Επίσκεψη στα καμπαρέ της Σμύρνης το 1887

Η κοινωνία της Σμύρνης «έλαβε εν καλό μάθημα» από την πράξη «των κοινωνικών τούτων παρασίτων».

 

Η ιστορία της Σμύρνης είναι ένα ιδεολογικά φορτισμένο πεδίο έρευνας που διαχρονικά καλεί τον ιστορικό να το προσεγγίζει αν όχι με εθνική μεροληψία σίγουρα με μία πλεονάζουσα ευαισθησία. Αφιερώματα επί αφιερωμάτων έχουν γίνει για την κοινωνία της Σμύρνης του 19ου αιώνα που σύσσωμα καταδεικνύουν τον πνευματικό πλούτο της εποχής, την πολιτισμική ευγένεια της κοινωνίας, την εμπορική άνθηση, το λεπτό γούστο στην αρχιτεκτονική, τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, την κοινωνική και οικονομική ευρωστία, όλα τους στοιχεία λίγο πολύ ορθά. Μα η ορθότητα χρειάζεται εύρος για να φέρει την ιστορική πληρότητα ώστε να μην ξεπέσει σε σκοπιμότητα. Γιατί μέσα σε αυτή την κοινωνία υπήρχε και η ορθότητα της νύχτας, η απόλαυση της αλλοδαπής σάρκας μέσα στα καφέ σαντάν (cafés chantant) της εποχής, η παρακμιακή ζωή των Σμυρνιωτών στα διάσπαρτα καμπαρέ της γνωστής, και σχεδόν νεόκτιστης τότε, Προκυμαίας «Κε» (Quais).

Βρισκόμαστε στο 1887, γύρω στα 35 χρόνια δηλαδή πριν τα τραγικά γεγονότα του ελληνοτουρκικού, και ο συντάκτης της σμυρνιώτικης εφημερίδας «Βέλος» διαμαρτύρεται για την κατάσταση που επικρατεί στην Προκυμαία: «Όχι, η βρώμα των οχετών δεν είναι η μόνη εις την Προκυμαίαν. Αρτίσται, αυλητρίδες, πάσης τάξεως ιέρειαι πανδήμου Αφροδίτης κατακλύζουσιν από της δύσεως του Ηλίου την προκυμαίαν μας» σε τέτοιο βαθμό ανησυχίας που συμπεραίνει πως ο περίπατος των καλών οικογενειών της Σμύρνης σύντομα θα πάψει. Στη συνέχεια εξαπολύει τα βέλη του προς τα καφέ σαντάν όποτε και μαθαίνουμε πως από τρία που υπήρχανε εκεί γύρω έχουν αυξηθεί φέτος σε πέντε ενώ τα ξενοδοχεία του συρμού, εκεί δηλαδή που πραγματωνόταν η βιομηχανία του σεξ, αριθμούνται σε δεκαπέντε.

Η συγκεκριμένη εφημερίδα αποδεικνύεται ιδιαίτερα ευαίσθητη με το θέμα των καφέ σαντάν. Σε ένα ρεπορτάζ της στο οποίο «παίρνει βόλτα» τα άντρα της ακολασίας, κάνει λόγο για εξήντα «αλανιάρες τραγουδίστριες» φτηνής μουσικής, «εξαναγκαζομένας να ξενυχτίζωσι, να τραγωδούν και να μεθύουν», κάνοντας τους πελάτες, παντρεμένους κατά κύριο λόγο, να παραληρούν. «Το τραγούδι που είναι της μόδας εφέτος και έχει την μεγαλειτέρα πέρασιν είναι ένα που η τραγουδίστρια κάνει το μάτι, σηκώνει την κοντήν ρόμπαν της και παρουσιάζει εις το χάσκον σεβαστόν ακροατήριον τον επίσης σεβαστόν οπισινόν της». Υπάρχουν μάλιστα και πάτρωνες-οργανωτές πλήθους, όπως ο μισέ Νικολής, γαλλικής υπηκοότητας, που «προκαλεί ραγδαία χειροκροτήματα και εξεγείρει μέχρι τη διαπασών τον ενθουσιασμόν του ακροατηρίου». Στο τέλος του σόου οι κοπέλες κατέβαιναν και διέσχιζαν το πλήθος για την λεγόμενη «κερματοσυλλογή» λαμβάνοντας θερμούς τσίμπους από τον αντρικό πληθυσμό.

Φαίνεται πως ο ρεπόρτερ αρχίζει να συμφιλιώνεται με την κουλτούρα αυτών των καφέ και σύντομα είναι σε θέση να δώσει συμβουλές συμπεριφοράς των επισκεπτών προς τις αρτίστες διότι μία βραδινή επίσκεψη σε τέτοια μαγαζιά κρύβει πολλές παγίδες. Από τις συμβουλές που δίνει, όλες οικονομικής υφής, αντιλαμβανόμαστε πως στα καφέ σαντάν υπήρχε εισιτήριο εισόδου, σέρβιραν μεταξύ άλλων και φαγητό, ενώ υπήρχαν και ιδιαίτερα δωμάτια.

Εξίσου σημαντικά αποδεικνύονται για μας τα άρθρα που μαρτυρούν τον τρόπο συμπεριφοράς αυτών των γυναικών έξω από το χώρο της δουλειάς τους αλλά και τον βαθμό ένταξής τους στην τοπική κοινωνία της Σμύρνης. Μαθαίνουμε για παράδειγμα πως κυκλοφορούν με τις καλύτερες άμαξες, με βελούδα και γουναρικά, με βαρύτατα κοσμήματα. Πηγαίνουν και ξοδεύουν αφειδώς στις μπυραρίες, επισκέπτονται τα θέατρα «κατέχουσαι» μάλιστα «τας πρώτας θέσεις». Επισκέπτονται μέχρι και το Μανέζ για να κάνουν ιππασία. Οι μεγάλες «κυράδες της Σμύρνης είναι σήμερον αι αρτίσται και όλα αυτά τα λούσα και τα έξοδα γίνονται από Σμυρναϊκούς παράδες και όχι δυστυχώς από τα περισσεύματα αλλά από τα ελλείμματα, ως επί το πλείστον» διαμαρτύρεται ο συντάκτης που δεν μπορεί να δεχτεί πως οι γυναίκες «που γρυλίζουν κάθε βράδυ αηδώς» στα καμπαρέ έχουν δικαίωμα σε μια ευκατάστατη ζωή.
,

Η λαμπρή κηδεία της ανώνυμης αρτίστας

Θα κλείσουμε το οδοιπορικό μας στην αθέατη νυχτερινή ζωή της Σμύρνης μνημονεύοντας ένα γεγονός που συνέβη στα φανερά και υπό το φως του ήλιου. Το όνομά της δεν αποκαλύπτεται σε μας, παρά μόνο το γεγονός πως ήτανε γαλλίδα. Είχε έρθει πριν λίγες εβδομάδες στη Σμύρνη για δουλειά στα καφέ σαντάν και βρισκόταν ακόμη σε διαδικασία εκπαίδευσης. Ενδιάμεσα όμως αρρωσταίνει πριν προλάβει να δουλέψει ως αρτίστα και λίγες μέρες μετά πεθαίνει. Είχε όμως ήδη γίνει αποδεκτή ως μέλος της κοινότητας των αρτίστων, γαλλίδες και γερμανίδες οι περισσότερες, και η αλληλεγγύη που εκδηλώνουνε προς στο πρόσωπό της είναι εντυπωσιακή. Αυτόματα ενεργοποιείται ένας έρανος μεταξύ τους, όπου δίνουν 40 με 60 φράγκα έκαστη, και στις 15 Δεκέμβρη του 1887 οργανώνεται μια μεγαλοπρεπής κηδεία που διασχίζει διεκδικητικά την πόλη της Σμύρνης. Όλες οι αρτίστες της Σμύρνης, υπάλληλοι και διευθύνσεις των σαντάνς, μαζί με διάφορους άλλους φίλους, πορεύτηκαν πίσω από το στεφανοστόλιστο φέρετρο και υπό τους πένθιμους ήχους της μπάντας που προηγούνταν, μέχρι το νεκροταφείο. Η συγκεκριμένη κηδεία «ήτο πρωτοφανής εις την πόλιν μας και κατά συνέπειαν παράδοξος και ουκ ολίγων εκίνησε το χλευαστικόν μειδίαμα» θα γράψει ο καθωσπρέπει συντάκτης την επόμενη μέρα, παραδεχόμενος πως η κοινωνία της Σμύρνης «έλαβε εν καλό μάθημα» από την πράξη «των κοινωνικών τούτων παρασίτων» όσον αφορά «των προς αλλήλους καθήκοντα», ζητώντας από τους συντοπίτες του να παραδειγματιστούν σε δικές τους ανάλογες περιπτώσεις και «να μην κόβουν λάσπη από τον πρώτον δρόμον».

 

Τα στοιχεία αντλήθηκαν έπειτα από ανάγνωση της σμυρνιώτικης εφημερίδας «Βέλος» (Αύγουστος-Δεκέμβρης 1887). Και οι δύο φωτογραφίες της παραλίας της Σμύρνης που παρουσιάζονται για πρώτη φορά προέρχονται από το Κρατικό Μουσείο της Ολλανδίας Rijksmuseum και τραβήχτηκαν την χρονολογική περίοδο μεταξύ 1867 – 1889.

 


Project 1887: Φρέσκιες ειδήσεις, ενάντιες στην επίσημη ιστορία, που βρίσκονται μονίμως 130 χρόνια πριν.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο

Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.