Αρχές Μαρτίου του 1887 στο νησί της Κέρκυρας. Ο Ιωάννης Μπονάτης είναι αποφασισμένος να εκδικηθεί τον Σπύρο Μωραΐτη για το κακό που προκάλεσε στον αδελφό του. Προς το μεσημέρι κατευθύνεται οπλοφορώντας στο σπίτι του μα τον ενημερώνουν πως ο Μωραΐτης βρίσκεται στο καφενείο του Παναγή. Κατευθύνεται εκεί μα δεν τον εντοπίζει. Ύστερα συνεχίζει στο Λιστόν, προς το πολυτελές καφενείο Ευρώπη κι έπειτα στο γειτονικό καφενείο Βυζάντιο. Εκεί τον αντικρύζει να εισέρχεται στο κατάστημα. Τον προσεγγίζει και χωρίς δεύτερη σκέψη τον πυροβολεί στην πλάτη λέγοντας τη φράση «πάρε τα λεφτά σου Μωραΐτη» κι έπειτα διαφεύγει από την οδό της Παναγίας των Ξένων. Η φράση που χρησιμοποίησε, καθόλου τυχαία. Ο λόγος της διαμάχης ήταν οικονομικός. Ο αδελφός του δολοφόνου Ιωάννη Μπονάτη, ο Σπυρίδων, ήταν συνεργάτης με τον νεκρό σε μια κερκυραϊκή συναλλαγματική επιχείρηση. Όμως ο Μωραΐτης πριν λίγες ώρες, φοβούμενος πως η χαρτοπαιξία του Σπυρίδωνα θα χρεοκοπήσει το ανταλλακτήριο, παίρνει ξαφνικά από το χρηματοκιβώτιο ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων και αποχωρεί, γεγονός που εξοργίζει τα αδέλφια. Τρεις ράφτρες που ήταν αυτόπτες μάρτυρες του φονικού δήλωσαν πως τόσο ο Ιωάννης όσο και ο Σπυρίδων ήταν παρόντες στη σκηνή του εγκλήματος κάτι που ανέτρεψε τα δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση συλλαμβάνονται και οι δυο. Ο Ιωάννης καταδικάζεται σε θάνατο δια της λαιμητόμου και ο Σπυρίδωνας σε ισόβια δεσμά.

Κοντά στον τόπο του εγκλήματος.

Τετάρτη 2 Δεκέμβρη του 1887. Γίνεται γνωστό στην Κέρκυρα πως η απονομή βασιλικής χάρης στον εκτελεσθέντα Μπονάτη απορρίφθηκε. Τότε «απόπειρα διαδηλώσεως εγένετο κάτωθι της οικείας του Εισαγγελέως Μπένση» από μια ευάριθμη ομάδα φίλων του. Μα εκείνος δηλώνει αναρμόδιος και πως η απόρριψη χάριτος είναι μια απόφαση των Αθηνών. Η διαδήλωση κατευθύνεται προς τον Νομάρχη. Μα τα αιτήματά τους για απόδοση χάριτος έχουν την ίδια τύχη. Εντωμεταξύ οι διαδηλωτές αρχίζουν να πληθαίνουν και να θορυβούν στην πόλη. «Με εσπευσμένα σαλπίσματα εκαλούσαν σε συνάθροισιν γενικήν» μέχρι που η αστυνομία κάνει την εμφάνισή της: «πανικός κατέλαβε πάντας. Οι διαδηλωταί διελύθησαν υπό των εφίππων και πεζών περιπολιών. Τα καταστήματα πάντα εκλείσθησαν. Ενόμιζε τις αληθώς ότι κάτι έκτακτον συνέβαινεν». Μα τίποτα δεν μπορεί να ακυρώσει την απόφαση. Το πλοίο «Ευρώτας» σε λίγες ώρες καταφτάνει στο λιμάνι της Κέρκυρας. Μέσα βρίσκεται ο κατάδικος μαζί με τη λαιμητόμο και δύο δήμιους.

Πτωχοκομείο Κέρκυρας. Το σημείο που στήθηκε η λαιμητόμος.

Πέμπτη 3 Δεκέμβρη του 1887. Η λαιμητόμος στήνεται στο χώρο του Πτωχοκομείου Κέρκυρας. 18 χρόνια έχουν περάσει από την εκτέλεση του Ιωάννου Μίχαλα το 1869, δηλαδή από την μοναδική εκτέλεση που πραγματοποιήθηκε στο νησί, ύστερα από την ένωσή του με την Ελλάδα. Αν και παγωμένο το πρωινό, άπειρο πλήθος έχει καταφτάσει στο λόφο από τα ξημερώματα. Κάτω «η πόλις έρημος». Για την αποφυγή επεισοδίων ναύτες, μαθητές της σχολής, χωροφύλακες, πυροβολητές, στρατιώτες, έχουν σχηματίσει μια τετράγωνη ασπίδα γύρω από την λαιμητόμο. Στο κέντρο ο ιερέας γονατίζει μπρος στον κατάδικο και ψέλνει «κάτωχρος και τρεμούση τη φωνή μακράν ευχήν». Το λόγο τότε παίρνει ο Μπονάτης. Παραδέχεται πως έπραξε το έγκλημα. Φωνάζει πως είναι ο μοναδικός ένοχος και εκλιπαρεί για την αθώωση του αδελφού του. Ύστερα τον τοποθετούν στο ικρίωμα. Η μάχαιρα για άλλη μια φορά σκαλώνει στην πρώτη προσπάθεια. Την δεύτερη όμως πέφτει με πάταγο. «Η συγκίνησις, η φρίκη, ην γενική». Οι δήμιοι, φυλακισμένοι κι αυτοί που έχουν επωμιστεί τον βρώμικο αυτό ρόλο, αποχωρούν φρουρούμενοι. Το πλήθος σιγά σιγά αρχίζει να σπάει. Οι συγγενείς παίρνουν τον νεκρό σε δυο κομμάτια και κατευθύνονται με το φέρετρο στο νεκροταφείο. «Ο αρχιερεύς μετά δυσκολίας επέτρεψεν να ταφή εις τον οικογενειακόν τάφον των Μπονάτηδων».

Δευτέρα 4 Δεκέμβρη του 2017. Το πρότζεκτ 1887 θεωρεί σκόπιμο να αναδημοσιεύσει ένα μεγάλο μέρος από την επιστολή  που έγραψε ο εκτελεσθέντας μια μέρα πριν τον θάνατό του. Διαβάζοντάς την καταλαβαίνεις πως η θεολογική χροιά του μονολόγου επιβάλλεται τούτες τις στιγμές μα προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στην αθωότητα του αδελφού του.

Διαθήκη μακαρίτου Ιωάννου Μπονάτη: Πρώτον σας λέγω ότι καρατομίζομαι δικαίως, αλλά ο κακομοίρης αδελφός μου ευρίσκεται εις τα φυλακάς αθώος. Μάρτυρας ο Θεός και εγώ, διότι άλλος δεν γνωρίζει την αθωότητα του αδελφού μου. Δεύτερον σας λέγω την πεποίθησίν μου ότι και εκείνοι που τον κατατρέξανε ξεύρουν ότι είνε αθώος [..] Έχω πεποίησιν ότι πέντε έτη άμα κάνει [εις τα φυλακάς], ο Θεός θα του δώση δεκαπέντε. Θα τον προστατέψει ο Θεός ένεκα της αθωότητός του. Εάν όμως δεν υπάρχει Θεός, ο αδελφός μου θα κάμη πολύ φυλακή. Αλλά νομίζω ότι υπάρχει Θεός σύμφωνα με αυτά που λέγει η θρησκεία μας και ελπίζω που θα κάμη [στον αδελφό μου] περισσότερα λεπτά από αυτά που έχει, ένεκα που έχομεν πολλά παραδείγματα από την θρησκείαν μας. Επειδή ο αδελφός μου ούτε εις γνώσιν ήταν που θα τον φονέψω, ούτε μου είπε καθολοκληρίαν τίποτε. Αλλ’ η κακή του τύχη ήτανε να τον κράξη ο Σαμαράς να πιη καφέ δια να ευρεθούν τα κορίτσια να ειπούν ότι επυροβόλησε. Που ελπίζω να ιδήτε τα υστερνά των κοριτσιών [..] Εάν υπάρχει Θεός, ελπίζω όμως που υπάρχει, διότι αυτοί που σας λέγω ήτον πρώτοι φίλοι του αδελφού μου και κατήντησαν σήμερον πρώτοι εχθροί [..] αλλά ο καιρός είναι ιατρός και ελπίζω που με τον καιρόν θα μαθητευθή η αθωότης του αδελφού μου [..]

Μένω μακαρίτης ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΟΝΑΤΗΣ

                                                                                                       

Τα στοιχεία του παρόντος άρθρου αντλήθηκαν από ανταποκρίσεις στην Εφημερίδα «Ακρόπολις» 1 – 4 Δεκέμβρη 1887. Η αρχική εικόνα στην κορυφή είναι του Ernst Herter και απεικονίζει το άγαλμα στον κήπο της γνωστής Κερκυραϊκής έπαυλης Αχίλλειον  το 1890.

Σαμσών Ρακάς / Βικτώρια Άλεξ

 


Project 1887: Ειδήσεις ενάντιες στην επίσημη ιστορία που βρίσκονται μονίμως 130 χρόνια πριν και αποτελούν προϊόν πρωτογενούς έρευνας.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο

Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.