει, μολονότι ελάχιστο», σημειώνει ο Ουλίσες Κάριον (Ulises Carriόn) στο βιβλίο του Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία (The New Art of Making Books, 1975 – “Ύψιλον” 2004, μτφρ. Κύριλλος Σαρρής.

Ο Ουλίσες Κάριον γεννήθηκε στη Βερακρούζ, στο Μεξικό, το 1941. Μετά από σπουδές φιλοσοφίας και λογοτεχνίας στο Μεξικό, στη Γερμανία, και στην Αγγλία, τη δεκαετία του ’70 εγκαταστάθηκε στο Άμστερνταμ, όπου έζησε και εργάστηκε μέχρι τον πρόωρο θάνατό του, το 1989. Eννοιολογικός καλλιτέχνης, επιμελητής εκθέσεων και εκδότης, εκ των πρωτεργατών της Mail Art, πειραματίστηκε επίσης με το βιβλίο ως έργο τέχνης (Book art, Artist’s book, Book work, Book object).

Η νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία είναι ένα βιβλίο τέχνης· σημειώσεις, αφορισμοί, παράδοξα και υποθέσεις για τη λογοτεχνία, την ανάγνωση, την τυπογραφία και το βιβλίο ως έργο τέχνης, μια μικρή θεωρία δηλαδή για τη νέα τέχνη να φτιάχνεις βιβλία.

Ψάχνω όλη την ημέρα στη βιβλιοθήκη για το βιβλίο, έχω φάει τον κόσμο· αδύνατον να το βρω. Ο άγγελος της βιβλιοθήκης δεν μου παραστέκει. Άλλο ένα πουλί πέταξε. Στενοχωρούμαι, αν και αύριο θα το ‘χω ξεχάσει.

“Yπάρχουν ακόμα και θα υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που τους αρέσει να διαβάζουν [και συγγραφείς που τους αρέσει να γράφουν, προσθέτω εγώ] μυθιστορήματα. Θα υπάρχουν επίσης άνθρωποι που τους αρέσει να παίζουν σκάκι, να κουτσομπολεύουν, να χορεύουν μάμπο ή να τρώνε φράουλες με κρέμα”.

 

 

 

 

3-4 ΙΟΥΝΙΟΥ

Laurie Anderson, United States I-IV, 1984

 

 

2 ΙΟΥΝΙΟΥ

 

Ήμουν στο σπίτι μου κι ήθελα να ‘μαι στους δρόμους, ήμουν στους δρόμους και ήθελα ένα σπίτι, έμπαινα σ’ ένα καφενείο κι ήθελα να ‘μαι σε μια καντίνα, έφερνα ένα ποτήρι μπίρα στα χείλη μου κι ήθελα έναν καφέ, ήθελα μια γυναίκα κι έβλεπα μια πόλη

έγραφα στο βιβλίο μου Η Ιστορία της μουσικής (1994). Η πόλη ήταν το Βερολίνο, η γυναίκα ήταν μια γυναίκα που ζούσε στο Βερολίνο, το έτος ήταν το 1989, το πρώτο πρόσωπο ήμουν όντως εγώ, αλλά και άλλοι, μιας μπλεγμένης ηλικίας, τότε, μετά και τώρα.

[Κομμένη σελίδα.]

Αργότερα

(Οι συγκυρίες πέφτουν πάνω μου. Ή εγώ;)

 

 

 

 

 

1 ΙΟΥΝΙΟΥ

 

Ζω σ’ ένα δωμάτιο. Ήθελα πάντα να ζω σ’ ένα δωμάτιο: ένα άδειο δωμάτιο με μια βαλίτσα. Ζω σ’ ένα δωμάτιο, αλλά δυστυχώς δεν είναι άδειο. Δεν έχω πολλά πράγματα· από καιρού εις καιρόν ξεφορτώνομαι κάποια αντικείμενα: μια καρέκλα, μια λάμπα, ένα κουτί, παραδείγματος χάριν, αλλά δεν είναι ένα άδειο δωμάτιο: τ’ αντικείμενα με προδίδουν. Θα μπορούσε να είναι ένα σχεδόν ή παρ’ ολίγον άδειο δωμάτιο. Δεν πειράζει, τα καταφέρνω ακόμα κι έτσι.

«Πιστεύω στο να ζει κανείς σ’ ένα δωμάτιο», γράφει ο Αντί Γουόρχολ (Andy Warhol) στο βιβλίο του Η φιλοσοφία του Άντι Γουόρχολ, Από το Α στο Β και πάλι από την αρχή (The Philosophy of Andy Warhol, From A to B and Back Again, 1975). «Ένα άδειο δωμάτιο μ’ ένα κρεβάτι μόνο, ένα δίσκο σερβιρίσματος και μια βαλίτσα. Μπορείτε να κάνετε τα πάντα είτε από το κρεβάτι σας είτε μες το κρεβάτι σας -να φάτε, να κοιμηθείτε, να σκεφτείτε, να γυμναστείτε, να καπνίσετε- και θα μπορούσατε να ‘χετε ένα μπάνιο κι ένα τηλέφωνο ακριβώς δίπλα στο κρεβάτι. Ο χώρος της βαλίτσας είναι τόσο αποτελεσματικός. Μια βαλίτσα γεμάτη απ’ όλα τα απαραίτητα:

Ένα κουτάλι
Ένα πιρούνι
Ένα πιάτο
Ένα φλιτζάνι

Ένα πουκάμισο
Ένα εσώρουχο
Μια κάλτσα
Ένα παπούτσι

Μια βαλίτσα κι ένα άδειο δωμάτιο.

Με το να ζείτε σ’ ένα δωμάτιο περιορίζετε πολλές έγνοιες. Οι βασικές, όμως, δυστυχώς παραμένουν:

Τα φώτα είναι αναμμένα ή σβηστά;
Η βρύση είναι κλειστή;
Τα τσιγάρα είναι σβησμένα;
Η πίσω πόρτα είναι κλειστή;
Το ασανσέρ δουλεύει;
Υπάρχει κανείς στο διάδρομο;
Ποιος είναι αυτός που κάθεται στα γόνατά μου;»

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Θάνος Σταθόπουλος

Ο Θάνος Σταθόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1963. Έχει εκδώσει τα βιβλία: “Θέμα”, 1983, Ερατώ 1985, “Η ιστορία της μουσικής”, Ίκαρος 1994, “Playback”, Γαβριηλίδης 2003, “Ένας σωρός γλώσσα”, Γαβριηλίδης 2007, “Το αυτόματο”, Γαβριηλίδης 2013, “La folie”, Ϊκαρος 2015.