Ξημερώνει 18 Δεκέμβρη 1887. Ο «Ευρώτας» έχει ήδη φτάσει στον Πειραιά από τις φυλακές Αιγίνης όπου είχε πάει να παραλάβει τους τρεις κατάδικους. Στην σημερινή εκτέλεση θα καρατομηθούν ο 34χρονος Μενέλαος Βλαχοπαναγιώτης ή Αχλάδας από την Κυνουρία, ο 36χρονος Νικόλαος Λεοντόπουλος ή Λέοντος από την Άμφισσα και ο 26χρονος Νικόλαος Παρώδης ή Αγγελέτος ή Εξοχή(!) από το νησί της Άνδρου. Οι πολυώνυμοι πειρατές στις 31 Μαρτίου του 1886 μπήκαν στο πλοίο «Ποσειδών», μαχαίρωσαν έναν ναύτη, σκότωσαν τον πλοίαρχο, έκλεψαν 19.000 φράγκα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ο τόπος δράσης τους ήταν η θάλασσα του Μαρμαρά στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα η νήσος Πρώτη στα Πριγκιπονήσια. Αρκετές μέρες μετά ομολόγησαν το έγκλημά τους καταλάθος πάνω σε ένα μεθύσι. Τότε συνελήφθησαν και με αυτόπτη μάρτυρα τον ναύτη, καταδικάστηκαν σε θάνατο.


Όταν πήγα να συναντήσω τους κατάδικους, ο «Ευρώτας» ήταν αγκυροβολημένος δίπλα στο ρωσικό πλοίο «Στρελώκ». Βρήκα και τους τρεις δεμένους αλλά μπορούσαν να καπνίζουν. Ο Παρώδης ήταν αρκετά ομιλητικός ενώ οι υπόλοιποι ήταν καταβεβλημένοι. Όλοι αρνούνταν τον φόνο. «Ας όψεται ο Παλαιοκρατάς» έλεγε ο Λεοντόπουλος, αναφερόμενος στον ναύτη που ήταν η αιτία να καταδικαστούν και μας είπε ότι θέλει να αφήσει ό,τι έχει στην αδερφή του, την Ελένη. Ο Παρώδης από την άλλη παραπονιόταν για την όμορφη αλλά παραδόπιστη σύζυγό του, Φραντζέσκα: «Ούτε που μου έγραψε, ούτε ήρθε να με δει. Μόνο μία φορά ήρθε. Ξέρεις γιατί; Της είπα τάχα ότι είχα κάπου κρυμμένα χρήματα και να έρθει στη φυλακή να της πω πού είναι. Πραγματικά «φυσέκι μού παρουσιάστηκε την επόμενη μέρα». Ο Βλαχοπαναγιώτης βέβαια ήταν αρκετά συγκινημένος και είπε ότι παρακάλεσε τους συγγενείς του να μην πουν τίποτα στη μητέρα του, να την αφήσουν να περάσει τις γιορτές πρώτα. Ήταν αρκετά αδύναμος γιατί αρνούνταν την τροφή στην προσπάθειά του να πεθάνει από την ασιτία.

Οι δήμιοι

Αυτή τη φορά, μετά τους κατάδικους επισκέφθηκα και τους δήμιους. Έτρωγαν κι έπιναν σα να μην υπήρχε αύριο. Ο Τελώνης φορούσε μια ρ ό μ π α  έχοντας δύο σκυλιά δίπλα του (Οσμάν και Ελπίδα) και ο Αμοιραδάκης είχε στα γόνατά του μια γάτα. «Τρώμε με τα παιδιά μας» μου είπαν (προσπαθώντας να δείξουν την ανθρώπινη πλευρά τους) κι εύχονταν να τελειώσουν οι εκτελέσεις επιτέλους. «Δεν είμαστε εμείς οι δολοφόνοι» έλεγαν «απλώς εκτελούμε τις εντολές των άλλων».

Η Εκτέλεση

Στον Πειραιά επικρατούσε μεγάλη και ασυνήθιστη κίνηση. Από την Αθήνα είχαν ήδη καταφθάσει από χθες το απόγευμα. Τα καφενεία είχαν γεμίσει με κόσμο και τίποτα δε θύμιζε στην πόλη το μελαγχολικό κλίμα των προηγούμενων ημερών. Στα ξενοδοχεία δεν υπήρχε κρεββάτι ελεύθερο και όσοι δεν είχαν βρει έμειναν άγρυπνοι ή ξενύχτησαν στα  καφωδεία ώστε να προλάβουν να βρουν θέση το πρωί στο πρωτόγνωρο θέαμα. Τα ξημερώματα πλήθος άπειρο έφτασε στο σημείο της εκτέλεσης, περίπου 8.000 κόσμος, και χωρίς καμία αμφιβολία πάνω από 20 χιλιάδες άνθρωποι πέρασαν από τον Πειραιά από χθες μέχρι και σήμερα.

Το σημείο της εκτέλεσης ήταν στο πίσω μέρος του νεκροταφείου του Πειραιά, εκεί που βρίσκεται η πλατεία με τα χαμαιτυπεία και τα λογιών λογιών πορνεία του λιμανιού. Εκεί ακριβώς που είχε εκτελεστεί δια τουφεκισμού ο 23χρονος Κουτσούκος πριν από μερικούς μήνες. Στις 6.30 π.μ. φάνηκαν οι δήμιοι. Ο Τελώνης φανερά μεθυσμένος και ο Αμοιραδάκης σιωπηλός προετοίμασαν την λαιμητόμο. Στις 7:15 η φράση «τους φέρουν, τους φέρουν» απλωνόταν παντού μέσα στο τεράστιο πλήθος: οι άμαξες με τους κατάδικους πλησίαζε συνοδεία έφιππων χωροφυλάκων.

Στο βάθος με τα κυπαρίσσια το σημείο του παλαιού νεκροταφείου απ’ όπου επιστρέφουν και οι μαυροντυμένες γυναίκες.

Πρώτος στο ικρίωμα ανέβηκε ο Βλαχοπαναγιώτης. Ατάραχος μέχρι το τέλος φώναξε προς το πλήθος «εγώ δεν έβαψα τα χέρια μου με αίμα… εγώ μόνο για λαθρεμπόριο πήγαινα όχι για φόνο», και αφού τον πρόσδεσαν, έριξαν την μάχαιρα. Δυστυχώς όμως, η κάτω σιαγόνα είχε μείνει στο σώμα του κατάδικου κι έτσι έπρεπε να επαναληφθεί η πτώση της λαιμητόμου. Αυτά γίνονται όταν είναι μεθυσμένοι οι δήμιοι! Επόμενος στο ικρίωμα ήρθε ο Παρώδης. Το θέαμα ήταν οδυνηρό. Έτρεμε ολόκληρος, δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε λέξη και με δυσκολία ζήτησε λίγο νερό. Με προθυμία του έδωσαν από ένα μεγάλο δοχείο, συγκεκριμένα, ήταν το δοχείο του νερού που ξέπλεναν την λαιμητόμο από τα αίματα. Με σιγανή φωνή ο Παρώδης είπε πως έφταιγε και να παραδειγματιστούν από το πάθημά του. Η μάχαιρα έπεσε. Τελευταίος ανέβηκε ο Λεοντόπουλος έχοντας την ίδια τύχη. Ο πέλεκυς ξανάπεσε, η δικαιοσύνη ικανοποιήθηκε, τα πλήθη παραδειγματίστηκαν. Αν και δεν ήταν λίγοι αυτοί που άρχισαν να λιθοβολούν τους δήμιους, οι οποίοι φυγαδεύτηκαν άρον άρον. Μα τότε κάτι πιο παράξενο συνέβη. Μέσα στην διάλυση του πλήθους ο κρατικός γιατρός περιεργαζόταν το κεφάλι του κατάδικου. Δεν ξέρουμε τα αποτελέσματα των πειραμάτων του αλλά κυκλοφόρησαν οι φήμες ότι αφότου ανέσυρε την κεφαλήν, την άκουσε ακόμη να τραυλίζει «κρίμα, κρίμα, κρίμα».

Και κάπως έτσι λοιπόν έληξε για φέτος η περιοδεία της λαιμητόμου.
Ή μήπως όχι;

Πανοραμική λήψη του Πειραιά των τελών του 19ου αιώνα. (Μουσείο Hallwylska, Στοκχόλμη). Λεπτομέρεια της εικόνας αποτελεί το εξώφυλλο στην κορυφή αυτής της ανάρτησης.

 

Συρραφή από δημοσιεύσεις στην «Ακρόπολις» [15-19 Δεκέμβρη 1887] και «Εφημερίς» [19 Δεκέμβρη 1887]

 


Project 1887: Ειδήσεις ενάντιες στην επίσημη ιστορία που βρίσκονται μονίμως 130 χρόνια πριν