του Χρήστου Μαρτίνη


Νύχτα. Κι εκείνος είχεν σκύψει στα χαρτιά του
και προσπαθούσε (πλήρης μνήμης) να της γράψει
κάτι σαν ποίημα, με στίχους να μιμηθεί την κάμψη
μιας χορδής, τα βήματα στο μάρμαρο του αβάτου.

Κι ήταν εκείθεν, υποκείμενος θανάτου
έστριβε το μολύβι στο χαρτί μήπως ανάψει
πάλι την κάποτε χαρά όμως στην πράξη
τον λόγο δίνει στη σιωπή (στο φάσμα του αοράτου): 

«Μαριάννα, ίσως απόψε μ’ έχετε προδώσει
ίσως και νά ‘χετε ξεχάσει τ’ όνομά μου
μέσα μου τώρα απλώνει το κενό όπως η
μούχλα στις γωνιές του  
νεκρικού θαλάμου·

που πια δεν θα σας ξαναδώ, κι όλος ο χρόνος
θα ‘ναι ένας γέροντας – κατάκοιτος και μόνος».

 


{ επιστροφή στο κυρίως άρθρο }