Διηγείται ο Νίκος Καρούζος¹ πως κάποιος («μάλλον μεθυσμένος») τον σταμάτησε στη Βασιλίσσης Σοφίας και άρχισε να απολογείται. «Δεν έχω κάνει τίποτα» του επαναλάμβανε. «Δεν έχω κάνει τίποτα, κι ας λένε». Και συνεχίζει ο ποιητής συμπεραίνοντας: «[…] Δηλαδή εκείνη τη στιγμή εγώ […] εκπροσωπούσα στην πλαστή του ενοχή το δικαστή ή τον εξομολόγο. […] Για δες, σκέφτηκα, τελικώς η λεγόμενη έσχατη κρίση στους ουρανούς επισυμβαίνει στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. […]»

Περιμένοντας στην ουρά, στο ταμείο ενός σουβλατζίδικου, μια κοπέλα (μάλλον νηφάλια) που με περιτριγύριζε άρχισε να χτυπά τις γροθιές της στο σακίδιό μου, με ρυθμό αργό και συνθηματικό. Αυτή της η κίνηση συνοδεύτηκε από την σπαστή έκκληση «Μη με καρφώσεις» και, ακολούθως, από τη σαφή δήλωση «Αν με καρφώσεις, θα σε σκοτώσω». Εντοπίζω, λοιπόν, την εν λόγω συνθήκη – μετασχηματισμένη πια· κινούμενη, δε, κατ’ όπως φαίνεται, προς το ακρότατό της, με βήμα ταχύ. Έχοντας ξεμπερδέψει μια και καλή με το ενδεχόμενο της αθωότητάς μας, σκιαγραφώντας την εσωτερικά ως εκ των προτέρων αδιανόητη (με αυτό έχουμε να κάνουμε εδώ), το «σημείο εκκίνησης» δεν είναι παρά η ίδια η βεβαιότητα της ενοχής μας. Η ενοχή είναι, πια, η πρώτη μας προκείμενη· και αφού δεν έχουμε σκοπό να υπερασπιστούμε την αθωότητά μας (την έχουμε ήδη αποκλείσει) έναντι έστω και κατά φαντασίαν κατηγοριών, το μόνο που μας μένει -με μπολιασμένη αυτήν την ψευδεπίγραφη ενοχή- είναι να αποφύγουμε με κάθε κόστος -άλλωστε ένοχοι είμαστε, τι είχαμε τι χάσαμε- την επικείμενη τιμωρία μας, την εξίσου με την ενοχή μας βέβαιη. Έτσι, ο Άλλος δεν είναι πλέον δυνάμει «εξομολόγος» ή «δικαστής» μας. Είναι, κατά βάση, δυνάμει «προδότης» μας· και επειδή το αμάρτημα της προδοσίας είναι από τα πλέον βαρέα (ας θυμηθούμε το Δάντη και την Κόλασή του), η προσπάθειά μας να το «προλάβουμε» πριν συντελεστεί εις βάρος μας επιβάλλεται να είναι σφοδρή. Εδώ έγκειται και το κρίσιμο «ακρότατο»: πεπεισμένοι για την ενοχή μας, είναι επόμενο να αμφιταλαντευόμαστε μεταξύ του να παρακαλέσουμε ή να φοβερίσουμε τον δυνητικό μας καταδότη και του να τον εξολοθρεύσουμε οριστικά. Εάν η ισχύς αυτής της έξωθεν υπαγορευμένης και ολωσδιόλου πλασματικής ενοχής μάς αναγκάσει να επιλέξουμε τη δεύτερη και δραστικότερη λύση, τότε η ενοχή μας θα καταστεί αυτοστιγμεί πραγματικότερη από ποτέ.

 


¹βλ. περιοδικό «ζάλη», τχ. 2, Μάρτιος 1985 και περιοδικό “Κορέκτ”, τχ. 1, Απρίλιος 2014, συνέντευξη του ποιητή στους Γιώργο Ίκαρο Μπαμπασάκη και Θάνο Σταθόπουλο.

 

Η κεντρική εικόνα αποτελεί σκηνή από την εικονογράφηση του Botticelli για τη Θεία Κωμωδία  

 

.

.

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πάνος Κουτούλιας
Ο Πάνος Κουτούλιας γεννήθηκε το 1996 στην Αθήνα, όπου και ζει. Είναι φοιτητής στο τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Α.Σ.Κ.Τ. . Η πρώτη του ποιητική συλλογή “Προϊστορία για έναν” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Υποκείμενο.