Η σημερινή εκτέλεση λαμβάνει χώρα στον Αντικάλαμο της Καλαμάτας και ο καρατομηθησόμενος ονομάζεται Θεόδωρος Μανδαλώζης. Η πράξη του ήταν μια από τις στυγερότερες στα εγκληματικά χρονικά κι άφησε άφωνη όλη την Ελλάδα με την θηριωδία του. Το ιστορικό έχεις ως εξής: στις 10 Ιανουαρίου του 1887 η 12χρονη Σοφία Περρώτου από τον Αντικάλαμο έφυγε από το σπίτι της μαζί με τον συνομήλικό της Μιχαήλ Μανωλόπουλο για να μεταφέρουν τον γάιδαρο σε ένα άλλο σπίτι της οικογένειας. Εκεί είχε στήσει καραούλι ο Μανδαλώζης. Το μικρό αγόρι φοβήθηκε και επέστρεψε σπίτι μόνο του. Την επόμενη μέρα η Σοφία βρέθηκε κρεουργημένη, με αναρίθμητα τραύματα και με σημάδια βιασμού στο κορμί της. Ο θάνατός της είχε προέλθει από ασφυξία.

Από τις ανακρίσεις ήρθαν στο φως όλα τα στοιχεία, με κύριο ύποπτο τον εικοσιεξάχρονο Μανδαλώζη, που για κάποιο διάστημα ήταν υπηρέτης στο σπίτι του πατέρα της μικρής Σοφίας. Ο ύποπτος είχε προσπαθήσει να διαφύγει τότε αλλά συνελήφθη από τις αρχές και καταδικάστηκε.

Μια μέρα πριν την εκτέλεση, αφού είχε φτάσει το πλοίο «Ευρώτας» μαζί με τους δημίους Αμοιραδάκη και Τελώνη από το Ναύπλιο στην Καλαμάτα, πήγα να δω τον κατάδικο. Εκείνος αρνιόταν πεισματικά πως είχε διαπράξει το έγκλημα και μου είπε πως η μόνη ανάκριση που αποδεχόταν ήταν εκείνη των αγγέλων. Την κουβέντα μας διέκοψε ο παπάς, που ήρθε να τον εξομολογήσει. Εκεί ο Μανδαλώζης, όπως έμαθα, λύγισε και παραδέχτηκε το έγκλημά του. Τη νύχτα έμεινε άγρυπνος. Έβρεχε καταρρακτωδώς, «η θάλασσα γόγγυζε, ήτο φοβερά νυξ», και εμένα με καταλάμβανε ίλιγγος μπρος στο ορθάνοιχτο στόμα της γκιλοτίνας που έχασκε.

«Αδελφέ, να με θάψης στο χωριό»
τελευταία επιθυμία Θεόδωρου Μανδαλώζη

Στις 7 το πρωί η πομπή ήταν έτοιμη. Οι αρχές, οι δήμιοι, ο κόσμος, όλοι στις θέσεις τους. Ο Μανδαλώζης έφτασε τρέμοντας στο ικρίωμα και ζήτησε από τους δήμιους λίγο χρόνο να αναπνεύσει. Μόλις συνήλθε άρχισε να απευθύνεται στο πλήθος: «Αδέλφια» φώναξε με τρεμάμενη φωνή, «αδέλφια το ομολογώ, το έκαμα το έγκλημα, αλλά δεν το έφθειρα το κορίτζι, όπως λέγουν οι ιατροί, αν έκαμνα και τη «φθοράν» θα το έλεγα. Συγχωράτε με» και ίσα που πρόλαβε μετά να πει «Αδελφέ, να με θάψης στο χωριό» γιατί έσπευσαν οι δήμιοι, αμείλικτοι τον πρόσδεσαν κι ύστερα άφησαν τον κόφτη να πέσει.

Δυστυχώς όμως δεν είχε προσαρμοστεί καλά, με αποτέλεσμα να φρακάρει την ώρα που έπεφτε. «Είδατε, δεν θέλει να κοπώ» είπε ελπιδοφόρα ο κατάδικος, μα τότε ο δήμιος ρίχνει μια σπρωξιά με το πόδι του στην λαιμοδόχο, και πριν προλάβει να ξαναμιλήσει ο Μανδαλώζης, η φοβερή μάχαιρα έπεσε και με έναν κοφτό γδούπο αποπεράτωσε το έργο της δικαιοσύνης.