Ληξούρι, 4 Δεκέμβρη 1887. Η λαιμητόμος έχει στηθεί στην πλατεία αποβραδίς. Με το πρώτο φως του ήλιου ο Τιμολέων Πρόντζας από τα Βλαχάτα της Κεφαλονιάς πρόκειται να αποκεφαλιστεί μπρος στους χωριανούς του. Κι αυτοί, κάτι περισσότεροι από πιστοί στο ραντεβού τους «καθ’ όλον το διάστημα της νυκτός έφθαναν ακαταπαύστως εκ της εξοχής», παρόλη τη ραγδαία βροχή, πιάνοντας θέσεις γύρω από την πλατεία για το πρωινό δρώμενο της δικαιοσύνης.

Κατά τις 7 το πρωί «όλο το Ληξούριο παρίσταται». Κάποιοι θεατές βαστούσαν κιάλια και έβλεπαν το πλοίο «Ευρώτας» αγκυροβολημένο στο βάθος για αρκετή ώρα μέχρι που ξαφνικά μια λέμβος άρχισε να αναχωρεί από τα πλάγια του πλοίου. Έγινε αστραπιαία σούσουρο στο πλήθος. Σε λίγα λεπτά ο κατάδικος «κάτωχρος και τρέμων» βγαίνει στη στεριά και φτάνει, σχεδόν συρόμενος, στο κέντρο της πλατείας. Τα πράγματα δεν εξελίσσονται ως συνήθως. «Λίαν καταβεβλημένος και ουχί κύριος εαυτού, φαίνεται ότι επί τη θέα του απαίσιου οργάνου απώλεσεν ατυχής το λογικόν του. Παραληρεί. Θέλει να ομιλήση προς το πλήθος, αλλ’ εκ του στόματός του εξέρχονται κραυγαί». Ύστερα αρχίζει να ασπάζεται διαρκώς τον δήμιό του. Θαρρείς πως έπρεπε μέσα σε λίγα λεπτά να διοχετεύσει στον μοναδικό άνθρωπο που είχε μπροστά του ό,τι αγάπη δεν πρόλαβε σε όλη του τη ζωή. Του λέει πως τον συγχωρεί. Πως δεν φταίει εκείνος που θα τον σκοτώσει. Πως είναι απλά η δουλειά του. Τον αγκαλιάζει. Τον ξανά ασπάζεται. Σου προκαλεί εντύπωση πώς αυτός ο άνθρωπος, ακριβώς ένα χρόνο πριν, σκότωσε τον ξάδελφό του, Εμμανουήλ Πρόντζα με είκοσι μαχαιριές και επιπλέον, με τα ίδια του τα δόντια αφαίρεσε τον λάρυγγα του θύματος, όπως έγραψε η ιατρική έκθεση του καιρού. Μα το μίσος μεταξύ των δύο συγγενικών οικογενειών που οφειλόταν στους τίτλους ιδιοκτησίας της εκκλησίας του χωριού, όλοι γνώριζαν στο νησί πως ήταν άσβεστο και δε θα είχε καλή κατάληξη.

Τώρα ήρθε η ώρα του ικριώματος για τον κανίβαλο δολοφόνο. Τον ανεβάζει πάνω ο δήμιος. Όλοι οι θεατές περιμένουν επιτέλους να απευθυνθεί σε αυτούς. Να πει μερικά λόγια συγχώρεσης, όπως συνηθίζεται εκείνη τη στιγμή. Μα εκείνος δε μιλάει τα ανθρώπινα πια. Φωνάζει λόγια ακαταλαβίστικά. Βγάζει κραυγές. Λες και μιλάει μια γλώσσα μακρινή. Λες και έχει περάσει ήδη στο θάνατο. Ήταν εικοσιτριών.

.

 

«Η θρηνούσα γυνή»
Γλυπτό του Ευρυβιάδη Λαμπαδίτη.
Το έργο (εδώ στο εργαστήριο του τήνιου γλύπτη)
βρίσκεται σήμερα στο μνημείο Γερουλάνου,
στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς. Αρχείο  ΠΙΟΠ.

Συρραφή πληροφοριών από ανταποκρίσεις
στην εφημερίδα «Ακρόπολις», 4-5 Δεκέμβρη 1887

 

 

 

 


Project 1887: Ειδήσεις που βρίσκονται μονίμως 130 χρόνια πριν και αποτελούν προϊόν πρωτογενούς έρευνας