Το περιβόητο ερώτημα του Χαίλντερλιν «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό;» που συχνά ―παρερμηνεύοντας― επικαλούμαστε ως μία υπενθύμιση πως τάχα η ποίηση σε ζοφερές εποχές είναι εκ του περισσού, καταρρίπτεται άμεσα στο ίδιο κιόλας ποίημα του Γερμανού ρομαντικού, το «Άρτος και Οίνος»: «Ακριβώς στα σκοτάδια της νυχτός έχει χρέος ο ποιητής, σαν ιερέας του Διονύσου που είναι, να τραγουδήσει και να μην αδρανεί» (σε μετάφραση Τάκη Παπατσώνη). Ακριβώς σε καιρούς βαρβαρότητας και πνευματικής ένδειας, δηλαδή, είναι που ο ποιητής οφείλει να δρα και να μην εφησυχάζει.

Αυτό το αιώνιο χρέος του ποιητή για εγρήγορση και την αναγκαιότητά του σε σκοτεινούς καιρούς, έρχονται να υπογραμμίσουν τα «Φύλλα του Ύπνου» του René Char» (1907-1988), το ημερολόγιο των ετών 1943-1944 ενός από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές του 20ου αιώνα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα για πρώτη φορά ολοκληρωμένο στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Πόλις, σε αντικριστή με το πρωτότυπο μετάφραση και εισαγωγή του γνωστού ποιητή και δοκιμιογράφου Θανάση Χατζόπουλου.

Ο Ρενέ Σαρ θα θητεύσει αρχικά στον υπερρεαλισμό και θα σχετιστεί με τους Μπρετόν, Αραγκόν, Ελυάρ και Κρεβέλ αλλά θα τον εγκαταλείψει γρήγορα για να ακολουθήσει από το 1934 αυτόνομη πορεία. Θα επηρεαστεί βαθιά από τους προσωκρατικούς, κυρίως από τον Ηράκλειτο, και μετά το 1955 η γνωριμία του με τον Χάιντεγκερ ―ο όποιος και θα τον αποκαλέσει «φιλόσοφο δια της ποίησης»― θα ασκήσει μεγάλη επίδραση στο έργο του. Την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, θα πάρει μέρος στη Γαλλική Αντίσταση, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Προβηγκία, με το κωδικό όνομα «Αλέξανδρος».

Η αντιστασιακή του δραστηριότητα και η έντονη πολιτικοποίησή του παίζουν καταλυτικό ρόλο στο έργο του. Οι αποσπασματικές σημειώσεις που διατηρεί από την περίοδο του πολέμου, κυρίως με τη μορφή σύντομων ποιητικών αφορισμών, θα εκδοθούν για πρώτη φορά το 1946, μετά τη λήξη του πολέμου, με τον τίτλο «Φύλλα του Ύπνου» (Feuillets d’ Hypnos) και τα οποία θα αφιερώσει στον στενό του φίλο Αλμπέρ Καμύ. Αυτά περιλαμβάνουν 237 αριθμημένες καταγραφές, που εκτείνονται από πολύ σύντομες φράσεις μέχρι και λίγο μεγαλύτερες αφηγήσεις αλλά που ζήτημα είναι αν κάποια ξεπερνάει τη μία σελίδα. Περιστατικά από τη ζωή στην αντίσταση του ίδιου και των συντρόφων του, εκτελέσεις και βασανιστήρια, κίνδυνοι και τραυματισμοί, ενέδρες και πυροβολισμοί εναλλάσσονται με αποφθεγματικές φράσεις που αφορούν την ποίηση, τη μνήμη, τον χρόνο, την αλήθεια, τη φύση, τη δράση, τη γραφή, τη φαντασία.

Τα «Φύλλα του Ύπνου» είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένας μεθοριακός σταθμός ανάμεσα στη γραφή και τη ζωή, ανάμεσα στη δράση και τον ποιητικό λόγο

Τα «Φύλλα του Ύπνου», ωστόσο, δεν είναι μονάχα οι αναμνήσεις ενός αντιστασιακού που τυγχάνει να φέρει και την ιδιότητα του συγγραφέα, ούτε απλώς οι εμβριθείς σημειώσεις ενός διανοούμενου εν καιρώ δράσης, ούτε καν η απόπειρα δημιουργίας των φιλόδοξων «Εις Εαυτόν» ενός ποιητή. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι ένας μεθοριακός σταθμός ανάμεσα στη γραφή και τη ζωή, ανάμεσα στη δράση και τον ποιητικό λόγο. Όπως σημειώνει παραστατικά ο Θανάσης Χατζόπουλος στην εισαγωγή του βιβλίου: «Είναι το γεφύρι που ρίχνει καθημερινά ο Σαρ, στα χρόνια της αντιστασιακής δράσης του, ανάμεσα στον καθημερινό εαυτό του της πρακτικής ζωής, μιας ζωής που, για εκείνη την περίοδο, κινείται σαν εκκρεμές από την όχθη της ζωής στην όχθη του θανάτου, και της πνευματικής περιπέτειας στην οποία έχει ριχτεί ήδη πριν από τον πόλεμο». Είναι μια γέφυρα που συνδέει μία καθημερινότητα στην κόψη του ξυραφιού και μία εσωτερική ζωή που δεν υπολείπεται διόλου σε ένταση. Γραφή και πραγματικότητα για τον Σαρ είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Η μία συμπορεύεται με την άλλη, η μία τροφοδοτεί την άλλη, η μία διευρύνει την κατανόηση της άλλης. Δεν αντιφάσκει απαραίτητα η δράση με τη γραφή, όσο και αν πολλές φορές η δεύτερη μοιάζει να αδυνατεί να αγγίξει την πλήρωση της πρώτης: «ο ποιητής, συντηρητής των άπειρων προσώπων του ζώντος». «Ο ποιητής δεν μπορεί να παραμένει για πολύ στη στρατόσφαιρα του Λόγου. Οφείλει να συσπειρώνεται σε νέα δάκρυα και να δίνει μεγαλύτερη ώθηση στο είδος του». «Ευεπίφορος στην υπερβολή, ο ποιητής αποτιμά σωστά μέσα στο μαρτύριο». «Ακόμα και στην επανάληψη, η πράξη είναι παρθένα».

Ένας δεύτερος ανταρτοπόλεμος διεξάγεται σε αυτές τις γραμμές, παράλληλα με αυτόν στην πρώτη γραμμή της αντίστασης, μία μάχη ανάμεσα στη ναζιστική αχρειότητα που βιώνει ο ποιητής και στην ταυτόχρονη επιβολή μίας ζωής στα στοιχειώδη. Ακριβώς μέσα σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις είναι που ξεπετάγεται πιο χειμαρρώδης από ποτέ η Ομορφιά: «Στα σκοτάδια μας δεν υπάρχει μια θέση για την Ομορφιά. Όλος ο χώρος είναι για την Ομορφιά». Μέσα στη φρίκη αυτού του πολέμου, όπου κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει την επόμενη μέρα, ο Σαρ ανακαλύπτει θύλακες μίας ζωής ουσιαστικής, ακολουθώντας μία ανάστροφη πορεία, επιστρέφοντας στις πηγές της ύπαρξης: «Αν πιστέψουμε το υπέδαφος του χορταριού, όπου απόψε τραγουδούσε ένα ζευγάρι γρύλων, η πριν από τη γέννηση ζωή θα ήταν πολύ γλυκιά». Επιστρέφει στα πράγματα και σε μία ζωή αποφλοιωμένη και δομημένη στα ουσιώδη: «Ο λαός των αγρών με μαγεύει. Την εύθραυστη, και χωρίς δηλητήριο, ομορφιά του δεν με κουράζει να την αφηγούμαι στον εαυτό μου». Μπροστά στην παγωμένη ανάσα του θανάτου, η ζωή γίνεται πιο κρυστάλλινη, πιο διαυγής: «Να που τώρα προσεγγίζουμε το δευτερόλεπτο όπου ο θάνατος είναι ο πιο βίαιος και η ζωή η καλύτερα καθορισμένη». Αλλά τι χρεία έχει η γραφή; Γιατί δεν του αρκεί το θάμβος της απλότητας και οι αρχετυπικές αλήθειες που ανακαλύπτει; Ο ίδιος ομολογεί: «Ανάγκη να ελέγξω το προφανές, να του δώσω υπόσταση». Θέλει να διατηρήσει τη «φωνή από μελάνι» του, όπως την αποκαλεί, με κάθε τρόπο.

Η συμπυκνωμένη ποιητική δύναμη και η παρρησία των αφορισμών του αφοπλίζουν. Οι κακουχίες του πολέμου αποδίδονται με έναν αποστασιοποιημένο τόνο, δίχως να καταφεύγει σε φτηνούς συναισθηματισμούς ή ηθικολογίες. Εμπρηστικές και τολμηρές κάποιες από τις αποφάνσεις του, προκαλούν σπινθήρες μίας οξυδερκούς  παρατήρησης, θυμίζοντας πύρινες ριπές που διατρέχουν μία παγωμένη έκταση. Οι φλογεροί και ψυχροί τόνοι εναλλάσσονται σε μία σύνθεση των αντιθέτων που παραπέμπει ξεκάθαρα στην Ηρακλείτεια φιλοσοφία, το σημείο όπου εφάπτονται και δένουν αρμονικά αντίρροπες δυνάμεις: «Οι στάχτες του ψύχους βρίσκονται μέσα στη φωτιά που ψάλλει την άρνηση» καταθέτει.

Η διορατικότητα των αινιγματικών προρρήσεών του εντυπωσιάζει. Στα 237 μετα-αποκαλυπτικά χωρία του, ο Σαρ διείδε αυτό που ερχόταν. Το αρχαιοελληνικό Hypnos του πρωτότυπου τίτλου δεν αποτελεί απλώς το μυθολογικό παρωνύμιο του συγγραφέα αλλά χαρίζει και κάτι από αύρα χρησμού και αρχαίου ιερατείου στον ούτως ή άλλως απόκρυφο χαρακτήρα των περισσότερων αφορισμών του ενώ παραπέμπει και στον λήθαργο που θεωρεί ο συγγραφέας πως έχει πέσει η ανθρωπότητα και ο πολιτισμός. Ο προφητικός χαρακτήρας της ποίησης του Σαρ ήταν εμφανής, ήδη από τις πρώτες του συλλογές.  Στα «Αγωνιστικά ποιήματα» του 1932 γράφει: «Αύριο θα αρχίσουν τα ποιητικά έργα, θα προηγηθεί ο κύκλος του εθελουσίου θανάτου, η βασιλεία του σκότους βύθισε τη λογική, το διαμάντι στο ορυχείο». Στα «Φύλλα του Ύπνου» προαναγγέλλει με ανατριχιαστική ακρίβεια τη μοίρα του ίδιου και των συντρόφων του, των ανθρώπων που αγωνίστηκαν για κάποια ιδανικά και αργότερα, όταν θα υποχωρήσει η πλημμυρίδα των ημερών, θα παραγκωνιστούν. «Αργότερα θα μοιάζουμε μ’ εκείνους τους κρατήρες που τα ηφαίστεια δεν τους επισκέπτονται πια και όπου το χόρτο κιτρινίζει στο βλαστάρι του;» αναρωτιέται. Αλλά και τη διχόνοια και τη διαμάχη για την εξουσία που παραφυλάει να εισβάλλει στο τέλος κάθε τέτοιου τιτάνιου αγώνα, όταν ο σκοπός που τους είχε ενώσει όλους απέναντι στον κοινό εχθρό παύει να υφίσταται: «Προαισθάνομαι πως η άνετη ομοφωνία, η βουλιμία για δικαιοσύνη δεν θα έχουν παρά μια εφήμερη διάρκεια, αμέσως μόλις αποσυρθεί ο δεσμός που μας έδενε στον αγώνα μας».

Ο άνθρωπος, με βήμα υπνοβάτη, προχωράει προς τις φονικές νάρκες, οδηγούμενος από το τραγούδι των εφευρετών

Από το σημείο όπου βρίσκεται ο Σαρ, στο μάτι του κυκλώνα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, διαβλέπει, επίσης, όλη την επερχόμενη φρικαλεότητα, την ανθρώπινη έκπτωση, το ατελέσφορο της αλματώδους τεχνολογικής ανάπτυξης, την κατακρήμνιση των ανθρωπιστικών αξιών, τη φενάκη της προόδου. Στοχάζεται πάνω στις πιο ερεβώδεις πλευρές του ανθρώπινου πολιτισμού: «Το πνεύμα του ανθρώπου, που σκέφτεται ότι έχει ανακαλύψει τις κατηγορηματικές αλήθειες, προσαρμόζει τις αλήθειες που σκοτώνουν σε αλήθειες που επιτρέπουν τον φόνο». «Θα έρθει ο καιρός που τα έθνη στο κουτσό του σύμπαντος θα εξαρτώνται τόσο στενά τα μεν από τα δε όσο τα όργανα ενός και του αυτού σώματος, αλληλέγγυα στην οικονομία του. Ο εγκέφαλος, που ξεχειλίζει από μηχανές, θα μπορεί άραγε ακόμα να εγγυάται την ύπαρξη και του ελάχιστου ρυακιού ονείρου και απόδρασης; Ο άνθρωπος, με βήμα υπνοβάτη, προχωράει προς τις φονικές νάρκες, οδηγούμενος από το τραγούδι των εφευρετών…». «Πρέπει να αγαπάμε πολύ τον εαυτό μας, κι αυτή τη φορά ακόμα περισσότερο, να αναπνέουμε πιο δυνατά από τα πνευμόνια του δήμιου».

Απαιτείται, ωστόσο, γενναιότητα, ειλικρίνεια και αποτίναξη πλήθους ιδεολογικών αγκυλώσεων για να αποδεχτεί κανείς όλες αυτές τις διαχρονικές αλήθειες και το είδος της «στράτευσης» που ευαγγελίζεται ο Σαρ. Ο Θανάσης Χατζόπουλος επισημαίνει στην εισαγωγή του: «πόσες κοινωνικές και  ιδεολογικές κατασκευές χρειάζεται να παραμερίσει κανείς για να οδηγηθεί σε αυτή την απογύμνωση, που αποκτά διαστάσεις μιας πάλης σχεδόν ακριτικής». Πόσοι ποιητές με καταφανή πολιτική σκόπευση στα καθ’ ημάς, αναρωτιόμαστε εμείς, δεν θα αποκήρυσσαν άραγε τα πλέον στρατευμένα ποιήματά τους, αν μπορούσαν να ενστερνιστούν όσα με τόλμη δηλώνονται σε αυτές τις σελίδες; Η ποίηση είναι εξ ορισμού «στρατευμένη» και μία πράξη αντίστασης στην υπηρεσία της αλήθειας και κάθε άλλη στόχευση που επιχειρεί να της φορέσει κανείς μοιάζει αχρείαστη, αν όχι ύποπτη.

Ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε να κάνουμε στην έξοχη μετάφραση του Θανάση Χατζόπουλου. Αν έχουμε τη χαρά σήμερα να ερχόμαστε σε επαφή με τη φρεσκάδα και τον βαθύ στοχασμό των σημειώσεων του Σαρ στα ελληνικά, το χρωστάμε σε αυτήν την επιδέξια μεταφραστική δουλειά. Ο Σαρ είναι αρκετά δυσπρόσιτος και σκοτεινός, οι αναπάντεχοι συνειρμοί και η ελλειπτικότητα που τον διακρίνει, δυσχεραίνουν το έργο της μετάφρασης. Ο Χατζόπουλος καταφέρνει να αποδώσει το αποφθεγματικό και γριφώδες ύφος από τη μια και τους λυρικούς χυμούς της γλώσσας του από την άλλη, διατηρώντας σε σημεία την εκλεπτυσμένη έκφρασή του, αλλά δίχως να παλινωδεί εξαιτίας των απότομων μεταπτώσεων θερμοκρασίας στη γραφή του.

 «Να υποψιάζεσαι. Ακούραστε ποιητή!» έγραφε ο Σαρ στα πρώτα του ποιήματα, πριν τα χρόνια της αντιστασιακής του δράσης. Ο ποιητής πρέπει να είναι πάντα σε ετοιμότητα. Σε αντίθεση με τον μυθολογικό θεό του τίτλου τους, τα «Φύλλα του Ύπνου» καλούν σε εγρήγορση. «Να θεραπεύεις τον άρτο. Να παραθέτεις τον οίνο»: Να ασκείσαι στη δράση, μας λέει, όσο και στο πνεύμα, σε ένα αξεδιάλυτο σύμπλεγμα. «Ο καρπός είναι τυφλός. Το δέντρο βλέπει»: Το ποίημα βαδίζει στα τυφλά, η ποίηση όμως ξέρει που στοχεύει. «Έχουμε ενωθεί μια για πάντα ενώπιον του ουσιώδους»: Ο ποιητής οφείλει να «στρατεύεται» στην υπηρεσία της τέχνης και της αλήθειας για τον άνθρωπο και τη ζωή, στοχεύοντας σε μία ποίηση ουσίας και επιτρέποντας, στην πιο ιδανική συνθήκη, να αγγίξει κανείς το κουκούτσι της ύπαρξης, απογυμνωμένο από τη σάρκα της έλλογης αυταπάτης.

 

Φύλλα του Ύπνου, René Char
εισαγωγή-μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος
δίγλωσση έκδοση, Πόλις, 2017.

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ειρήνη Γιαννάκη

Η Ειρήνη Γιαννάκη γεννήθηκε στην Κεφαλονιά το 1979. Σπούδασε Βιβλιοθηκονομία. Κείμενά της και βιβλιοκριτικές έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και στο διαδίκτυο. Έχει επιμεληθεί δύο ποιητικές συλλογές.