«EAST COKER»
του T
. S. Eliot

 

ΑΠΟ ΤΑ
ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ


Μετάφραση-Σχόλια
Ζ. Δ. Αϊναλής

 



I

Στην αρχή μου είναι το τέλος μου.1 Ο ένας μετά τον άλλον
Οι Οίκοι ακμάζουν και φθίνουν, καταρρέουν, επεκτείνονται
Μετοικούν, καταστρέφονται, αναστυλώνονται ή στη θέση τους
Στέκει τώρα κάποιο χωράφι ή ένα εργοστάσιο ή κάποιος παρακαμπτήριος.
Παλιά πέτρα σε κτίσμα καινούργιο, ξυλεία παλιά σε καινούργιες φωτιές,
Φωτιές παλιές σε στάχτες και στάχτες στη γη
Που είναι κιόλας σάρκα και τρίχωμα, κόπρανα
Οστά ανθρώπων και ζώων, αραποσίτια και φύλλα.
Οι Οίκοι ζουν και πεθαίνουν: καιρός του κτίζειν
Και καιρός του ζειν και καιρός του τεκείν2
Και καιρός να σπάσει ο άνεμος τα λασκαρισμένα τζάμια των παραθύρων
Και να τραντάξει την ξύλινη επένδυση όπου σεργιανίζουν οι αρουραίοι
Και να τραντάξει την κουρελιασμένη ταπισερί πλεγμένη
Με το υφάδι μιας σιωπηλής προτροπής.3

Στην αρχή μου είναι το τέλος μου. Τώρα το φως πέφτει
Κατά μήκος του χωραφιού, αφήνοντας το βαθύ μονοπάτι
Φραγμένο με κλαδιά, σκοτεινιάζει νυχτώνοντας,
Όπου ακουμπάς σε κάποιον σωρό καθώς ένα φορτηγάκι περνά
Και το βαθύ μονοπάτι επιμένει στην κατεύθυνση
Του χωριού, μες στην ηλεκτρική ζέστη
Υπνωτισμένο. Σε μια θαλπερή ομίχλη το πνιγηρό φως
Απορροφάται, δεν διαθλάται, από την γκρίζα πέτρα.
Οι ντάλιες κοιμούνται σε μιαν άδεια σιωπή.
Περίμενε την πρώτη κουκουβάγια.4

                          Σ’ αυτό το χωράφι
Αν δεν πλησιάσεις πολύ, αν δεν πλησιάσεις πολύ,
Ώρα μεσάνυκτα μιας θερινής νυκτός,5 μπορείς ν’ ακούσεις τη μουσική
Του ασθενικού αυλού και του μικρού ταμπούρλου
Και θα δεις να χορεύουν ολόγυρα από τη φωτιά
Η ένωση ανδρός και γυναικός
Εις χορόν, ήτοι ελθόντων εις γάμου κοινωνίαν –
Μυστηρίου τινός ιερού και αξιοπρεπούς.
Δύο και δύο, απαρέγκλιτος συζυγία
Ο εις τον άλλον κρατούντες από του καρπού ή της χειρός
Ήτοι δηλούται ομονοίαν.6 Γύρω ολόγυρα από τη φωτιά
Πηδώντας μέσα από τις φλόγες ή σμίγοντας σε κύκλο,
Με χωριάτικη επισημότητα ή χωριάτικα γέλια,
Ανασηκώνοντας πόδια βαριά σε ξυλοπάπουτσα,
Γήινα πόδια, πήλινα πόδια υψωμένα από την ευθυμία της υπαίθρου
Την ευθυμία όσων χρόνια τώρα βρίσκονται κάτω απ’ τη γη
Τρέφοντας τ’ αραποσίτια. Καταγράφοντας τον καιρό που περνά,
Κρατώντας τον ρυθμό στον χορό τους
Όπως έκαναν όσο ζούσαν τις ζωντανές εποχές
Τον καιρό των εποχών και των αστερισμών
Τον καιρό του αρμέγματος και τον καιρό του θερισμού
Τον καιρό του σμιξίματος του άνδρα και της γυναίκας
Και των κτηνών.7 Τα πόδια πετώντας και πέφτοντας.
Τρώγοντας και πίνοντας. Σβουνιά και θάνατος.

                   Η αυγή προβάλλει κι άλλη μια μέρα
Προμηνύεται σιωπηλή και ζεστή. Πέρα στη θάλασσα ο ορθρινός άνεμος
Γλιστρά ρυτιδιάζοντας. Είμαι εδώ
Ή εκεί, ή αλλού. Στην αρχή μου.

II

Τι κάνει ο προχωρημένος Νοέμβρης
Με την αναμπουμπούλα της άνοιξης
Και τα πλάσματα της καλοκαιριάτικης ζέστης
Και τις χιονονιφάδες που συσπώνται κάτω απ’ τα πέλματα
Και τις δεντρομολόχες που στοχεύουν ψηλά
Καμπουριάζοντας κόκκινα μέσα στο γκρίζο
Τα τελευταία ρόδα καλυμμένα απ’ το πρώιμο χιόνι;
Ένας κεραυνός κατρακυλώντας σπρωγμένος απ’ τα μετακινούμενα άστρα
Μιμείται θριαμβικά αυτοκίνητα
Παρατεταγμένα στους πολέμους που συρρέουν
Ο Σκορπιός πολεμάει τον Ήλιο
Μέχρις ότου να γκρεμιστούν ο Ήλιος και η Σελήνη
Κομήτες θρηνούν και μετεωρίτες πετούν
Κυνηγούν τους ουρανούς και τις πεδιάδες
Στροφοδινούμενοι σε στροβίλους που θα ρίξουν
Τον κόσμο σ’ εκείνη την καταστροφική φωτιά
Που καίει ακόμα πριν από την εποχή των παγετώνων.8

Ήταν κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης – όχι πολύ ικανοποιητικός:
Η περιφραστική σπουδή ενός παρωχημένου ποιητικού τρόπου
Που σε παρατά μαρμαρωμένο από την ανυπόφορη πάλη
Με τις λέξεις και τα νοήματα. Η ποίηση δεν έχει σημασία.
Δεν ήταν (για να ξεκινήσω ξανά) ότι θα περίμενε κανείς.
Ποια είναι λοιπόν η αξία της πολυαναμενόμενης,
Της πολυπόθητης ειρήνης, της φθινοπωρινής γαλήνης
Και της σοφίας που ‘ρχεται με τα χρόνια; Μας εξαπάτησαν
Ή εξαπάτησαν τους εαυτούς τους οι υποτονθορύζοντες πρεσβύτες,
Κληροδοτώντας μας, μόλις και μετά βίας, μια απόδειξη για την απάτη;
Η γαλήνη, ένας ηθελημένος λήθαργος,
Η σοφία, η γνώση μυστικών νεκρών
Άχρηστων στο σκοτάδι μες στο οποίο κρυφοκοιτούν
Ή απ’ το οποίο τώρα αποστρέφουν τα μάτια τους. Υπάρχει, νομίζουμε,
Το πολύ-πολύ, μόνο μια περιορισμένη αξία
Στη γνώση που εκπηγάζει από την εμπειρία.
Η γνώση χαράσσει ένα σχέδιο και το παραχαράσσει
Ότι το σχέδιο είναι κάθε στιγμή καινούργιο
Και κάθε στιγμή είναι μια καινούργια και συγκλονιστική
Αποτίμηση όλων όσων έχουμε υπάρξει. Το μόνο που πια δεν μας εξαπατά
Είναι ό,τι, εξαπατώντας μας, δεν μπορεί πια να μας βλάψει.
Στη μέση, όχι απλά μεσοστρατίς,9
Όλου του δρόμου, σ’ ένα κατασκότεινο δάσος, μες στα βάτα
Στην άκρη μιας σκοτεινής μονιάς, όπου δεν βρίσκει το πόδι να πατήσει
Κυκλωμένοι από τέρατα, παράξενα φώτα,
Ρισκάροντας τη μαγγανεία. Μην μ’ αφήσεις ν’ ακούσω
Τη σοφία των γερόντων, μόνο την τρέλα τους
Τον φόβο τους για τον φόβο και τη φρενίτιδα, τον φόβο τους για την καταληψία,
Τον φόβο του ν’ ανήκουν σε κάποιον άλλον ή στους άλλους ή στον ίδιο τον Θεό.
Η μόνη γνώση στην οποία μπορούμε να προσβλέπουμε
Είναι η γνώση της ταπεινότητας: η ταπεινότητα είναι αέναη.

Τα σπίτια τα πήρε όλα η θάλασσα.

Τους χορευτές τους κατάπιε ο λόφος.

III

Το σκότος το σκότος το σκότος. Όλα κυλάνε στο σκότος,
Τα κενά αστρικά διαστήματα, το κενό εντός του κενού,
Οι καπετάνιοι, τραπεζίτες έμπορες, πολλά υποσχόμενοι άνθρωποι των γραμμάτων,
Μαικήνες γενναιόδωροι, πολιτευτές κι ηγέτες,
Διακεκριμένοι κρατικοί θεράποντες, καρεκλοκένταυροι
Βιομήχανοι εξέχοντες και ταπεινοί συμβασιούχοι, όλοι κυλάνε στο σκότος
Και σκότος ο Ήλιος και η Σελήνη, και το χρυσό βιβλίο της Γκότα10
Κι η Εφημερίς του Επενδυτή, των Διευθυντών το Διευθυντήριο,
Και μαρμαρωμένο το νόημα και χαμένο το κίνητρο της δράσης.
Κι όλοι βουλιάζουμε μαζί τους, μες τη βωβή πομπή,
Πομπή του κανενός κηδεία, αφού κανένας δεν υπάρχει για να θάψεις.
Είπα στην ψυχή μου, ακίνητη στάσου, κι άσε το σκοτάδι να ‘ρθει εντός σου
Ότι το σκοτάδι θα ‘ναι του Θεού το σκοτάδι. Καθώς που στο θέατρο
Τα φώτα ψυχορραγούν για ν’ αλλαχτεί το σκηνικό
Μ’ ένα υπόκωφο βουητό φτερών, με μια κίνηση απ’ το σκοτάδι στο σκοτάδι
Και ξέρουμε που τα δέντρα κι οι λόφοι, το μακρυσμένο πανόραμα
Κι οι επιβλητικές προσόψεις προπετείς, όλα σαρώνονται –
Ή καθώς που το μετρό στη σήραγγα σκαλώνει ανάμεσα στις στάσεις
Κι οι συζητήσεις θάλλουν κι έπειτα αργά μες στη σιωπή να ξεθωριάζουν
Και βλέπεις πίσ’ από κάθε πρόσωπο το κενό να βαθαίνει
Μην αφήνοντας πίσω του παρά κείνον τον αύξοντα τρόμο του να μην έχεις τίποτα να σκεφτείς·
Ή όταν υπό την επήρεια του αιθέρα ο νους μένει συνειδητός αλλά γεμάτος τίποτα –
Είπα στην ψυχή μου, ακίνητη στάσου, και πρόσμενε δίχως ελπίδα
Ότι η ελπίδα θα ‘ναι του λάθος πράγματος η ελπίδα· πρόσμενε δίχως αγάπη
Ότι η αγάπη θα ‘ναι του λάθος πράγματος η αγάπη· νυνί δε μένει πίστις
Πίστις, ελπίς, αγάπη, είναι όμως κι οι τρεις στο περίμενε.11
Πρόσμενε δίχως σκέψη, ότι δεν είσ’ έτοιμος ακόμη για σκέψη:
Ώστε εγένετω φως το σκοτάδι, και χορός η αδράνεια.
Νερά καθάρια ψίθυρος και κεραυνός χειμώνας.
Τ’ άγριο θυμάρι αθέατο κι η αγριοφραουλιά,
Ο γέλωτας στον κήπο που ν’ αντηχώντας έκσταση
Όχι χαμένη μόνο, χρήζοντας, σημαίνοντας την αγωνία
Του Θανάτου και της Γέννησης.

                                      Επαναλαμβάνω λες
Κάτι που ήδη είπα. Ε, θα το ξαναπώ λοιπόν.
Να το ξαναπώ; Αν θες να φτάσεις εκεί,
Να φτάσεις εκεί όπου είσαι, να φύγεις απ’ όπου δεν είσαι,
        Πρέπει να διέλθεις έναν δρόμο που δεν ξέρει από έκσταση.
Αν θες να φτάσεις σ’ αυτό που δεν ξέρεις
        Πρέπει να διέλθεις έναν δρόμο που θα ‘ναι της άγνοιας.
Αν θες να φτάσεις σ’ εκείνο που δεν κατέχεις
        Πρέπει να διέλθεις έναν δρόμο ακτημοσύνης.
Αν θες κάποτε να φτάσεις σ’ αυτό που τώρα δεν είσαι
        Πρέπει να διέλθεις τον δρόμο όπου δεν είσαι.
Και το εν οίον οίδας ότι ουδέν οίδας.
Και το εν οίον έχεις ότι ουδέν έχεις.
Κι εκεί όπου είσαι είν’ εκεί που δεν είσαι.

IV

Ο λαβωμένος χειρούργος δουλεύει σταθερά τ’ ατσάλι
Σκαλίζοντας το μολυσμένο μέλος·
Κάτω απ’ τα ματωμένα χέρια διακρίνεις
Την αιχμηρή συμπόνια της τέχνης του θεραπευτή
Που λύνει τον γρίφο του γραφήματος.

Η μοναδική υγεία μας είν’ η ασθένεια
Κι αν υπακούμε στη νοσοκόμα που πεθαίνει,
Που έγνοια της διαρκής δεν είναι να αρέσει
Μα να υπενθυμίζει τη δική μας κατάρα και του Αδάμ,
Είναι που για να γιάνουμε πρέπει να χειροτερέψει η αρρώστια μας.

Ολάκερη η γη είναι το νοσοκομείο μας,
Που κληροδοτήσαμε απ’ τον κατεστραμμένο εκατομμυριούχο,
Και άρα, αν τα πάμε καλά, θα πεθάνουμε
Από απόλυτη πατρική αγάπη που δεν θα μας αφήνει
Αλλά παντού θα μας εμποδίζει.

Σκαρφαλώνει η ψύχρα στα γόνατα απ’ τα πόδια
Ο πυρετός τραγουδά σε σύρματα εγκεφαλικά.
Αν θέλω να ζεσταθώ, θα πρέπει να ξυλιάσω
τρέμοντας σε καθαρτήριες φλόγες παγωμένες
Όπου ‘ναι οι φλόγες των τριαντάφυλλα και ο καπνός τους βάτα.

Το αίμα που στάζει το μόνο μας ρόφημα,
Η ματωμένη σάρκα η μόνη τροφή μας:
Κι όμως μας αρέσει να σκεφτόμαστε παρόλα αυτά
Πως είμαστε ασφαλείς, αίμα και σάρκα –
Κι όμως, ξανά, παρόλα αυτά, λέμε αυτήν την Παρασκευή Μεγάλη.

V

Να ‘μαι λοιπόν, στο μεσοστράτι απάνω, έχοντας στην πλάτη είκοσι χρόνια–
Είκοσι χρόνια σπαταλημένα σχεδόν, τα χρόνια του lentre deux guerres
Προσπαθώντας να χρησιμοποιήσω λέξεις και κάθε απόπειρα
Είναι ένα νέο, τελείως, ξεκίνημα και μια άλλου τύπου αποτυχία
Γιατί έμαθες μόνο πώς να κάμπτεις τις λέξεις
Για να πεις πράγματα που δεν χρειάζεται πια να πεις ή έναν τρόπο που
Δεν είσαι πια διατεθειμένος να χρησιμοποιήσεις. Και έτσι κάθε εγχείρημα
Είναι μια νέα αρχή, μια έφοδος στο άρρητο
Με όπλα σαθρά που όλο παλιώνουν
Μέσα στο γενικό χάος της απροσδιοριστίας των αισθημάτων,
Απείθαρχες διμοιρίες συναισθημάτων. Και ό,τι υπάρχει
Να κατακτήσεις με τη ρώμη και την υποταγή, έχει ήδη ανακαλυφθεί
Και μια και δυο και αρκετές φορές, από ανθρώπους που δεν μπορείς να ελπίζεις
Ν’ ανταγωνιστείς –κι άλλωστε ποιος ανταγωνισμός!–
Μόνο η μάχη ν’ ανακτήσεις εκείνο που χάθηκε
Και βρέθηκε και χάθηκε ξανά και ξανά: και τώρα ακόμη, κάτω από συνθήκες
Που φαντάζουν δυσοίωνες. Κανένα κέρδος όμως και καμία ζημία – ίσως.
Για μας δεν υπάρχει παρά μόνο η απόπειρα. Τα υπόλοιπα δεν είναι δική μας δουλειά.

Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάς. Και όσο μεγαλώνουμε
Ο κόσμος μεγαλώνει ξένος, το σχέδιο περιπλέκεται
Των νεκρών και των ζώντων. Δεν απομονώνεται
Η σφοδρή στιγμή, δίχως μετά και πριν,
Μόνο καίει στην κάθε στιγμή μια ολόκληρη ζωή
Και όχι μόνο ολόκληρη η ζωή ενός ανθρώπου μόνο
Μόνο χτίζεται από πέτρες παλιές που δεν μπορείς να τις διαβάσεις.
Υπάρχει ένας καιρός κάτω απ’ το φως των αστεριών
Κι ένας καιρός κάτω απ’ το φως της λάμπας
(το απόβραδο με το άλμπουμ στα γόνατα).
Η αγάπη είναι σχεδόν ο εαυτός της
Όταν δεν έχει πια, εδώ και τώρα, καμιά σημασία.
Οι γέροι θα έπρεπε να είναι εξερευνητές,
Εδώ ή εκεί, δεν έχει καμιά σημασία
Πρέπει να μείνουμε ακίνητοι κινούμενοι
Προς μια καινούργια σφοδρότητα
Για μια περαιτέρω συζυγία, μια βαθύτερη κοινωνία,
Μέσα απ’ το σκοτεινό ψύχος και τα άδεια διαστήματα,
Το κύμα αλυχτά, ο άνεμος αλυχτά, τα αχανή ύδατα
Του δελφινιού και του θαλασσοβάτη. Στο τέλος μου είναι η αρχή μου.


,
1 Πρβλ. Κατά Ιωάννην, 1.1.

2 Πρβλ. Εκκλησιαστής, 3.1-8.

3 Πρβλ. την επιγραφή που ο Δάντης τοποθετεί στις πύλες της Κόλασης: «Lasciate ogni speranza, voi chentrate», Dante Alighieri, Inferno, «Canto terzo (Porta e vestibolo infernali)».

4 Πρβλ. Thomas Gray (1716-1771), «Elegy written in a Country Churchyard».

5 Πρβλ. Shakespeare, Midsummer Night’s Dream.

6 Ο Έλιοτ δανείζεται αυτό το απόσπασμα από ένα βιβλίο που φέρει τον τίτλο The Boke named the Governour και το οποίο συνέγραψε ένας συνονόματος πρόγονός του, ο Sir Thomas Elyot το 1530.

7 Πρβλ. Εκκλησιαστής, 3.

8 Πρβλ. Ευσέβιος Καισαρείας, Ευαγγελική προπαρασκευή, 15.XIV.

9 Πρβλ. Dante Alighieri, Inferno, «Canto primo» («Nel mezzo del cammin di nostra vita» κ.ε.).

10 Το Αλμανάκ της Γκότα κατέγραφε περιοδικά τα μέλη των βασιλικών και πριγκιπικών Οίκων της Ευρώπης και τις μεταξύ τους σχέσεις.

11 Πρβλ. Προς Κορινθίους Α΄, 13.


,

[ΥΓ]

Ο Ζήσης Αϊναλής απαγγέλλει όλο το East Coker

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ζ. Δ. Αϊναλής

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Είναι ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Το τελευταίο του βιβλίο είναι Τα Παραμύθια της Έρημος (Κέδρος, 2017). Ζει και εργάζεται στη Μυτιλήνη.