Όταν σε χτυπάει η φαινομενολογία στο κεφάλι, μια από τις φιλοσοφικές μαγκιές του προηγούμενου αιώνα, μοχθείς να σκαμπάσεις τον τρόπο εφαρμογής της. Ας πούμε απλουστεύοντας, όπως το χωράνε τα πεζά μη φιλοσοφικά μας κεφάλια, όπως μας συμφέρει, ότι είναι να βάζεις τις κρίσεις σου για τη ζωή σε παρένθεση, τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις, προκειμένου να δεις με νέο βλέμμα ό,τι σε περιβάλλει ως ενσαρκωμένη στον κόσμο συνείδηση, να δεις ό,τι σε περιβάλλει πριν αυτό διαμορφωθεί από τις λειτουργίες της διάνοιας και από ό,τι μας έχει κληρονομήσει το πολιτιστικό επίστρωμα, έναν κόσμο φαινομένων πριν λουστεί από άλλες διεργασίες. Ο κόσμος έχει πάντοτε κάτι νέο να προσφέρει στο βλέμμα, μέσα από αυτή τη στάση, καθώς γεννιέται κάθε στιγμή. Για αυτό, λοιπόν, καμιά φορά συγγραφείς, ποιητές και κυνηγοί ηδονής, πηγαίνουν σε δωμάτια ξενοδοχείων να απομονωθούν, λέει ο μύθος, να αποτινάξουν τις κρίσεις για τον κόσμο, να δουν τα πράγματα αλλιώς, να πέσουν στα γόνατα αναζητώντας καθαρή έμπνευση, ένα κάποιο βλέμμα.

Την πρώτη φορά που επιχείρησα να διαβάσω ως τουρίστας βιβλιοθηκών περί φαινομενολογίας, τόσο βαριόμουν εκείνη την περίοδο, θυμάμαι να συναντώ μετά μια ύπαρξη στο σπίτι της / και να πιάνει κουβέντα «πως πέρασες το απόγευμα, αγόρι;» / και να λέω «μελετούσα φαινομενολογία» / και να ρωτάει «θέλεις να σου δείξω ένα φαινόμενο;» / και να λέω «ναι» / και να βγάζει τα ρούχα της / και να λέει «μπροστά σου είναι. Σου αρέσουν τα βυζιά μου; Έφυγαν από τη μόδα, η εποχή της σιλικόνης πέρασε».

Και να ακολουθούν φοβερά φαινόμενα. Θυμάμαι να λέω, «ελπίζω να μην έμεινα έγκυος. Δεν θέλω να χαλάσω το σώμα μου» και να λέει, «δεν μπορείς να μείνεις έγκυος βιολογικά μιλώντας», μοστράροντας το αποκλειστικό της προνόμιο, και να λέω «εννοούσα μην κυοφορήσω τίποτα παράξενες ιδέες», και να λέει ότι «δεν θα τις αναγνωρίσω ποτέ για παιδιά μου».

Πρόσφατα, διάβασα ότι ο Σεζάν ζωγράφιζε σαν φαινομενολόγος χωρίς καν να το ξέρει. Από τον Σεζάν, ο νους μου πήδηξε εκατό και πλέον χρόνια αργότερα, στον Μπρου, έναν γάλλο ζωγράφο που με κράτησε αιχμάλωτο με ναρκωτικά στο σπίτι του, σε ένα χωριό στα Πυρηναία. Μάλλον είχα συναινέσει αλλά προσθέτει δραματικό τόνο να λες «αιχμάλωτος». Κάποια έργα του Μπρου φυσούσαν, μια κραυγή, μια πνοή σαν να γεννιέται ο κόσμος από την αρχή. Τα περισσότερα δεν μου είχαν αρέσει. Όμως, τα καλά του ήταν υπέροχα καλά. Ξεσκέπαζαν «τα φαινόμενα! Τα φαινόμενα!» που έλεγε ο Φρενχόφερ του Μπαλζάκ. Ήταν αφαιρέσεις, η ίδια η ζωή είναι όλο αφαιρέσεις –με εξαίρεση το να συσσωρεύεις λίπος- συνήθως χάνεις σταδιακά ολοένα και περισσότερα πράγματα, καθώς μεγαλώνεις, η αφαίρεση είναι χαρά για τον ζωγράφο, μέχρι που μια μέρα φτάνεις στην απόλυτη αφαίρεση, τον θάνατο, απόλυτη ευτυχία. Το μόνο που μπορεί να νικήσει τον θάνατο είναι η τέχνη, κάποιος είχε πει. Δεν υπάρχει σωτηρία για εμάς τους άτεχνους.

Εδώ, είμαι, λοιπόν: θα μείνω σε αυτό το δωμάτιο ξενοδοχείου στο κέντρο της Αθήνας, σήμερα. Για να γράψω για τον Μπρου. Ποιος είπε ότι μόνο οι συγγραφείς τα κάνουν κάτι τέτοια. Το σπίτι μου είναι σε απόσταση μόλις μισή ώρα, αν μπω στο μετρό. Είναι μια λόξα του τελευταίου διαστήματος, μερικές φορές δεν θέλω να γυρίσω σπίτι – εξάλλου άδειο είναι. Κάτι συνέβη, το παραδέχομαι. Μερικές φορές, να γυρνάς σε ένα άδειο διαμέρισμα δεν βοηθά.

Πήρα έναν φίλο να σκάσει μύτη στο ξενοδοχείο. Εξήγησα ότι «θέλω να γράψω». Αφού πλήρωσα κοτζαμάν παρακμιακό δωμάτιο στην Ομόνοια, γιατί να μην έρθει κι αυτός, έτσι για πλάκα. «Τι; Δεν έχω καλό σήμα» / «Να γράψω» / «Να ράψεις;» / «Το κινητό σου είναι κινέζικο;» / «Θέλεις να αρχίσεις το κέντημα, κατάλαβα» / «Η πραγματικότητα ποτέ δεν ακολούθησε την κατανόησή σου» / «Οι φυσιολογικοί άνθρωποι συνήθως θέλουν να γαμήσουν στα ξενοδοχεία» / «Βαριέμαι τους φυσιολογικούς ανθρώπους» / «Θα έρθω» /

«Μπορώ να γδυθώ», πρόσθεσε γελώντας, «αυτά εμπνέουν τους παλαβούς καμιά φορά». «Μπερδεύτηκα λίγο. Δεν ξέρω αν θέλω να γράψω για τον Μπρου ή για τον φίλο μου που γδύνεται σε δωμάτια ξενοδοχείων για να εμπνεύσει παλαβούς». «Δεν έχει σημασία. Ούτως ή άλλως όλοι πιστεύουν ότι βγάζεις από το μυαλό σου αυτές τις ιστορίες». «Τι εννοείς; Ωραία, δεν είμαι η φωνή μιας ολόκληρης γενιάς». «Είναι που ζούμε σε μια εποχή συντηρητικοποίησης της κοινωνίας». «Είναι που λέμε γαμώ την κοινωνία μου». «Αν δεν το κάνεις, θα σε γαμήσει αυτή». «Η ακραία κατάληξη τέτοιων προτάσεων είναι να γίνεις τρομοκράτης. Ή κοινωνιοπαθής. Μια μέρα θα σε δούμε στις ειδήσεις». «Δεν βλέπεις ειδήσεις». «Δεν υπάρχουν ειδήσεις, μόνο επινοήσεις».

Έρχεται με το μετρό.

Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι γυμνοί. Είναι παλιά συνήθεια, λέμε τα πάντα, τη γυμνή αλήθεια. Αν δεν είναι αυτό φαινομενολογική μέθοδος, να μένεις τσιτσίδι, τότε τι διάβολο. Αρχίζει να λέει για το χωρισμό του, κλαίει. Η Μαρία τον άφησε. Ποια Μαρία αυτή τη φορά, έχασα λογαριασμό, τα φτιάχνει μόνο με Μαρίες: είναι μια μορφή οιδιπόδειου, μοιάζει λίγο με τον Ιησού στο μαλλί. Μια φορά ήθελε να σώσει τον κόσμο και έβγαλε λόγο σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, στην πλατεία Συντάγματος. Σε λίγο ξεχνάει τη Μαρία. Μετά μιλάει για την καινούρια του δουλειά. Όλα φαίνεται να πηγαίνουν καλά, έχει μια ευκαιρία για προαγωγή. Όλοι λατρεύουμε τις ευκαιρίες του καπιταλιστικού συστήματος. «Τα δικά σου νέα;» θυμάται να ρωτήσει. Ποτέ δεν ξέρω τι να λέω όταν με ρωτάνε νέα μου. Το διαρκές απρόβλεπτο καταντά μονοτονία. Τόσο που κόβεται.

Το κρεβάτι τρίζει, «δεν μπορείς να κάνεις σεξ χωρίς να σε ακούσουν», παρατηρεί. «Δεν θα κάνουμε κάτι», επισημαίνω. Το ζευγάρι στο διπλανό δωμάτιο φαίνεται να ζωηρεύει. «Με πονάς». Καθόλου ηχομόνωση. Ακούγονται μαστιγώματα, λέμε ότι είναι ζώνη, αυτός έβγαλε τη ζώνη του παντελονιού του. Αυτή στήθηκε. «Με πονάς», φωνάζει ξανά. Αλλά την ίδια στιγμή γελάει. Δεν πείθει, είναι αφύσικη και τη λέμε Φαίη από το φέηκ. «Μη σταματάς, σε παρακαλώ». Από τη φωνή της την κάνουμε περίπου δεκαεννιά. Αυτός εικοσιπέντε, βρίσκεται ακόμη σε προγλωσσική φάση, κάνοντας μόνο «Ωωωω». Η γλώσσα γεννήθηκε τη στιγμή της συνουσίας, η γυναίκα μίλησε πρώτη: «Εσύ, άντρα, πάρε τον απαγορευμένο καρπό!» «Ωωωωω». Τον λέμε Γιάννη επειδή όλοι οι Γιάννηδες κάποια στιγμή έχουν πηδήξει γκόμενα σε ξενοδοχείο. «Κατέβασε τη φόρμα μου», λέει η Φαίη. Μάλιστα, τα παιχνίδια ξεκίνησαν με ρούχα. Μένουν ακόμη με τους γονείς τους, είναι από τα νεαρά ζευγάρια που πρέπει να πηγαίνουν σε ξενοδοχεία να πηδηχτούν. Βουλωμένο γράμμα διαβάζουμε ή βουλωμένη μεσοτοιχία. Η Φαίη φωνάζει ολοένα και περισσότερο. Εξακολουθεί να μην πείθει. Ο Γιάννης κάτι αγκομαχητά. Με τον φίλο μου αρχίζουμε να προσποιούμαστε ότι το κάνουμε και εμείς, για να παραβγούμε σε φωνές το διπλανό ζευγάρι: «Θέλω να μου το χώσεις όλο» / «Το θέλεις πολύ; Τσουλάκι» / «Έτσι, ψωλαρά μου» / «Το βάζω μέχρι τα αρχίδια» / «Σκίσε μου την τρύπα» / «Είμαι το πουτανάκι σου» /

Σε λίγο Φαίη και Γιάννης έχουν ηρεμήσει και ακούν τη δική μας αληθινά φέηκ παράσταση.

Αργά. Φαίη και Γιάννης έχουν φύγει. Τσεκ άουτ, να γυρίσουν να κοιμηθούν στα σπίτια τους, δίπλα στη μαμά και στο μπαμπά. Ο απογαλακτισμός δεν χαρακτήρισε ποτέ την ελληνική οικογένεια.

Μεσάνυχτα. Δεν ακούγεται τίποτα.

Κάθομαι στη λεκάνη της τουαλέτας. Η πτώση μιας μικρής κουράδας κάνει πλαφ, αναπηδά στο νερό, πλαφ, πιτσιλιές βρέχουν τον πισινό μου. Χαζεύω διάφορα μηνύματα στο κινητό. Στον παράδεισο δεν υπάρχουν κινητά τηλέφωνα. Ανοίγω το ντους. Σε λίγο μυρίζω σαμπουάν φτηνού ξενοδοχείου.

Αργάμιση.

Θαρρώ πεινάω. Αυτός κοιμάται. Ονειρεύεται μια Μαρία. Τρώω μισό μπαγιάτικο κουλούρι που βρίσκω ξεχασμένο στο σάκο μου. Ξεκινώ να γράφω αυτό το κείμενο, μάλλον για τον Μπρου. «Κόβω το πετσί μου ότι είσαι καλλιτέχνης», είχε πει εκείνη την ημέρα καθώς με αντίκρισε να τριγυρνώ αφηρημένα. Είχε στήσει το καβαλέτο του και ζωγράφιζε δίπλα στο ποτάμι. «Δεν έχω κανένα ταλέντο, σου το υπόσχομαι», αντιγύρισα. Ρώτησα αν ζωγραφίζει συχνά en plain air. Είπε πως όχι. Και συνέχισε να μιλάει και να μιλάει και να μιλάει. Νοικιάζει τρία διαμερίσματα. Τα πήρε με δάνεια. Πουλάει πίνακες, όχι πολλούς μα κάτι βγαίνει. Έτσι ζει. Ρωτάει αν έχω δικό μου διαμέρισμα στην Αθήνα. «Ενοίκιο», τον πληροφορώ, «θα ήταν φοβερά καταθλιπτικό να μη μπορεί κανείς να αλλάζει σπίτια ή να αποπληρώνει δάνεια στεγαστικά μέχρι να γεράσει». «Είναι σαν να πετάς τα λεφτά σου, το ενοίκιο, δεν θα βγάλεις ποτέ χρήματα έτσι», δίνει συμβουλές. «Και τι διάβολο κάνεις εδώ στην Τουλούζη;» θυμάται να ρωτήσει. «Ταξιδεύω, όποτε βγάλω κανένα φράγκο, ταξιδεύω». «Γιατί ταξιδεύεις;». «Για να χάσω το πρόσωπό μου».

Κινώ να τον χαιρετίσω, να φύγω, μαζεύει τα συμπράγκαλά του. Περπατάει μαζί μου δυο ώρες, από μέσα μου θέλω να με αφήσει ήσυχο πια, αλλά δεν φεύγει, σουλατσάρουμε αδιάφορα στην πόλη, μέχρι να νυχτώσει. Και μιλάει και μιλάει και μιλάει. Και μιλάμε και μιλάμε και μιλάμε. «Αύριο θα σου κάνω το τραπέζι, πρέπει οπωσδήποτε να έρθεις σπίτι μου», ορκίζεται. «Θα μαζέψω μανιτάρια στο δάσος να μαγειρέψω», λέει. «Μένω λίγο παραέξω, έλα στο σιδηροδρομικό σταθμό να με συναντήσεις στις δώδεκα το μεσημέρι, έχω αυτοκίνητο», καταλήγει. Κανείς δεν έχει μαζέψει μανιτάρια για εμένα, σκέφτομαι. «Θα έρθω», ανακοινώνω / για να τον ξεφορτωθώ / η καρδιά μου παίζει πρωτόγονο ταμπούρλο, μόλις δέχτηκα να πάω στο σπίτι κάποιου που ελάχιστα γνωρίζω, σε ένα ξένο μέρος. Παίζει να μην πάω. Παίζει να μην έρθει στο σταθμό την επομένη. Εδώ που τα λέμε, το πιο πιθανό είναι να μην έρθει. Το πιο λογικό είναι να μην πάω. Αλλά θέλω, το θέλω πολύ. Έχει κάτι χαοτικό πάνω του, μυρίζει καταστροφή από χιλιόμετρα. Δεν ζούμε πολλές φορές. Σχεδόν πρέπει να το κάνω. Ψυχαναγκαστικά. Αν όχι, δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα συμβεί. Θα πάω. Δεν θα πάω. Θα γυρίσω ένα κέρμα. Θα ρίξω μια πασιέντζα. Θα πιω ένα ντάκιρι αντί μαργαρίτας. Βροντάει, έρχονται ακραία καιρικά φαινόμενα. Τρυπώνω σε ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ, παίζει παλιό αμερικάνικο σινεμά, βλέπω το Thundercrack!, στην οθόνη η Marion Eaton, μισότρελη υποδέχεται απρόσκλητους επισκέπτες, διαλαλεί «δεν έχω χρήματα, μόνο αναμνήσεις».

Γυρνάω στο δωμάτιο που νοικιάζω.

Πηγαίνει κάπως έτσι την επομένη. Θυμάμαι να βρέχει. Θυμάμαι να βγαίνει από το αυτοκίνητο έξω από το σταθμό για να τον δω. Θυμάμαι να λέω μια μπούρδα, όπως ότι «το περίμενα ότι θα έχεις κατσαριδάκι». Θυμάμαι να οδηγεί πολλή ώρα. Θυμάμαι να ανησυχώ για το πού πηγαίνουμε. Θυμάμαι να λέω για πλάκα, «ελπίζω να μη με σκοτώσεις». Έχει ειπωθεί ότι το σύμπαν δεν ακούει το αποφατικό μόριο, ακούει «ελπίζω να (μη) με σκοτώσεις»: παίρνει έναν αριθμό η ευχή, μια κοσμική ρουλέτα περιστρέφεται και σε όποιους κάτσει η μπίλια την έχουν βάψει ή καταβρεί.

«Γιατί ταξιδεύεις;». «Για να χάσω το πρόσωπό μου».

Θυμάμαι τον Μπρου να μαγειρεύει. Θυμάμαι τον Μπρου να στρίβει μπάφους. Θυμάμαι τον Μπρου να προτείνει ένα χάπι και να λέει, «το έφερα από τη Λυών, είναι ό,τι καλύτερο κυκλοφορεί αυτό το διάστημα». Θυμάμαι να μην έχω ξαναφάει τόσο νόστιμα. Θυμάμαι τον Μπρου να μαγειρεύει ξανά. Θυμάμαι να βάζει στο youtube τραγούδια. Θυμάμαι να ζητάει να βάλω zorbas. Θυμάμαι να χορεύει sirtaki. Θυμάμαι το σώμα του να κάνει πράγματα στο σώμα μου. «Α, είμαι πολύ περισσότερο εραστής παρά ζωγράφος».

Θυμάμαι να βραδιάζει. Θυμάμαι να ξημερώνει. Θυμάμαι να βραδιάζει ξανά. Θυμάμαι ο χρόνος να χάνεται.

Θυμάμαι να μοστράρει ό,τι ζωγράφισε το τελευταίο διάστημα. Θυμάμαι να ξεκινά να μπογιατίζει ένα μουσαμά. Θυμάμαι να λέω, «ό,τι ζωγραφίσεις στο εξής, από την ημέρα που με γνώρισες, θα είναι –μετά από χρόνια- τα καλύτερά σου έργα». Θυμάμαι να λέει, «μείνε εδώ για πάντα». Θυμάμαι να μη θέλω να φύγω. Θυμάμαι να λέει, «αλήθεια, μείνε». Θυμάμαι να φεύγει για μια δουλειά με το αυτοκίνητο. Θυμάμαι να λέει, «θα γυρίσω το μεσημέρι, θα μαγειρέψω ψάρι». Θυμάμαι μάταια να προσπαθώ να κοιμηθώ στη συνέχεια. Θυμάμαι ότι τόσες μέρες δεν με άφησε να κοιμηθώ καθόλου. Θυμάμαι να ανοίγω την πόρτα. Θυμάμαι να βγαίνω στο δρόμο. Θυμάμαι να περπατάω. Θυμάμαι να κάνω ωτοστόπ. Θυμάμαι να αλλάζω δυο αυτοκίνητα. Θυμάμαι να περπατάω ξανά. Θυμάμαι να γυρίζω στο νοικιασμένο δωμάτιο στην πόλη. Θυμάμαι ότι δεν γεννήθηκα για μια ευτυχισμένη ζωή. Θυμάμαι ότι είμαι κυνηγός φαινομένων ή παλαβός. Ο κόσμος έχει πάντοτε κάτι νέο να προσφέρει. Θυμάμαι ότι κυρίως μου αρέσει να κοιμάμαι. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το έσκασα. Θυμάμαι ότι κοιμάμαι δυο μέρες στο νοικιασμένο δωμάτιο. Θυμάμαι ότι μπαίνω σε ένα αεροπλάνο μετά. Θυμάμαι ότι βαριέμαι στην Αθήνα.

Και σταματάω να θυμάμαι. Και σκέφτομαι, τώρα δα, βρίσκομαι σε ένα ξενοδοχείο στην Ομόνοια. Κανένα φοβερό φαινόμενο δεν ξημερώνει, γράφω ένα κείμενο, ένας φίλος μου ροχαλίζει στο κρεβάτι, η Φαίη και ο Γιάννης ίσως να μην ξαναβρεθούν ποτέ –όχι με αυτά τα ονόματα-, και όλοι το ξέρουμε πως οι απόπειρες ερασιτεχνικής φαινομενολογίας είναι ένα αστείο, ένα ακόμη καπρίτσιο, επειδή η ομορφιά βρίσκεται στα πιο παράξενα μέρη.

Ξημέρωσε.

Ας είναι αυτή η ευλογημένη μέρα μετά από την οποία δεν θα ξαναγράψω τίποτα πια (ορισμένοι φίλοι θα κάνουν πάρτι για αυτό, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους).

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κίμωνας Θεοδώρου
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα για τον Κίμωνα Θεοδώρου. Πέρα από το γεγονός ότι πιθανόν αδυνατεί να αντισταθεί σε τρία πράγματα: (συμπληρώνεις ό,τι θέλεις).