Παρακολουθώ εδώ και μια δεκαετία την πορεία του Ζήση Αϊναλή, κυρίως από τότε που εξέδωσε την αποκαλυπτική «σιωπή της Σίβας», και πρέπει να παραδεχτώ πως κάνει ως ποιητής ένα μεγάλο λάθος. Η γραφή του είναι απαιτητική. Αναζητά το βάθος πολύ περισσότερο από ό,τι το προϋποθέτει η εποχή μας. Δεν της αρκεί μία ανάγνωση.

«Ρε συ πατέρα
ξέρεις κάτι
δεν καταλαβαίνω
γιατί αρνείσαι να πεθάνεις

Ακόμη αναρωτιέσαι
για τον Αβεσσαλώμ
θρηνείς

Αναρωτιέμαι αλήθεια

Ο Αδωνίας πήρε να σφάζει κιόλα αρνιά και πρόβατα και μόσχους

Τι περιμένεις δηλαδή;

Στο τέλος θα σφαχτούμε όλοι αναμεταξύ μας.
Θα τρέχουμε όλοι παραλοϊσμένοι επάνω σε μουλάρια
του Άμνωνα το πτώμα
πελεκημένο θα σαπίζει
κι ούτε ένας δεν θα βρεθεί
-ούτε ένας! μ’ ακούς;-
να κλάψει».

Ίσως επειδή ο ίδιος είναι κάτοχος της μυθολογίας που μας έφτασε εδώ, αρέσκεται στα ματοβαμμένα σύμβολα του Μεσαίωνα, βουτάει μέσα στην πορφύρα του Βυζαντίου, είναι γνώστης των Γραφών, γεγονότα που τον καταδικάζουν σε ένα αρχετυπικό βάθος σκέψης, σε ένα συγγραφικό όδεμα που δεν εκπορεύεται από το μικροαστικό άγχος τού να γίνει αρεστός.

«Κι αν τα λόγια σου τώρα δεν έχουν κάποιο νόημα αφού κανείς δεν υπάρχει για να τ’ ακούσει πρέπει να μάθεις να προστατεύεις τα λόγια σου γιατί μονάχ’ αυτά έχεις να σου θυμίζουνε πως ακόμα υπάρχεις».

Με λίγα λόγια είναι ταγμένος σε μία ποίηση μη πρωταγωνιστική γιατί είναι πρωτίστως σκηνοθέτης.

«Κάθε φορά που πεθαίνω κερδίζω ένα νόμισμα. Μου βουλώνει το στόμα. Δεν ξέρω τι να το κάνω. Ανοίγω τα μάτια σηκώνω τα χέρια το πετάω ψηλά και το καπακώνω πάνω στη ράχη της δεξιάς μου παλάμης. Ανασηκώνομαι ανασηκώνω με αγωνία το έτερο χέρι κι αντί για κέρμα βλέπω μια τρύπα. Κολλάω με απορία το μάτι και βλέπω απ’ την άλλη μεριά έναν κώλο γυμνό μια γυναίκα να σκουπίζει το μουνί της ανέμελα. Τραβιέμαι αμέσως και καπακώνω με το ελεύθερο χέρι μου την τρύπα ξανά. Δεν είναι δυνατόν! Τι σκατά μπορεί να γυρεύει μια γυναίκα γυμνή πίσω από την τρύπα που μ’ άνοιξε ξαφνικά στην παλάμη;»

Ειδικά τώρα, εδώ, ακριβώς εδώ, με «Τα παραμύθια της έρημος». Ένα έργο γεμάτο με την αρτιότητα της διάταξης ενός καραβανιού που, λόγω της εκ βαθέων εξομολόγησης, δεν μπορεί παρά να οδεύει σε μια αχαρτογράφητη έρημο έχοντας στα χείλια μια «γεύση πέτρας». Όμως πού κατευθύνεται;

«Βγαίναν από την άμμο σκελετοί και τράβαγαν τ’ αστέρια».

Αν καταφέρεις να υπερνικήσεις την αμμοβολή από τις χούφτες του ποιητή -δεν κρύβει την οργή του ή μήπως την καχυποψία του;- και τον κοιτάξεις στα μάτια, αν παραδοθείς ειλικρινώς στο παραλήρημα που σου προσφέρει, τότε θα δεις να σε καλωσορίζει συντροφικά στην πορεία. Και τότε αρχίζεις να ζεις στιγμές έξαρσης εντός μιας φιλολογικής αποσύνθεσης, μιας νοηματικής δισυποστασίας.

«Ικέτης έκλεινα τον ήλιο μες στις παλάμες μου το σχήμα της προσευχής».

Το ποιητικό πεδίο δεν έχει έδαφος∙ ανάγεται σε φευγαλέο πέρασμα από έναν εσωτερικό οραματισμό, αν και συγκρατημένης ροής, ανεξέλεγκτου όμως φόβου. Βέβαια το ερώτημα παραμένει: πού κατευθύνεται;

«Σε γενικές γραμμές δεν έπαιζε να ρυθμίσω τον ουρανό μες στη φτέρνα μου. Τόσες χαρακιές μες στα χέρια μου ξαφνικά ένας τόπος δέρμα που φαντασιωνόμουν να διαβούνε καμήλες. Τις έβλεπα μπρος στα μάτια μου να ξεδιπλώνονται αργά κομπολόι στο χέρι μες στο καμίνι του ήλιου. Στα μάτια μου ζάρωνε η ανάμνηση της φωτιάς και στο χέρι μου κρεμότανε βόνασος ο πέλεκυς του θανάτου βαρύς ένα τσιμέντο κρέας. Πού να πιάσει ρίζα στην άμμος; Το σήκωνες και μετεωριζότανε το στερέωμα. Τ΄ακούμπαγες σκουλήκι κανένα κι η αποσύνθεση δύσκολη αχρείαστο φύραμα. Γινόταν πέτρα το κορμί και άμμος θρύμματα. Γενειοφόρος ο άνεμος κουβαλούσε την τέφρα μου να χτίσω την πυραμίδα μου να στεγάσω το σπέρμα μου».

Μέσα του.

«Έπιανα τη σκιά και τη ζούλαγα μέχρι να φτύσει αίμα.
Γύριζε ο ο οφθαλμός το ενδόμυχο και έβρισκε δραγάτη».

Δένει χειροπόδαρα το εγώ του, το εξετάζει εξονυχιστικά φέρνοντας σβούρες. Το βιάζει σαν αγαπημένη. Το κηδεύει. Θεουργεί την ήττα του. Επιστρέφει στη μήτρα της μάνας του για να λυτρωθεί. Να ξαναγίνει παιδί. Γιατί ξέρει πως κάθε παιδί είναι ένας απενοχοποιημένος δολοφόνος. Αυτοκαθορίζει την ψυχοθεραπεία του μαζεύοντας υλικά από τουαλέτες του ήλιου. Εκεί μέσα διαλύει το φύλο του. Γίνεται μήτρα ο ίδιος και ξεγεννάει το παιδί του.

«Ο Μπωντλαίρ πρέπει να αισθάνθηκε σε κάποιο βαθμό την εγκυμοσύνη ως αθέμιτο ανταγωνισμό» /  Βάλτερ Μπένγιαμιν

Ποίηση επώδυνη και επουδενί πλαστή. Ο ποιητής ως μαστιγωτής του εαυτού του. Σύμφωνοι. Το βάθος αυτοαναιρείται όταν τρυπώσει η πρώτη αχτίδα του ηλίου.

«Με καμάκωναν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου και σάπιζα στη σκιά μου».

Ας σοβαρευτούμε. Εννοώ ακόμη περισσότερο. Τα «παραμύθια της έρημος» είναι ένα βιβλίο που μορφοποιεί την ύπαρξη της πορείας. Φανερώνει ένα διαλεκτικό στιγμιότυπο της διαδρομής χωρίς να πραγματεύεται το ίδιο το φτάσιμο. Σου υπόσχεται όμως πως θα το κάνει. Κι είμαι περίεργος ποιο θα είναι αυτό. Είμαι περίεργος να μάθω τι τοπίο άφιξης θα προκύψει αν ένας τόσο άψογος χειριστής της ελληνικής γλώσσας συνεχίσει να τη διαβάλλει συνειδητά προς αναζήτηση ενός συνθετικού βάθους.

«Γινόμουν άγιος και και ασκητής και μοναχός και ήμουν».


Φωτογραφία: Στέλιος Κραουνάκης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.