Με τον Ηλία ήμασταν γείτονες, κατοικούσαμε στον ίδιο δρόμο. Εκείνος στην αρχή της Βεΐκου, κοντά στον Άη-Γιάννη, εγώ στη μέση του δρόμου, στο ύψος της Γαργαρέττας. Αναπόφευκτα τα βήματά μας διασταυρώνονταν συχνά. Μια εποχή μάλιστα, συναντιόμασταν κάθε μεσημέρι σ’ ένα μπαρ στον πεζόδρομο της Δράκου, όπου εγώ έπινα τον καφέ μου κι εκείνος το ποτό του, συνήθως βότκα με πορτοκάλι. Τις καλές μέρες συζητούσαμε -με αυτή τη σειρά- για τους αγαπημένους μας ελάσσονες ποιητές (που ο Λάγιος τους ήξερε όλους από στήθους), για τα κουτσομπολιά της συντεχνίας και για την ιδανική ενδεκάδα του Παναθηναϊκού. Τις κακές μέρες (γιατί υπήρχαν και τέτοιες) ο Ηλίας ήταν πολύ μεθυσμένος και τότε γινόταν επιθετικός, φώναζε δυνατά και χειρονομούσε κι έριχνε τα ποτήρια από το τραπέζι. Έμαθα να αναγνωρίζω αυτές τις μέρες επιβραδύνοντας απλώς το βήμα μου καθώς έστριβα στη γωνία της Δράκου. Και τότε αρνιόμουν την πρόσκλησή του να κάτσω στο τραπέζι και τον άφηνα να πνίξει τη λύπη του.

Μια τέτοια μέρα, το φθινόπωρο του 2002, πηγαίνοντας στο τυπογραφείο του Χρήστου Δάρρα για να παραδώσω τα διορθωμένα δοκίμια της συλλογής «Τραγούδια από τον Λόρκα», πέρασα από το μπαρ και βρήκα τον Λάγιο μεθυσμένο. Αρνήθηκα την πρόσκλησή του να κάτσω επικαλούμενος τη δουλειά μου στο τυπογραφείο. Ο Ηλίας ζήτησε τότε να δει τα δοκίμια του βιβλίου και, καθώς είχα μαζί μου όλες τις διορθώσεις, του άφησα μέσα σε ένα λευκό φάκελο την πρώτη διόρθωση. Πήγα στο τυπογραφείο, έκανα τη δουλειά μου, ξαναγύρισα στη γειτονιά και τον βρήκα να κάθεται στην ίδια θέση. Με δυσκολία πια κρατούσε όρθιο το κεφάλι του. Μου έτεινε τον φάκελο με τα δοκίμια και τότε είδα πως μέσα σ’ αυτή τη λίγη ώρα που είχα λείψει ο Λάγιος είχε γράψει ένα σονέτο πάνω στο φάκελο. Με την παλιομοδίτικη ορθογραφία του, με τα άψογα ελληνικά του, με την ολόσωστη μετρική του – και με όλη την αγάπη του. Το κρατώ ως πολύτιμο κειμήλιο. Και από τότε, κάθε φορά που στρίβω τη γωνία της Δράκου κι επιβραδύνω από συνήθεια το βήμα μου, με πλημμυρίζουν οι τύψεις για όλες εκείνες τις φορές που αρνήθηκα τη συντροφιά μου σ’ αυτόν τον «εκ πεποιθήσεως μελλοθάνατο», όπως τον αποκάλεσε εύστοχα ο Αρανίτσης. Σ’ αυτό τον χαρισματικό και αυτοκαταστροφικό άνθρωπο, που συμπληρώνονται κιόλας δώδεκα χρόνια από τον θάνατό του.
,

 

Ο Σωτήρης Τριβιζάς γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1960. Σπούδασε φιλολογία και δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη. Έγραψε ποιήματα, μελέτες και δοκίμια και μετέφρασε Ιταλούς και Ισπανούς ποιητές και πεζογράφους. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Πόρφυρας». Ποιητικές συλλογές: «Το κελυφος», 1982, «Κίβδηλο φεγγάρι», 1984, «Βίος ασωμάτων και άλλα ποιήματα», 1991, «Τραγούδια από τον Λόρκα», 2002, κ.ά.