-Έχεις εμμονές ε;
-Δεν είναι εμμονή, είναι αγάπη.

Εδώ και τρία χρόνια, όποτε ερχόταν η 20η του Αυγούστου άρχιζε να με κοιτάζει ενοχλημένος.

-Πάλι θα πας εκεί σ’ αυτήν την… πώς την είπες;

Έκανε πως δεν θυμόταν ούτε το όνομά της. Κι εγώ δεν του απαντούσα.

-Άκου οι παράξενοι άνθρωποι υπάρχουν ακόμα, οι παράξενες ιστορίες ακόμα συμβαίνουν. Αν θέλεις έλα μαζί μου.

Για να πω την αλήθεια όμως ήταν κι αυτός ανάμεσα στις άλλες μικρές ..θα τις πω ατυχίες, που φέτος άργησα να ξεκινήσω το ταξίδι. Είχαν πιάσει οι βροχές. Κι εκείνη μου το είχε πει. Εκείνη… η Μαρία μου το είχε πει.

-Νάρχεσαι πριν απ’ τις βροχές. Το ακούς; Να μην έρχεσαι με τις βροχές.

Είχα ξεκινήσει το πρωί από την πόλη. Ήλιος και γαλάζιος ουρανός. Θα έφτανα στο χωριό κατά το μεσημέρι, έτσι υπολόγιζα. Έλα όμως που αυτές οι μικρές ατυχίες που είπα, φέτος έπαιζαν μαζί μου ένα παράξενο παιχνίδι. Εκεί στις στροφές μετά τον Δομοκό η μηχανή του αυτοκινήτου μπλοκάρισε. Δεν έβρισα, δεν είπα τίποτα για να μην δώσω καμιά χαρά σε κανέναν. Μα τι λέω; Σε ποιόν; Έτσι διστακτικά σκέφτηκα πως ο αέρας εκεί πάνω στις στροφές μου φάνηκε αλλιώτικος, σαν να είχε μια περίεργη πύκνωση, σαν να με άγγιζε η υλική του παρουσία. Τέλος πάντων, ήταν η ερημιά φαίνεται, ήταν η μεγάλη αναμονή της οδικής βοήθειας, ήταν κι αυτή η φράση του φίλου μου: έχεις εμμονές ε;

Είχε νυχτώσει, έβρεχε σιγανά, ποτιστικά, όταν έφτασα κοντά σ’ εκείνο το σπίτι. Απορώ γιατί το λέω σπίτι. Πάντα το έλεγα παλιό νερόμυλο, γιατί αυτό ήταν ο παλιός νερόμυλος του χωριού. Εκεί κατοικούσε η Μαρία από τότε που την θυμάμαι. Δεν ξέρω την ηλικία της, μπορεί να κόντευε τα εκατό. Ήταν η τελευταία της παλιάς γενιάς των χωρικών που πια δεν υπάρχουν. Όλοι έχουν πεθάνει. Όλοι οι χωρικοί των παιδικών μου χρόνων έχουν πεθάνει. Ήταν η μυλωνού κι όταν οι χωριάτες έπαψαν πια να αλέθουν τα γεννήματά τους στον μύλο εκείνη είπε:

-Εγώ δεν φεύγω από δω, δεν αφήνω μόνο του το νερό.

Σκέπασε κάπως το εσωτερικό άνοιγμα της χοάνης, σταμάτησε την κάτω ρόδα κι έμεινε εκεί να ακούει το νερό να τρέχει κάτω από το πάτωμα. Να ήταν μια γυναίκα χωρίς ιστορία; Δεν την ρώτησα ποτέ για την ζωή της. Μερικές φορές η ιστορία των ανθρώπων μικραίνει τις διαστάσεις τους, χαλάει την εικόνα τους κι εγώ την ήθελα την Μαρία μυθική, άγνωστη, την ήθελα την γυναίκα του τέλους του καλοκαιριού, την ήθελα αφηγήτρια για τις ζωές των άλλων, όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και των τόπων. Δεν ρώτησα, δεν έμαθα τίποτα κι όταν άκουσα για κάποια παιδιά της που έφυγαν παλιά, πολύ παλιά στην Αμερική, δεν ζήτησα καμιά πληροφορία. Η Μαρία ήταν η τελευταία όλων των παλιών ανθρώπων ετούτου του τόπου, ήταν η φίλη ή μάλλον η αγαπημένη του νερού.

Άφησα το αυτοκίνητο πάνω στην δημοσιά και κατηφόρισα προς τον παλιό νερόμυλο. Η βροχή δυνάμωνε κι ένιωθα έναν φόβο γιατί μου το είχε πει, μην έρχεσαι με τις βροχές.

-Μαρία, φώναξα έξω από την κλειστή πόρτα.

Ησυχία, μόνο το μουρμούρισμα της βροχής άκουγα. Τότε πρόσεξα πως ο ήχος του νερού, που άλλες φορές ήταν δυνατός και κάλυπτε τα πάντα, ο ήχος του νερού δεν ακουγόταν.

-Μαρία, ξαναφώναξα.

Δεν περίμενα άλλο. Πήγα στο παραθυράκι πλάι από την πόρτα, έκανα τις παλάμες μου παρωπίδες στο πλάι των ματιών μου και κοίταξα μέσα. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Μπα με μπερδεύει η βροχή που πέφτει πάνω στο παράθυρο. Καθάρισα όσο μπορούσα το τζάμι και ξανακοίταξα. Στο μικρό, μικρό φως ενός καντηλιού είδα το νερό να σαλεύει μέσα στο δωμάτιο. Το νερό είχε κυριεύσει όλο τον χώρο μέχρι το ύψος του κρεβατιού. Είδα την Μαρία ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Το πρόσωπό της φαινόταν χαρούμενο και ναι δεν έκανα λάθος, τραγουδούσε, και με το δεξί της χέρι χάιδευε το νερό. Τραγουδούσε, τώρα την άκουγα, ένα παλιό βλάχικο τραγούδι που μιλούσε για πηγές πάνω στα βουνά, για ποτάμια, για ομίχλη. Το ήξερα κι εγώ αυτό το τραγούδι, το έλεγε παλιά η μάνα μου όταν τρυγίζαμε τα αμπέλια. Κι έβλεπα το νερό να χορεύει, ε μην σας κάνει εντύπωση, το νερό χόρευε στο ρυθμό του τραγουδιού. Δεν φοβήθηκα, ένας ενθουσιασμός μ’ έπιασε κι άρχισα κι εγώ να τραγουδώ εκείνο το παλιό βλάχικο τραγούδι… «βίνιι νέγκουρου του χουάρι», ήρθε ομίχλη στο χωριό…

Τότε ήταν που το νερό σαν να ξαφνιάστηκε, σαν να αγρίεψε. Κύλησε ορμητικά πίσω στην χοάνη κι ακούστηκε ο παλιός ήχος κάτω από τον νερόμυλο και το δωμάτιο άδειασε και η βροχή σταμάτησε και φάνηκε στον ουρανό ένα τεράστιο φεγγάρι και είδε η Μαρία την φιγούρα μου στο παραθυράκι.

Σε λίγο καθόμουν απέναντί της στο μικρό στεγνό δωμάτιο. Με κοίταζε έντονα μ ‘έναν τρόπο που μου προκαλούσε ρίγος.

-Όταν μαθαίνεις μυστικά από τις ζωές των άλλων δεν είσαι πια ελεύθερος. Όταν βλέπεις εικόνες αλλιώτικες από τις ζωές των άλλων γίνεσαι δέσμιος, αποκτάς χρέος. Όχι να μην τα μαρτυρήσεις αλλού, κάτι τέτοιο δεν το τολμάς, φοβάσαι μην σε πουν τρελή. Τώρα είσαι η επόμενη αγαπημένη του νερού. Δεν έχει σημασία που δεν θα μείνεις εδώ. Το νερό θα σε αναζητά και θα σε βρίσκει. Μην φοβάσαι το νερό δεν έχει σχέση με τον θάνατο, έχει σχέση με την αλλαγή, με την καινούργια αρχή. Και οι βροχές είναι πάντα για το νερό η ανανέωση, η αλλαγή που ψάχνει. Τότε γίνεται πιο τρυφερό αλλά και απολύτως φοβερό, τα θέλει όλα δικά του. Σκέψου ποιο είναι εκείνο στην ιστορία των ανθρώπων που έκανε την ζωή να αρχίσει πάλι από την αρχή; Το νερό.

Σταμάτησε για λίγο.

Έχει δίκιο σκέφτηκα. Το νερό. Και ανέβηκαν τα ύδατα και κατέκλυσαν όλην τη γη. Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα, ο κατακλυσμός του Νώε. Κανένας πόλεμος, καμία μαύρη πανώλη δεν σκέπασε ποτέ τα πάντα, μόνο το νερό. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έβρεχε κι όλα καθαρίστηκαν από την αρχαία σκόνη κι όλα όσα έπρεπε να πεθάνουν, πέθαναν και δόθηκε στην γη η δυνατότητα μιας καινούργιας αρχής, και δόθηκε στους ανθρώπους η δυνατότητα μιας καινούργιας αρχής.

-Μην φοβάσαι, συνέχισε η Μαρία, δεν σου λέω εσύ να αγαπήσεις το νερό, σου λέω τώρα το νερό αγαπάει εσένα. Έλα όμως, ας πάμε στο διπλανό δωμάτιο. Απόψε θα σου πω μια ιστορία για ένα άδικο φονικό που έγινε στα πολύ παλιά χρόνια. Αυτός ο φόνος στοίχειωσε αυτά τα χωράφια που είναι εδώ πιο κάτω, κοντά στο ποτάμι. Τα ξέρεις, τα έχεις δει. Αυτά που έλεγαν οι μανάδες στα παιδιά τους: κοίτα μην κόψεις από κει βατόμουρα, πρόσεξε θα πεθάνεις. Κι ανθίζουν κάθε άνοιξη οι βατομουριές με τρόπο τρελό και είναι τα βατόμουρα μεγάλα σαν φράουλες κι είναι ο κήπος των πουλιών και τώρα τα τελευταία χρόνια και των αρκούδων. Έλα πάμε.

[συνεχίζεται εδώ]

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Αθηνά Τσάκαλου
Γεννήθηκα το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία. Σπούδασα φιλολογία και ονειρεύομαι κήπους με πλούσια βλάστηση. Μου λείπει το νερό, το τρεχούμενο νερό γι' αυτό και συνεχώς το ονειρεύομαι.