Σε πείνασαν τα μάτια μου και βγήκα να σε ψάξω σ’ ό,τι πιο κοντινό σου. Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Μπήκα από την πλαϊνή πύλη.

Ήταν ένα καυτό μεσημέρι Ιουλίου. Ατέλειωτοι άδειοι διάδρομοι έχασκαν σε όλα τα σημεία του ορίζοντα. Ούτε μια ψυχή ζώσα τριγύρω. Μέχρι κι ο φύλακας απουσίαζε. Οι τάφοι αφρόντιστοι. Τα λιγοστά λουλούδια ξεραμένα, σαν χάρτινα είχανε γίνει. Αταραξία πλήρης, που την διέκοπτε κάθε τόσο ένα παράξενο χράτς χρούτς κάποιων αθέατων πουλιών χωμένων στα δέντρα. Σκέφτηκα τους συγγενείς στο ερκοντίσιον ενός εξοχικού να έχουν απλώσει τα πόδια τους στον καναπέ και αναρωτιέμαι ποια μοίρα με είχε επιλέξει τώρα αντιπρόσωπό τους.

Πήγαινα μία από δω μία από κει. Μια αγωνία μ’ είχε πιάσει. Ένιωθα να με καλούνε όλοι ταυτόχρονα. Ό,τι μπορούσα έκανα. Ξεσκόνιζα τις φωτογραφίες που είχαν αραχνιάσει. Άφηνα στο μάρμαρο κλαδάκια που μου ρίχναν από πάνω τα πουλιά. Τους μιλούσα. Άνοιγα τη βρύση του διαδρόμου και την άφηνα να τρέχει. Έπινα και γω λίγο από το ταφόνερο. Έβαζα το κεφάλι μου από κάτω. Μου ‘βγαινε μια κούραση. Τι κρίμα που δεν υπάρχει δουλειά “φροντιστής τάφων τους καλοκαιρινούς μήνες”. Μα ακόμη κι αμισθί ήθελα να τους φροντίσω. Ένιωθα συγγενής όλων. Μέχρι και στον τάφο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ στάθηκα καρτερικά όταν ξεπετάχτηκε μπροστά μου. Με κυρίευε μια καλοσύνη. Που όμως δεν κράτησε πολύ γιατί σύντομα μεταμορφώθηκε σε απελπισία. Όχι βέβαια από το χαμαλίκι. Κι ούτε επειδή μου φορτώθηκε στα ξαφνικά τόσος πολύς θάνατος. Αντίθετα, είναι που δεν είχα τον τάφο σου για να φροντίσω. Ζήλεψα. Μπορείς σε παρακαλώ να πεθάνεις λίγο;

Τώρα με κυρίευε μία μανία. Να παν στο διάολο οι άγνωστοι νεκροί. Εγώ θέλω το δικό σου μνήμα. Κι έψαξα να σε βρω σ’ ό,τι πιο κοντινό σου. Μπήκα στο σκοτεινό οστεοφυλάκειο του σογιού ενός αγωνιστή του ’21. Είσαι εδώ; Κοίταγα προσεχτικά μα δεν ταιριάζαν τα οστά σου. Δεν είχανε τα ίχνη μου απάνω. Δεν είχανε πλαστεί από τα χάδια μου. Έφυγα από κει. Κι ύστερα στάθηκα σε έναν τάφο κεφαλλονίτικο. Τάφος οικογενειακότατος. Μία από τις κόρες τη λέγαν Καικιλία. Το χάραγμα δε λέει ψέματα. Ξάπλωσα πάνω του. Κάπνισα ένα τσιγάρο. Θα σου πήγαινε πολύ το όνομα Καικιλία. Μήπως κρύβεσαι εκεί μέσα; Έσκυψα να σηκώσω την ταφόπλακα από τους κρίκους. Ήταν αδύνατον. Κρίμα που δεν είχα έναν φίλο μαζί για να με βοηθήσει. Κι ο φύλακας άφαντος. Έτρεξα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Απότομα ορθώθηκε μπροστά μου το μνήμα του Γιαννούλη Χαλεπά. Χάιδεψα απαλά τα πράσινα φτερά του αγγέλου που στεκότανε στην πλάκα. Ακούνητα περέμεναν. Μου ήταν ξένα. Έτρεξα προς το βάθος. Να σου μπροστά μου η Σωτηρία Μπέλλου. Έγραφε πως κρατούσε κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα. «Προς τα πού;» της ουρλιάζω. «Στη γωνιά πέρα» θρόισε στα αυτιά μου ένα αχνό ψιθύρισμα από το σφαιριστήριο της κόλασης. Υπάκουσα και κατευθύνθηκα αμέσως προς τα κει.

Ήταν ένας μικρός κι αδιάφορος τάφος. Ο θεός δηλαδή να τονε κάνει τάφο. Η μικρή πλάκα είχε ξεκολλήσει και ήταν αφημένη όρθια στον μαντρότοιχο. Το όνομα του παππού: «Αλέξανδρος Ζαρωτιάδης». Όμως γιατί με αφορά; Μήπως παράκουσα; Αν κρίνω από τη φωτογραφία του πρέπει να ήταν έμπορας. Παντελώς αδιάφορος σαν ζωντανός. Κι όμως σα νεκρός πολύ σπουδαίος. Γιατί εκείνη τη στιγμή ήτανε που συνέβη: ένα γατάκι ξεπρόβαλε πίσω από το πλαγιαστό μάρμαρο. Το είχε κάνει σπιτάκι και μπαινόβγαινε. Ξαναγεννήθηκε με μιας ο κόσμος των ζωντανών. Με έτσουξε ένα ξύπνημα στις φλέβες μου. Έβλεπα ένα γατάκι να γιορτάζει τη ζωή χοροπηδώντας πάνω σ’ έναν τάφο και επέστρεφα από τη χώρα των φαντασμάτων. Τι κάνω εδώ τόσο καιρό; Πικνίκ με σαπισμένες σάρκες;

Έψαξα για την έξοδο. Τη βρήκα γρήγορα μα τρόμαξα: ήτανε κλειδωμένη. Λες και μου κήρυξαν απαγόρευση εξόδου από τη στεναχώρια. Τι συμβαίνει; Δεν είχε καν νυχτώσει. Ο φύλακας είχε διάθεση για παιχνιδάκια φαίνεται. Ας παίξει κρυφτό με τους θανόντες. Κι αν τολμά ας τους νικήσει κάποτε. Καβαλάω την μετόπη ενός τάφου, σκαρφαλώνω και πηδάω έξω όπως όπως. Το χέρι μου από την πτώση γέμισε γρατζουνιές. Τις κοιτούσα περήφανος και απομακρυνόμουν, απομακρυνόμουν, καθώς τα μάτια μου ξερνούσανε κρασί μέσα στην πηγή ενός μονόφθαλμου νάρκισσου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς

Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής.