Δεν είναι καλό να ξεκινήσω το ταξίδι για την πόλη της Αυγής
πιστεύοντας στην αθωότητα των παλιών ανθρώπων των χωραφιών,
στην λεβεντιά, στην ομορφιά των παλιών βοσκών.
Τίποτα δεν είναι όμορφο από μόνο του.
Όλα είναι καλό να τα γνωρίζεις για να τα ξεπερνάς,
να διαλύεις τις παλιές μαγείες και να απαλλάσσεσαι από την νοσταλγία.
,

-Και τι νόημα έχουν αυτά τα ταξίδια; Και οι παλιές ιστορίες που σου λέει αυτή η γριά, είναι ο τρόπος για να ξεφεύγεις από την αλήθεια. Η ζωή τώρα είναι εδώ στις πόλεις. Απλά δεν θέλεις να το παραδεχτείς, είσαι δειλή. Αυτό είναι, είσαι δειλή.

Έτσι μου έλεγε ο φίλος μου, όχι γιατί το πίστευε, αλλά γιατί κάθε φορά που ξεκινούσα ένα τέτοιο ταξίδι, φοβόταν πως δεν θα ξαναγύριζα. Φοβόταν πως μετά θα έφευγα για κείνην την πόλη της Αυγής στην Ινδία. Θυμόταν αυτό που του είχα πει πριν από καιρό.

-Δεν είναι καλό να ξεκινήσω το ταξίδι για την πόλη της Αυγής πιστεύοντας στην αθωότητα των παλιών ανθρώπων των χωραφιών, στην λεβεντιά, στην ομορφιά των παλιών βοσκών. Τίποτα δεν είναι όμορφο από μόνο του. Όλα είναι καλό να τα γνωρίζεις για να τα ξεπερνάς, να διαλύεις τις παλιές μαγείες και να απαλλάσσεσαι από την νοσταλγία.

Το μικρό δωμάτιο, δεν ήταν δωμάτιο, ένα μικρό κελάρι ήταν με αποθηκευμένα τρόφιμα, ό,τι χρειαζόταν για να περάσει το χειμώνα μια μοναχική γυναίκα, φωτιζόταν τώρα μόνο από το φως του φεγγαριού. Στην μέση έλαμπε ένας μικρός σωρός καλαμποκιού.

-Έλα, μου είπε η Μαρία, απόψε θα κάνουμε νυχτέρι. Μαζί θα ξεκουκίσουμε το καλαμπόκι, έτσι όπως έκαναν παλιά στο χωριό. Το θυμάσαι έτσι δεν είναι;

Καθίσαμε κάτω δίπλα στον σωρό και άρχισε η Μαρία την ιστορία για το άδικο φονικό. Κι όσο πέρναγε η ώρα και ο σωρός μεγάλωνε κρυφά χώσαμε τα γυμνά μας πόδια στον κεχριμπαρένιο σωρό και κάθε τόσο έπεφταν στον κίτρινο σωρό οι σκιές των αρκούδων που περνούσαν έξω από το παράθυρο του μύλου βαριές, σιωπηλές καθώς κατηφόριζαν για τα χωράφια με τα βατόμουρα.

Το φονικό είχε γίνει στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Και όσο πιο πολλά χρόνια μεσολαβούν σε τέτοια γεγονότα, τόσο πιο παράξενες, τόσο πιο άρρωστες γίνονται οι ιστορίες. Ιστορίες που λέγονται από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά, μπορεί κάποια στιγμή η μόνη τους αλήθεια να είναι ο τόπος.

-Λένε πως ήταν γείτονες. Τα σπίτια τους δίπλα–δίπλα. Άνθρωποι νέοι. Από τρία τέσσερα παιδιά η κάθε οικογένεια… Ο ένας ο άντρας έβοσκε γουρούνια, όλη του τη ζωή χοιροβοσκός που λέμε. Ο άλλος ήταν μαραγκός, όλη την ημέρα στο εργαστήρι του εκεί λίγο πιο έξω από το χωριό κοντά στο νερόμυλο. Όλα τα τραπέζια, τα κασόνια, τα σεντούκια και τα φέρετρα αυτός τάφτιαχνε. Αυτός είχε τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Ήταν άντρας λεβέντης, όμορφος κι όλη μέρα στο εργαστήρι του ακουγόταν το τραγούδι του και το σφύριγμά του. Πολλοί τον ζήλευαν και τον φθονούσαν όχι για κάτι συγκεκριμένο αλλά να που η φύση τού τα έδωσε όλα απλόχερα. Κι ήταν και μια γυναίκα εκεί στο χωριό, που γυναίκα δεν μπορούσες να την πεις, πλάσμα παράξενο ήταν. Τα πόδια της σαν της κατσίκας, δεν είχε δάχτυλα λέγανε και τα σκέπαζε με μακριά φουστάνια, τα μάτια της ήταν στρογγυλά χωρίς τσίνορα, φοβόσουν που την έβλεπες. Αυτή όμως δεν το έβαζε κάτω, δεν κρυβόταν, τριγύρναγε όλη μέρα στο χωριό, στα χωράφια. Πήγαινε κρυφά έξω από τις πόρτες των σπιτιών και όλα τα ήξερε.

Εκείνη την μέρα είχε κατεβεί στο ποτάμι. Είδε τα γουρούνια να πλατσουρίζουν στα ρηχά του ποταμού, είδε τον γουρουνά να είναι ξαπλωμένος στον ίσκιο των δέντρων αμέριμνος. Τον πλησίασε, και να μην σου τα πολυλέω, του είπε για την γυναίκα του.

-Αχ εσύ καημένε όλη την ημέρα με τα γουρούνια και η γυναίκα σου… καλοπερνάει με τον γείτονα. Κι ήταν ικανή να πλάθει ιστορίες και τούλεγε λεπτομέρειες κι εκείνος την πίστεψε.

Ιστορίες που λέγονται από στόμα σε στόμα,
από γενιά σε γενιά, μπορεί κάποια στιγμή
η μόνη τους αλήθεια να είναι ο τόπος.

-Μην την βλέπεις έτσι αχαμνούλα που είναι, έχει τις χάρες της. Αυτή την μυρωδιά που έχει, το ξέρεις έτσι που μυρίζει σαν τριαντάφυλλο κάνει τους άντρες να λιγοθυμούν.

Κι αυτός δεν σκέφτηκε πως ο ίδιος δεν το είχε ποτέ αντιληφθεί ότι η γυναίκα του μύριζε σαν τριαντάφυλλο. Όλα τα πίστεψε και για μέρες σκεφτόταν την εκδίκηση. Ήθελε αυτόν τον μαραγκό να τον δει να διπλώνεται στα δύο, ήθελε να τον δει να κλαίει, έτσι χάνουν την ομορφιά τους, την λεβεντιά τους οι δυνατοί. Δεν θα τον σκότωνε, δεν θα σκότωνε αυτόν.

Εκείνη την άνοιξη, έτσι λένε ήταν μια άνοιξη δυνατή, ο τόπος πλάνταζε απ’ τα λουλούδια, πλάνταζε απ’ τα φορτωμένα με καρπούς δέντρα. Όλα τα ρέματα ήταν σαν μικροί ορμητικοί χείμαρροι και βούιζε ο τόπος από τα κελαρύσματα των νερών. Είχε χιονίσει πολύ εκείνον τον χειμώνα κι είχαν γεμίσει τα βουνά και τα κούφια της γης νερά, βούιζε ο τόπος από τα ζουζουνάρια και τις μέλισσες. Το παιδί του γείτονα, βλέπεις δεν σώθηκαν τα ονόματά τους, το παιδί του γείτονα, παλικαράκι 12 χρονών έβοσκε στα λιβάδια ένα μικρό κοπαδάκι αρνάκια, γεννημένα το χειμώνα. Άσπρο κι αυτό, ξανθό με γαλανά μάτια, έπαιζε και χοροπήδαγε μαζί τους κι έπαιζε φλογέρα και τραγούδαγε κι όσοι άκουγαν την φλογέρα, όσοι άκουγαν το τραγούδι του ένιωθαν αγαλλίαση κι έβγαινε από τα στήθη τους αναστεναγμός κι έλεγαν «αχ αυτή η ομορφιά» και δεν εννοούσαν μόνο την ομορφιά της φωνής του, ούτε μόνο την ομορφιά της φλογέρας, ήταν αναστεναγμός για την αγγελική του ομορφιά και είχε φόβο και λύπη αυτός ο αναστεναγμός. Αχ αλλοίμονο στην μάνα που γέννησε τόσο όμορφο αρσενικό παιδί.

Και ήταν μεσημέρι και ο ήλιος έκαιγε και ο μικρός στάλιαζε τα αρνάκια του κάτω από έναν πλάτανο εκεί σ΄ εκείνα τα χωράφια που ήταν σπαρμένα με στάρι, πράσινο ψωμωμένο που λύγιζε στο ελαφρύ αεράκι και κυμάτιζε σαν βαριά πράσινη θάλασσα. Κι ήταν τ’ αρνάκια μαζεμένα δίπλα του κι αναμασούσαν τραγανά το βοσκημένο χορτάρι κι ήταν ο ήχος του νερού δυνατός και όλα τα σκέπαζε κι ήταν κι εκείνη η γλυκιά νύστα που έπεσε στα μάτια του παιδιού κι έγειρε το χρυσό κεφάλι του στην ρίζα του πλάτανου. Κι όταν έπεσε στον τρυφερό λαιμό του το τσεκούρι του γουρουνά, τίποτα δεν ακούστηκε παρά μόνο το χχχχρρρααατς, από την φρέσκια σάρκα κάτω από το τροχισμένο λεπίδι, φωνή δεν πρόλαβε να βγάλει ο μικρός και σηκώθηκε το τσεκούρι δυό τρεις φορές ακόμα κι έκοψε τα κεφάλια των μικρών αρνιών που δεν πρόλαβαν να τρέξουν μακριά. Και είδε ο φονιάς το αίμα να τρέχει και είδε στο πρόσωπο του παιδιού κάτι σαν απορία, κάτι σαν χαμόγελο κι έφυγε και κρύφτηκε στις φυλλωσιές στο ρέμα. Και περίμενε ώρες πολλές ώσπου να μαθευτεί το φονικό στο χωριό και είδε τον πατέρα του νεκρού παιδιού, αυτόν τον όμορφο, τον δυνατό, τον εραστή της γυναίκας του να πέφτει στο χώμα, να σπαράζει κι άκουσε τις κατάρες της μάνας να καταριέται όχι μόνο τον φονιά, να καταριέται την άνοιξη, κι αυτά τα στάρια, κι αυτόν τον πλάτανο που είδαν να σκοτώνουν τον γιό της κι έμειναν δέντρα κι έμειναν στάρια και δεν πλάκωσαν το φονιά, δεν τον έπνιξαν και καταράστηκε κι αυτόν τον τόπο που είδε το τσεκούρι να πέφτει στον λαιμό του παιδιού της και κείνος δεν σείστηκε, δεν ράγισε, λάκκο ν’ ανοίξει να πάρει στα τάρταρα τον φονιά.

-Και ο φονιάς;

-Δεν τον ξαναείδε κανείς στο χωριό, μόνο κάποιοι βοσκοί που μένανε κοντά στα κοπάδια τους έλεγαν πως άκουγαν τις νύχτες εκεί στα χωράφια κάποιον να παίζει μ’ ένα μικρό παιδί.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Αθηνά Τσάκαλου
Γεννήθηκα το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία. Σπούδασα φιλολογία και ονειρεύομαι κήπους με πλούσια βλάστηση. Μου λείπει το νερό, το τρεχούμενο νερό γι' αυτό και συνεχώς το ονειρεύομαι.