Tο κείμενο γράφτηκε ακολουθώντας πιστά τους μελωδικούς σπασμούς του βαλς του Scriabin, op. 38, παιγμένο από τον Vladimir Sofronitsky, και διαβάζεται σε αργό ρυθμό παράλληλα με το άκουσμα της σύνθεσης.


 


δεν ξέρω αν μ’ ακούς εκεί που βρίσκεσαι, σκριάμπιν μου, αν και αφού σ’ ακούω εγώ δε γίνεται να μη μ’ ακούς κι εσύ οπότε ουρανός γιατί εγώ σε αγαπώ κι ας σε αποκαλούν όλοι τρελό ομολογώ, σκριαμπινάκο μου, πως σε φοβάμαι λίγο όταν έρχεσαι μέσα στη νύχτα και εισβάλλει η μουσική σου από τις ρωγμές των τοίχων και μου τυλίγεται η μυστική χορδή σου στο λαιμό ΛΟΙΠΟΝ σε καθιστώ υπεύθυνο για τη ζωή μου από δω και πέρα κάθαρμα σε ντο ελάσσονα έχεις αναπτήρα ΌΛΟ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΒΙΩΘΗΚΑΝ στις έξι δεν καταλαβαίνω ΦΥΓΕ και πολύ τον χρωματικό σου κύκλο και κίτρινο και ροζ αλλά μπορώ και βλέπω ΜΗΝ ΜΕ ΑΚΟΥΜΠΑΣ όλα χρωματιστά ΣΟΥ αστεράκια ΧΑΔΙ χωρίς την ψύχα του φιλτράκια [..] πού να φτουρίσουν οι καριέρες για τόσους πολλούς φιλόδοξους [..] είσαι ο μεγαλύτερος νάρκισσος που έχω γνωρίσει, σκριαμπινάκο μου, πείνασα τα εγκόσμια ΦΑΚΕΣ με ληγμένο ξύδι όταν πηδάει ο λαθρεπιβάτης απ’ το τραίνο ΣΚΑΣΕ ιδιοφυές σκουπίδι που με διώχνεις απ’ τον κόσμο ΙΜΑΛΑΙΑ με ποιο δικαίωμα θες να με ξεκάνεις; ΦΥΓΕ είσαι άρρωστος, φίλε μου η πατρίδα μου τα μαύρα πάθη του Σκαλκώτα και δε λέω, η τέχνη είναι χρήσιμη στη ζωή μα η ζωή είναι πιο χρήσιμη για την τέχνη αλλά κι εσύ ήθελες να καταστρέψεις τον κόσμο πάνω στα Ιμαλάια το τρέμουλο ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ στην δεξιά μου γάμπα σοκ ΕΣΥ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙΣ όπως τους αντιλαμβάνομαι εγώ ΟΧΙ ΕΥΓΕΝΕΙΕΣ ΤΩΡΑ ως του βάμβακος ο μηδενιστικός ο λυρισμός σου τάχα μου τάχα μου για μία σύνθεση εφτά ημερών ανήμερων ΕΛΕΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΕ που μαύρη η ώρα η κωλόπετρα [?????????] για μπάνιο άλλαζες τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα του Αλονζαφάν ΑΝΑΣΤΑΣΗ αυτί ίδιο ηχείο ίδια μυρμηγκοφωλιά [____ζ] βάφει τα νύχια του με γουρουνολάσπη τούτο το βαλς ΩΣ ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ στην πρώτη σελίδα που υποσχότανε κάποτε παντοτινή αγάπη αλλά είναι για πούλημα τώρα στα παλαιοβιβλιοπωλεία αφού τίποτα δεν κρατάει ποτέ του ΌΜΩΣ ΕΓΩ ΣΕ ΠΙΣΤΕΥΩ απομακρύνσου τώρα απ’ το πιάνο του Πλωτίνου [..] παρτιτούρα στα ούλα σου ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ περιστρέφομαι ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΥΠΟΣΤΡΩΜΑ στριφογυρίζω πενηντατριών ζαλίζομαι σελίδων σαν τρακάρισμα ασθενοφόρου που κουβαλά το πιάνο σου υποταγή, σαλαλαλα λαλά σκριαμπινάκο μου, κι όλα αυτά με γονατίζεις για να καταλάβεις πόσο πραγματικά ρεζίλι μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος χωρίς να το μετανιώνει ποτέ του ΜΕΤΩΠΟ [..] αν το φιλί σονάτα της μεταμόρφωσης ο βιοπαλαιστής ΠΑΤΟΥΣΑ ΜΕ ΠΑΤΟΥΣΑ αριστερό όπως ακτή ξεχνάς στην άβυσσο τον ελληνικό και χύνεται το ΤΕΛΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ο κάμπος ΝΙΤΣΕ που κυλιέται στο υγρό γρασίδι ΧΕΣΤΗ και το πράσινο της πλατείας Βικτωρίας πάνιασε κι απ’ τα μεγάφωνα φώναζε η κοπέλα ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ το μπάσκετ ρήμαξε σαν τράνταγμα στα δάχτυλα το κάταγμα άνευ αποδοχών ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙΣ ωχ Ορφέα μου, η στέπα θέλει δύο πι; ΥΠΑΝΘΡΩΠΕ του έαρος η πτώση στο μουράγιο της αγκαλιάς μου άκου λοιπόν η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΘΑ ΞΕΧΕΙΛΩΝΕΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ το λάστιχο από το βρακάκι της νύχτας ∇

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.