Μέρες του 1943 στο είπα, δεν στο είπα; Την άλλη μέρα το πρωί άκουσα έξω στην αυλή την πεθερά μου να μιλάει με κάποιον. Εκείνος της έλεγε:
-Έρχονται οι Γερμανοί… θα κάψουν το χωριό. Πάρε ό,τι μπορείς κυρά-Βασίλαινα και φύγε γρήγορα για το βουνό.

Σε λίγο άκουσα το γρύλισμα του γουρουνιού κι ύστερα μου φάνηκε πως άκουσα το γύρισμα του κλειδιού στην πόρτα. Δεν ανησύχησα όμως. Περίμενα να έρθει να με βοηθήσει να φύγουμε. Το μικρούλι δίπλα μου. Πριν από δυο μέρες είχα γεννήσει το πρώτο μου κοριτσάκι. Ένιωθα την μικρή του ανάσα στο στήθος μου. Μα επικρατούσε ησυχία. Περίμενα… Ο άντρας μου είχε φύγει την προηγούμενη μέρα μαζί με τους άλλους άντρες του χωριού, δεν ήξερα για πού. Και ξαφνικά ακούω την φωνή της μάνας μου.
-Που είσαι κορίτσι μου;
-Εδώ είμαι μάνα, της είπα.

Την ακούω ανήσυχη, φοβισμένη. Προσπαθεί ν’ ανοίξει την πόρτα. Είναι κλειδωμένη. Την πιάνει πανικός. Εγώ δεν καταλαβαίνω, δεν μπορώ να καταλάβω.
-Έφυγε και σε κλείδωσε μέσα η κακούργα… Οι Γερμανοί όπου νάναι φτάνουν.

Έκλαιγε μανιασμένη η μάνα μου. Μετά ακούω να χτυπάει την πόρτα με κάτι βαρύ. Την άνοιξε.
-Έλα, κορίτσι μου, έλα.

Μας παίρνει μαζί της κι ανηφορίζουμε στο βουνό. Βλέπω μακριά την πεθερά μου να τραβάει πίσω της μ’ ένα σχοινί το γουρούνι. Η μάνα μου δίπλα μουρμούριζε κατάρες. Φτάσαμε μέσα στο βουνό, καθίσαμε κάτω από τα δέντρα. Ξέρεις πώς το λένε το βουνό που πήγαμε; Το λένε Χάος. Εμείς το προφέραμε Χάουα. Σ’ αυτό το βουνό ακούς συνεχώς τον ήχο του ανέμου που περνάει μέσα από τα πυκνά πεύκα αφήνοντας έναν ήχο που μοιάζει με το όνομα του βουνού χαααά… ουουου…. αααα.

Απόγευμα ήταν και είδαμε τα σπίτια μας να καίγονται, έκαψαν και τους αχυρώνες, φωτιές λαμπρές καθώς καίγονταν τα αποθηκευμένα τριφύλλια του καλοκαιριού. Το βράδυ ο άντρας μου, έφερε δυο φύλλα τσίγκο κι έφτιαξε μια πρόχειρη στέγη. Είχε αρχίσει να βρέχει. Εκεί στριμωχτήκαμε. Δίπλα μου η πεθερά μου. Δεν θυμάμαι να θύμωσα μαζί της. Δεν προλάβαινα. Όλη μου η σκέψη ήταν στο μικρό μου κοριτσάκι. Παρακαλούσα την πεθερά μου να στριμώξει το σώμα της εκεί δίπλα μου να ζεστάνουμε την μικρούλα. Ήμουν αδύναμη, εξαντλημένη. Το γουρούνι το σφάξανε. Όλα μυρίζανε καπνό. Η φωτιά από ξύλα πεύκου βγάζει πολύ πυκνό καπνό, είναι βλέπεις το ρετσίνι, καπνό που κολλάει στα πρόσωπα, στα ρούχα. Μετά από τρείς μέρες η γριά η Χάιδω κοίταξε το κοριτσάκι μου. Κάτι ψιθύρισε στον άντρα μου. Το πήραν από τα χέρια μου και το σήκωσαν ψηλά. Το είχα τυλιγμένο σε μια κόκκινη υφαντή κουβερτούλα, ένα κόκκινο δεματάκι στον αέρα. Αεροβάπτισμα. Την είπαν Ανθούλα.

Την άλλη μέρα, μέσα στο πρώτο φως είδα το μικρό προσωπάκι της μελανιασμένο κι ένιωσα το κορμάκι της να τραντάζεται, κι είδα στα μικρά ματάκια μιαν αγωνία, έναν πόνο. Κι ένιωσα αδύναμη, ένιωσα χαμένη, δεν μπορούσα να το προστατέψω κι έβαλα τις φωνές. Η πεθερά μου το άρπαξε από τα χέρια μου. «Πάει, τελείωσε» μου είπε, κι απομακρύνθηκε μέσα στο δάσος. Δεν την ακολούθησα, δεν είχα τις δυνάμεις. Μ’ έπιασε ένας πυρετός που μου έφερνε παραισθήσεις. Έβλεπα και ξανάβλεπα το μικρό κόκκινο δεματάκι να αιωρείται στον αέρα, ένιωθα στο στήθος μου την τελευταία αγωνία του μικρού κορμιού, έβλεπα και ξανάβλεπα την πεθερά μου, μαυροντυμένη και μικρόσωμη να απομακρύνεται στο δάσος μ΄ εκείνο το περίεργο περπάτημα που είχε σαν πάπια, γιατί τα πόδια της πονούσαν.

Αυτή ήταν η Ανθούλα… Έφυγε γρήγορα, δεν πρόλαβα να την αγαπήσω. Όπως έμαθα, ήμουνα σ’ αυτή την κατάσταση επτά μέρες, την έβδομη μέρα άκουσα καθαρά δίπλα μου την φωνή της μάνας μου. Την άκουσα να παρακαλάει τον θεό, την παναγία να μην με πάρει.
-Θεέ μου κοντεύω να αποκάμω. Επτά μέρες προσεύχομαι. Σε παρακαλώ, άσε την να ζήσει.

Και να σου πω κόρη μου, αυτή η προσευχή της μάνας μου είναι το ακριβότερό μου φυλαχτό, να εδώ το έχω, κι έδειξε το μέρος της καρδιάς της, εδώ το έχω τόσα χρόνια και πάνω σ’ αυτό έγειρα και στηρίχτηκα στις δύσκολες μέρες της ζωής μου. Και πάνω σ’ αυτό θα γείρω τις τελευταίες μου ώρες και η αναχώρησή μου θα είναι ήρεμη και ευλογημένη γιατί η μάνα μου πολύ με αγάπησε και πολύ προσευχήθηκε για μένα. Προσευχήθηκε για μένα ενώ γύρω της ο θάνατος περνούσε συχνά τις νύχτες από εκείνον τον καταυλισμό κι έπαιρνε πιο πολύ τα μικρά παιδιά και οι θρήνοι λιγοστοί γιατί ήτανε μαθημένοι και όλοι ένιωθαν την κρύα ανάσα του θανάτου δίπλα στο αυτί τους. Και η μάνα μου παρακαλούσε κι έκλεινε συμφωνίες με το θεό να μην με πάρει. Και δεν με πήρε. Και συνήλθα. Και δεν θα ξεχάσω ποτέ μια εικόνα. Ήταν μια γυναίκα, Μάρω την έλεγαν, ήταν περίπου 35 χρονών κι είχε τρία παιδιά μικρά, δεν είχε με τι να τα ταΐσει κι όλο ζητούσε λίγο φαγητό από τους άλλους. Λίγοι της ‘δίναν κι από λίγο, γιατί φοβόντουσαν πως θα έρθει και για αυτούς η ώρα της πείνας. Και τριγυρνούσε ανάμεσα στις περίεργες φωλιές που είχαμε φτιάξει κάτω από τα δέντρα και τα τρία μικρά παιδιά την κρατούσαν από την φούστα της. Μια πομπή παράξενη. Μπροστά η Μάρω, ψηλή, ξερακιανή και πίσω σαν δεμένα με κουρέλια τα τρία μικρά αγόρια, να σέρνουν τα γυμνά ποδαράκια τους, να έχουν το ένα δάχτυλο στο στόμα, μαύρα από τους καπνούς και την απλυσιά καθώς η μάνα ζητιάνευε ψιθυρίζοντας πού και πού «Πάρτα θεέ μου, πάρτα». Και τότε τραβούσε την μάλλινη φούστα της με οργή κι αυτά να σωριάζονται κάτω και πάλι να σηκώνονται τα μουτράκια τους γεμάτα χώματα και πάλι να πιάνουν την μάνα τους από την φούστα… Και έζησαν, έζησαν όλα.

Και πέρασαν μέρες 15 στον καταυλισμό. Και όλο δυσκόλευαν τα πράγματα. Οι κουβέντες λιγόστευαν και τα βλέμματα γίνονταν ύπουλα, μερικές φορές αρπαχτικά. Κάποιοι έπαιρναν τους δικούς τους και απομακρύνονταν μέσα στο πυκνό δάσος και κρύβονταν σε καμιά σπηλιά. Εμείς είχαμε μείνει μαζί όλοι οι συγγενείς κι ήμασταν πολλοί νοματαίοι. Είχα και μια αδελφή την Σοφία, μεγαλύτερη από μένα, ετών 26. Είχε δυο κοριτσάκια 3 και 5 χρονών. Εκείνη την ημέρα, πώς την θυμάμαι εκείνη την ημέρα… Είχε έναν ήλιο τόσο γλυκό. Εκείνη την ημέρα ακούστηκε πως κάποιοι θα κατέβαιναν στο χωριό μήπως και βρουν τρόφιμα που τα είχαν κρύψει έξω από τα σπίτια. Την αδελφή μου την Σοφία την σκότωσαν οι Γερμανοί. Εκείνη την ημέρα κατέβηκε μαζί με άλλους στο καμένο χωριό να πάρει αλάτι και κάτι άλλα τρόφιμα που είχε θάψει στην άκρη της αυλής. Οι Γερμανοί τους είδαν και τους κυνήγησαν, τους έψαξαν μέσα στα ρέματα, μέσα στα βάτα, και τους σκότωσαν όλους εκτός από τον Στάθη, ένα παλικαράκι 14 χρονών που πρόλαβε και σκαρφάλωσε σε μια βελανιδιά και χώθηκε στα ψηλά κλαριά της και είδε όλους τους σκοτωμούς και άκουσε όλες τις πονεμένες κραυγές και άκουσε τους επιθανάτιους ρόγχους κι είδε τους Γερμανούς να κλωτσούν τα σώματα, να ρίχνουν χαριστικές βολές κι είδε τον ίδιο τον πατέρα του να πέφτει μπρούμυτα γαζωμένος από τις σφαίρες στην πλάτη και πέρασε όλη την νύχτα εκεί ψηλά.

Την επόμενη ήρθαν οι χωριάτες και μάζεψαν τους νεκρούς. Ο Στάθης δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να κουνηθεί κι έμεινε εκεί και κανείς δεν τον είδε. Έμεινε εκεί δυο μέρες και δυο νύχτες και την τρίτη μέρα τον είδαν να ανεβαίνει το βουνό. Δεν περπατούσε, ανέβαινε με τα τέσσερα γρήγορα πιο γρήγορα κι από νεαρή κατσίκα. Ήρθε και κάθισε δίπλα στην μάνα του, κρυβόταν πίσω από τα φουστάνια της.Έκανε τρεις μήνες να μιλήσει, τρεις μήνες να σηκωθεί και να περπατήσει ξανά με τα δυο του πόδια. Του έμεινε όμως για πάντα ένα περίεργο σκύψιμο του κεφαλιού σαν να κοίταγε και λίγο πίσω μήπως κάποιος τον ακολουθεί. Κι όταν κατέβηκαν στο χωριό κι όταν τα χρόνια πέρασαν ποτέ δεν ξαναπήγε σ’ εκείνο το ρέμα, ποτέ δεν ξανακοίταξε εκείνη την βελανιδιά κι έναν Νοέμβρη, τον Νοέμβρη του 1965 έφευγε κι αυτός για Γερμανία. Τα μάθαμε από τον Στέργιο χρόνια μετά. Θα έφευγαν την επόμενη μέρα για Πρίντεζι μέχρι που τους είπε ξαφνικά:
-Δεν έρχομαι εγώ στη Γερμανία.

Τα μάτια του ήταν περίεργα, μας έλεγε ο Στέργιος, ούτε που ανοιγόκλειναν και λίγο μετά, όταν βγήκε από το δωμάτιο, τους φάνηκε πως ακούστηκε στο δρόμο ένα ελαφρύ ποδοβολητό κατσίκας. Κανείς δεν κουνήθηκε, κανείς δεν ξαναείδε τον Στάθη. Δεν πήγε ποτέ στην Γερμανία, στην Αυστραλία πήγε. Τα πρώτα χρόνια έστελνε στη μάνα του μια φωτογραφία τα Χριστούγεννα και μια μεγάλη επιταγή. Ύστερα από τρία χρόνια δεν της ξαναέστειλε φωτογραφία, μόνο την επιταγή με τα πολλά χρήματα. Κάθε φορά που έπαιρνε την επιταγή από τον ταχυδρόμο η μάνα του μοιρολογούσε:
-Τι να τα κάνω τα έρμα τα λεφτά γιόκα μου, εγώ εσένα θέλω να δω, εγώ για σένα θέλω να μάθω, τι κάνεις εκεί στα ξένα… αχ παιδί μου πότε θα γυρίσεις πίσω.

Και γύρναγε σπίτι κι ακουμπούσε δίπλα στις τρεις φωτογραφίες τα αποκόμματα από τις επιταγές. Και ο Στάθης δεν γύρισε. Κι όταν κάποια Χριστούγεννα η θειάκω η Ρόϊδω δεν πήρε την επιταγή… και όταν και τα επόμενα Χριστούγεννα δεν πήρε επιταγή…

Χριστούγεννα του ’90. Το πιο πολύ χιόνι που θυμάμαι ποτέ ήταν από αυτά τα Χριστούγεννα. Ένα μέτρο χιόνι και ο ορίζοντας κλειστός. Σπάνια έβλεπες κάποιον να περπατάει, κι αυτόν από την μέση και πάνω. Χιόνιζε ασταμάτητα δυο μέρες και δυο νύχτες. Και την τρίτη μέρα σταμάτησε το χιόνι και ο ορίζοντας σηκώθηκε αρκετά μέτρα, όμως το φως εξακολουθούσε να είναι θολό, μολυβί. Ένας κρυφός φόβος διαπερνούσε το μυαλό των χωρικών σαν κάτι παράξενο να συνέβαινε. Το σπίτι της θειάκως της Ρόιδως περίεργο, την τρίτη μέρα το πρόσεξε η Πολυξένη που ήταν η πιο κοντινή της γειτόνισσα, ούτε καπνός στην καμινάδα και η πόρτα, ναι δεν έκανε λάθος, η πόρτα ήταν ορθάνοιχτη.

Κι άρχισε τότε το ψάξιμο. Δεν την έβρισκαν πουθενά. Την τρίτη μέρα, (χαμογελούσα κάθε φορά που η Ρόσσα χρησιμοποιούσε αυτόν τον ευαγγελικό, αυτόν τον παραμυθένιο χρόνο, και την τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς…) άκουσαν στην ρεματιά κάτι γρυλλίσματα. Παράξενο… γουρούνι στη ρεματιά; Κι όμως. Την είδαν, δηλαδή είδαν το κεφάλι της να εξέχει από το χιόνι. Στις άκρες της μαντίλας είχαν σχηματιστεί κρύσταλλα, σαν μικρά κάγκελα που κάλυπταν το πρόσωπο, από τα φρύδια και τα ματόκλαδα μικρά κρύσταλλα σαν μεταξωτές κλωστές και το ανοιχτό στόμα κλεισμένο μ’ ένα σκοτεινό μεγάλο κομμάτι πάγου. Δίπλα της ήταν το γουρούνι της. Έσπρωχνε με την μουσούδα του το χιόνι κάτω από την βελανιδιά κι έψαχνε κι έτρωγε τα βελανίδια. Είδαν κι έπαθαν να την ανεβάσουν από την ρεματιά . Η Ρόϊδω είχε κοκαλώσει σ’ αυτήν την καθιστή στάση και δεν μπορούσαν να την βάλουν σε κάσα. Κι εκεί κοντά στο σβησμένο τζάκι που ήταν στρωμένο ένα κεντημένο τζακόπανο, τόχε κεντήσει η ίδια όταν ήταν στα λιβάδια, όταν έβοσκε τα πρόβατα. Μικρές, μικρές γυναικείες φιγούρες με το φουστανάκι τους μέχρι το γόνατο, με τα κόκκινα τσαρουχάκια τους και τις πράσινες μαντίλες, πιασμένες από τα χέρια ένας ακίνητος, αιώνιος χορός γυναικών ή μάλλον νεαρών κοριτσιών, εκεί λοιπόν κοντά στο σβησμένο τζάκι ακούστηκε ένα περίεργο κρακ και το σώμα ίσιωσε και μούσκεψε το χράμι από τα υγρά του πεθαμένου κορμιού και όλα έγιναν βιαστικά. Δεν την ξενύχτισαν μόνο, δεν το παρέλειψαν αυτό. Κάποιες γυναίκες έβαλαν δίπλα στο σπασμένο λείψανο λίγα κυδώνια και λίγα κόκκινα μήλα σαν χαιρετίσματα στους δικούς τους ανθρώπους από την απέναντι όχθη.

Αν και για πω την αλήθεια, εγώ εκείνες τις ημέρες ήμουν άρρωστη και δεν βγήκα καθόλου από το σπίτι, για να πω λοιπόν την αλήθεια, μετά κάποιοι είπαν πως όχι, όχι, δεν έσπασαν το καθιστό κορμί της. Απλώς την ακούμπησαν εκεί δίπλα στο σβησμένο τζάκι και η ξαδέλφη της η Γιάννω έφερε από την αποθήκη ένα μεγάλο ξύλινο κασόνι απ’ αυτά που βάζανε μέσα τα τρυγημένα σταφύλια. Έβαλαν την νεκρή Ρόιδω μέσα στο κασόνι, την χωρούσε καλά, ήταν μικροκαμωμένη, λίγο εξείχε το κεφάλι της. Την σκέπασαν μ’ ένα υφαντό χράμι κι έριξαν στο πρόσωπό της μια άσπρη μεταξωτή μαντίλα, αυτήν που φορούσε όταν παντρεύτηκε τον Κόλα.

Και ήταν απόγευμα και όλα ήταν σκεπασμένα με χιόνι και πάνω ψηλά στη βίγλα στην οροσειρά των Χασίων οι κορυφές σκεπάζονταν από ομίχλη και απέναντι η οροσειρά της Πίνδου σκεπασμένη κι αυτή με ομίχλη και ο ουρανός σκοτεινός και ένα φως από μολύβι είχε απλωθεί σε όλο το χωριό. Μια μικρή πομπή και ο μπάρμπα Σταύρος με την δυνατή φωνή έψελνε την εξόδιο ακολουθία. Όμως εκεί κοντά στη γέφυρα, 100 μέτρα από το νεκροταφείο, η φωνή του χαμήλωσε παράξενα κι ύστερα δεν ακουγόταν πια και όλα ήταν σιωπηλά, ούτε τα βήματα των ανθρώπων που ακολουθούσαν το φέρετρο δεν ακουγόντουσαν αφού τα έπνιγε το μαλακό χιόνι. Κανένας δεν έκλαιγε τη θειάκω την Ρόϊδω, κανένας. Και εγώ παρακολουθούσα την κηδεία από το παράθυρο του σπιτιού μου, το σπίτι μου ήταν απέναντι από την γέφυρα, και τότε θυμήθηκα την κόρη μου ένα πολύ μακρινό καλοκαίρι, τότε που η δεκαεξάχρονη Ροϊδούλα έκλαιγε απαρηγόρητη γιατί η αγαπημένη της σκυλίτσα η Τζόνα ψόφησε. Μια νύχτα είχε παλέψει με λύκους που είχαν επιτεθεί στο μαντρί κι έζησε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες πίνοντας λίγο νερό και τρώγοντας λίγο ψωμί ένα μικρό κομματάκι από το χέρι της Ροϊδούλας… Την θυμάμαι που έκλαιγε απαρηγόρητη μα τώρα η σιωπηλή πομπή κατηφόριζε στο νεκροταφείο και κανείς δεν έκλαιγε για την θειάκω την Ρόϊδω που έζησε μόνη της, που πέθανε μόνη της 25 χρόνια, τρεις φωτογραφίες και 22 αποκόμματα επιταγών. Ο τάφος ήταν μικρός σαν παιδικός και δεν έριξαν αμέσως το χώμα για να μην την πληγώσουν οι πέτρες. Έριξαν πρώτα πολύ-πολύ χιόνι κι ύστερα το χώμα και δεν ακούστηκε ο σκληρός ήχος από τις πέτρες, κι έμεινε η πόρτα του σπιτιού της ορθάνοιχτη και τις νύχτες που φυσούσε δυνατός αέρας ανοιγόκλεινε και σκόνη πολλή μπήκε στο σπίτι και τις άνοιξες φούντωσαν πολύχρωμα πέταλα λουλουδιών και το φθινόπωρο γέμισε κίτρινα και κόκκινα φύλλα κι έφτασε το χώμα μέχρι τις φωτογραφίες και τα αποκόμματα των επιταγών. Τώρα τις άνοιξες, τον μήνα Απρίλη το σπίτι γεμίζει μοβ χρώμα, είναι ο άγριος βίκος που κατοικεί εκεί πια και το σπίτι γεμίζει από το βουητό των μελισσών.
-Το γουρούνι;
-Κανείς δεν έμαθε γι’ αυτό.
-Πες μου για την αδελφή σου την Σοφία.
-Νύχτωσε δεν βλέπεις. Μην φοβάσαι θα ζήσω ακόμα. Έλα μιαν άλλη μέρα. Θα σου πω, θα σου πω όχι μόνο για την Σοφία.

[Εικόνα από την ταινία «Οι βοσκοί» του Νίκου Παπατάκη]

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Αθηνά Τσάκαλου

Γεννήθηκα το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία. Σπούδασα φιλολογία και ονειρεύομαι κήπους με πλούσια βλάστηση. Μου λείπει το νερό, το τρεχούμενο νερό γι’ αυτό και συνεχώς το ονειρεύομαι.