9 Νοέμβρη 1989: το Τείχος έπεσε. Το Τείχος! Σήμερα, στο Βερολίνο, ένα μέρος του Τείχους έχει μείνει, όπως μεταξύ Kreuzberg και Friedrichshain, αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο. Υπάρχει ακόμη πολιτική φόρτιση και αγάπη: γκραφιτάδες αφήνουν πολιτικά συνθήματα στο ντουβάρι, ερωτευμένοι γράφουν τα αρχικά τους. Έγραψα κι εγώ τα δικά μας. Γλώσσες πολλές, από μέρη του κόσμου. Για την επανάσταση, αλήθεια, δεν ξέρω. Ούτε για τις γλώσσες, εκείνα τα φιλιά. Μια μέρα μπορεί να νικήσουμε. Μέσα μας, πρώτα. Παραπέρα, υπήρχε μια κατάληψη οικοπέδου, την έκλεισαν το 2014 οι @ρχές. Αρχίδια. Είχα διαδηλώσει, να μείνουν εκεί οι άνθρωποι, ήταν τα σπίτια τους, αυτοσχέδιες στέγες. Θυμάμαι έπιασε δυνατή βροχή τη μέρα της διαδήλωσης μετά το κλείσιμο, την επομένη γύρισα στην Αθήνα με σαράντα πυρετό και βήχα που κράτησε δυο μήνες. Έχασα ένα ραντεβού για δουλειά και με ξέχεσαν. Διαδήλωνα και αρρώστησα, ήθελα να πω. Να πεις τι; Αρχίδια. Εκεί πάντως, στο Βερολίνο που έτεινε να χάσει την αύρα του μπρος στην εμπορευματοποίηση, ένα άλλο βράδυ, γυρνώντας από το Kreuzberg, είχαμε μεθύσει σ’ ένα πάρτι, και, κατουρήσαμε στο Τείχος. Pissing history, φωνάξαμε. Ορκιστήκαμε: θα γράψουμε τη δική μας. Ιστορία. Υστερία. Δεν πιστεύουμε στους όρκους. Και τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό, ακόμη και αν δεν ήσουν μαζί, κουβαλούσα το φως σου μέσα μου. Δεν τα είδα ξανά ποτέ εκείνα τα παιδιά χωρίς πατρίδα. Ούτε εσένα, με τα ίδια μάτια. Ο έρωτας κάποτε τελειώνει. Ένας γερμανός ποιητής λέει, για τις άγριες καρδιές δεν υπάρχει πατρίδα. Έμαθα κάποια νέα, ηλεκτρονικά. Ο Ρ έφυγε ένα χρόνο αργότερα από υπερβολική δόση. Έκλαιγα τρεις μέρες. Γι’ αυτόν υποτίθεται, αλλά κατά βάθος πάντα κλαίμε για τις δικές μας ζωές. Η Σ πήγε κάπου στον Καναδά σ’ ένα σπίτι στα δάση με την καινούρια της αγαπητικιά. Εσύ, τα γνωστά. Ο άλλος έπιασε δουλειά σε τράπεζα, είπαμε, οι βολεμένοι, για να πολεμήσουμε το σύστημα από μέσα, έστω το τραύμα του. Το τραύμα μας. Η καύλα μας. Fuck them when they say we‘re not with them. Η διαδικασία της ύφεσης για την αγάπη της επανάστασης, τον κομμουνισμό, φτάνει στην πιο καθαρή της έκφραση, τη στιγμή της πτώσης του Τείχους, κάποιος έγραψε. Κάπως έτσι. «Ah! Der Unbewegte Beweger!» έλεγε ο Ρ εκείνο το βράδυ στο πάρτι, που θα πει το Ακίνητο Κινούν, επειδή «είσαι από τη γη του Αριστοτέλη». «Αh! Das Unheimliche!» ανταπαντούσα, που θα πει το Ανοίκειο, επειδή ήταν παιδί του Φρόυντ. Κάτι έμεινε από τα τουριστικά γερμανικά τελικά, κουτσά, σωστά, λάθος, αυτές οι λέξεις. Δεν θυμάμαι και τίποτα άλλο.  Όχι ότι μπορείς να παραγγείλεις με τούτα σ’ ένα εστιατόριο. Με τις πιο ωραίες λέξεις καταλήγεις να πεινάς. Να τι μένει: αναφλέξεις. Και η Σ φοβόταν λίγο το βράδυ που διασχίσαμε εκείνο το πάρκο, επειδή ήταν γεμάτο τζάνκια, είπαμε, ο φόβος οφείλεται στις ταξικές της καταβολές. Προσπαθούσε να γίνει λούμπεν, ίσως από καπρίτσιο εστέτ, γίνεσαι δεν γεννιέσαι. Βαθειά είμαστε όλοι νεολούμπεν, καταλήξαμε, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Όταν το παλιό δεν έχει ακόμη πεθάνει και το νέο δεν λέει να γεννηθεί, ξεφυτρώνουν τέρατα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κίμωνας Θεοδώρου

Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα για τον Κίμωνα Θεοδώρου. Πέρα από το γεγονός ότι πιθανόν αδυνατεί να αντισταθεί σε τρία πράγματα: (συμπληρώνεις ό,τι θέλεις).