17.10.18

Η νύχτα της αρέσει. Το φεγγάρι που μόλις πριν λίγο ανέτειλε την έκανε να μουρμουρίσει:
– Το είχα ξεχάσει πως το φεγγάρι μπορεί να είναι τόσο μεγάλο όταν ανατέλλει.

Στέκεται όρθια μπροστά στο ξύλινο παράθυρο του παλιού σηροτροφείου. Δεν ανοίγει. Είναι φτιαγμένο έτσι που να μην ανοίγει. Οι συνθήκες στους χώρους που εκτρέφονται μεταξοσκώληκες πρέπει να είναι αυστηρά ελεγχόμενες. Ένας κρύος και ξηρός αέρας μπορεί απότομα να διαταράξει την υγρασία και σε λίγες ώρες οι μεταξοσκώληκες να στεγνώσουν, να εξαερωθούν, μόνο κάτι μικρά πράσινα στίγματα να μείνουν πάνω στα απλωμένα στις κρεβατίνες φύλλα της μουριάς, εκείνη προτιμάει να λέει τις κρεβατίνες κρεβάτια. Η νύχτα έξω είναι χωρίς ήχους, τουλάχιστον εκείνη την στιγμή. Το μόνο που ακούγεται είναι το ασταμάτητο μασούλημα από τους μεταξοσκώληκες. Βρισκόντουσαν πια στην πέμπτη ηλικία και την επόμενη μέρα θα αναζητούσαν κλάδωμα για να αρχίσουν να πλέκουν το κουκούλι. Στην αρχή αντιπάθησε αυτές τις μικρές πράσινες κάμπιες που έτρωγαν ακατάπαυστα. Δεν ξέρει αν υπάρχει άλλο πλάσμα στην γη που να τρώει με τέτοια μανία. Ύστερα παρατήρησε τα μικρά στόματα να ανοίγουν με τρελό τρόπο, αλλά απόλυτα ρυθμικά και χαμογέλασε.
-Πολεμούν με όλο τους το είναι για να ξεφύγουν απ’ αυτό το μικρό σκουλικίσιο σώμα. Τρώνε με πάθος γιατί ονειρεύονται την μεταμόρφωση.

Μέσα στο φως του φεγγαριού είδε τις ψηλές πυκνόφυλλες μουριές να λυγίζουν απότομα κι άκουσε τον αέρα να πιέζει με δύναμη το παλιό ξύλινο κτίριο και τα ξύλα έτριξαν κι ακούστηκε από μακριά ένας ήχος βαθύς σαν καράβι που σφυρίζει στο λιμάνι.
-Παλιός ήχος του μυαλού μου, είπε. Εδώ δεν υπάρχει θάλασσα, δεν υπάρχει λιμάνι. Δεν μου αρέσουν πια οι αποβάθρες των λιμανιών. Όχι δεν λυπάμαι για τίποτα, δεν μετανιώνω για κάτι, απλά έρχεται μια στιγμή που κάποιοι κύκλοι κλείνουν.

Πριν από δύο μήνες χαιρέτισε στο αεροδρόμιο τον γιο της. Παρακολούθησε το αεροπλάνο να απογειώνεται.
-Στην Σουηδία λοιπόν, σκέφτηκε.
Ένα χρόνο ανεργίας ύστερα από το κλείσιμο της εταιρείας που δούλευε ως χημικός τροφίμων ο γιος της έφευγε κι αυτός για δουλειά στο εξωτερικό.
-Στην Σουηδία και όχι όπως αρχικά είχε σκεφτεί στην Γερμανία, είπε και πάλι χαμογέλασε.
Σαν χαμόγελο νίκης έμοιαζε.
-Ποιόν νίκησα; Τίποτα, τίποτα κάποιες φορές σε κάποιους ανθρώπους τέτοια συναισθήματα είναι οι σπίθες που μπορούν να ξυπνήσουν μέσα τους διαθέσεις πολέμου, διαθέσεις εκδίκησης.

Τίποτα απ’ αυτά δεν σκεφτόταν εκείνη, το χαμόγελό της ήταν ένας μαγικός χαιρετισμός σε μια πλεξούδα ξανθά μαλλιά που χρόνια ήταν ακουμπισμένη στην πέτρινη μάντρα του νεκροταφείου στο ορεινό χωριό της. Ήταν εκεί στους ήλιους του καλοκαιριού, στα χιόνια του χειμώνα και ύστερα σιγά-σιγά οι βροχές έλυσαν την βαριά ξανθή πλεξούδα και τα μαλλιά χάθηκαν στα ανοίγματα της πέτρινης μάντρας. Για αυτήν την ξανθή πλεξούδα χαμογελούσε, για αυτήν την πλεξούδα που ανήκε στην αδελφή της μάνας της, που το 1943 την σκότωσαν οι Γερμανοί όταν ένα απόγευμα κατέβηκε μαζί με άλλους στο καμένο χωριό για να πάρει κάποια κρυμμένα στην αυλή τρόφιμα για τα παιδιά της. Παράξενες μνήμες, αταίριαστες σε τούτη την πόλη που ζει εδώ και πολλά χρόνια. Την είχε δει την ξανθιά πλεξούδα. Παράξενες χαρές αλλά ναι, χαμογελούσε, καθώς το αεροπλάνο χανόταν στον ορίζοντα.

Κι ύστερα μερικές μέρες μετά έκλεισε το μαγαζάκι με τα ρούχα, δεν πήγαινε πια, η κρίση το είχε ρημάξει, το έκλεισε και είπε:
-Δεν θα καθίσω εγώ να ζήσω στην πόλη αυτήν την καινούργια κατάσταση, θα φύγω, θα φύγω.

Και όταν έλεγε κατάσταση δεν εννοούσε τόσο την έλλειψη χρημάτων, είχε κι έναν άντρα, καπετάνιος ήταν, εκείνη τον έλεγε ταξιδιώτη. Και όσοι πολύ ταξιδεύουν μετά δεν ξέρουν να αγαπούν, δεν μπορούν να αγαπούν. Όλα μέσα τους είναι σαν τα τοπία που τρέχουν από τα παράθυρα των τρένων σαν τις στεριές που βλέπεις από τα καταστρώματα των καραβιών. Για κανένα τέτοιο τοπίο δεν θα νιώσεις πάθος, εκείνη την στιγμή θα πεις τι ωραίο κι αμέσως άλλο τοπίο θα έχεις στα μάτια σου. Αυτά τα τοπία των ταξιδιών δεν τα νοσταλγούμε. Όποια πόλη έχουμε ζήσει για λίγο δεν μας πονάει σαν ανάμνηση. Και ο άντρας της ταξίδευε, ταξίδευε όλο και πιο πολύ.

Κι έφυγε από την πόλη. Κι όσο ανέβαινε προς τα βόρεια της χώρας μια διάθεση παιχνιδιού την κυρίευε. Δεν το μονολογούσε αλλά στον ίσκιο του μυαλού της ένα μικρό κορίτσι χοροπήδαγε και σαν να τραγουδούσε. Αρκετά, αρκετά τα πήρα όλα στα σοβαρά. Τώρα μπορώ να αφεθώ, τώρα μπορώ να παίξω. Δεν ήξερε τι ακριβώς εννοούσε αυτό το τραγούδι, ούτε και θα καθόταν να το αναλύσει.

Κι έπλεξαν οι μεταξοσκώληκες τα άσπρα κουκούλια και γέμισαν τις κλάρες και την τρίτη μέρα έπρεπε ν’ ανάψει τους φούρνους και να ρίξει εκεί τα κουκούλια να πεθάνει η χρυσαλίδα προτού προλάβει κι αρχίσει να αναζητά την έξοδο γιατί τότε το κουκούλι θα αχρηστευόταν .
– Πρόσεξε της είπε ο ιδιοκτήτης, πρόσεξε την τρίτη μέρα.

Κι αυτή περίμενε την τρίτη μέρα και ήρθε η τρίτη μέρα κι άκουσε το χρίτσι-χρίτσι των χρυσαλίδων και συγκινήθηκε. Τους φούρνους δεν τους άναψε και γέμισε το κτίριο από τον ήχο της γέννησης και γέμισε το κτίριο από μικρές άσπρες πεταλούδες κι άνοιξε την μεγάλη πόρτα κι έξω ο ήλιος του Μάη ήταν ξανθός, υπέροχος κι έτρεξε ανάμεσα στις παχύφυλλες μουριές και οι πεταλούδες άσπρο σύννεφο γύρω της και πάνω της.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ