Δεν είμαι ο ειδικότερος για να μιλήσω για τον Ν. Λαπαθιώτη αλλά το επιχειρώ γιατί νιώθω πως οι περισσότεροι ειδικοί, στην περίπτωση του Ναπολέοντα, πιότερο κακό του προκαλούν παρά καλό του κάνουν.

Λίγο καιρό πριν πεθάνει, ο διευθυντής της Νέας Εστίας Πέτρος Χάρης λαμβάνει ένα γράμμα κατά το οποίο ο ετοιμοθάνατος Λαπαθιώτης του ζητάει μιαν ύστατη χάρη: να αναλάβει το ποιητικό του αρχείο μετά την αυτοκτονία του. Εκείνος, παρόλο που μοιάζει ο ιδανικότερος λόγω ευχέρειας, αρνείται για λόγους που στο μυαλό μιας συντηρητικής ύπαρξης μοιάζουν ανθρωπιστικοί. Έτσι το αρχείο του μένει αναξιοποίητο, περιφέρεται, σκορπίζει. Ο Άρης Δικταίος κάνει 20 χρόνια αργότερα μια πρώτη απόπειρα παρουσίασης του Λαπαθιώτη στηριζόμενος σε ένα ελλιπές αρχείο. Αν και βάζει κάπως σε μια τάξη το χάος, επιλέγει ταυτόχρονα να αποκρύψει συνειδητά στοιχεία, να βγάλει τις εμμονές του και τα κόμπλεξ του, αποκαλώντας τον Μήτσο Παπανικολάου, στενό φίλο του Ναπολέοντα, «τον πιο χολερικό άνθρωπο που έχει συναντήσει», τον ίδιο το Λαπαθιώτη «καλοπερασμένη μεγαλοκοπέλα» και γενικά να σιχτιρίσει την καλιαρντή ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην ποιητική παρέα. Κι όλα αυτά από μία και μόνο συνάντηση που έκανε μαζί τους. Το 1992 ο Χρηστάκης εκδίδει μια μικρή μονογραφία για τον Λαπαθιώτη άκρως αντιποιητική και σκανδαλοθηρική, μαρτυρώντας αδιάκοπα στις σελίδες της όλες τις «κρυφές αδελφές» των Αθηνών, όπως τις αποκαλεί, πράττοντας ακροβασίες στο μυαλό του περί «…παραβίασης της παιδικής αθωότητας του Λαπαθιώτη» από τον δάσκαλο του πιάνου, και γενικά μόνη του φιλοδοξία είναι να τεκμηριώσει τις σεξουαλικές παρεκκλίσεις του Λαπαθιώτη στη ζωή και στο έργο του, νιώθοντας μέσα του πως ανακαλύπτει την Αμερική. Από την άλλη πλευρά, ο ερευνητής Νίκος Σαραντάκος, σε δημοσίευση του στη Νέα Εποχή το 1984, παρόλη την αγάπη του για τον ποιητή, θα κλείσει υποτιμητικά το αφιέρωμά του χαρακτηρίζοντάς τον Λαπαθιώτη έναν ωραίο άνθρωπο αλλά αδύναμο γιατί έφυγε χωρίς να πει τη λέξη που ήθελε να πει, υπονοώντας ξανά την ομοφυλοφιλία του. Λες και ο ποιητής ήταν υποχρεωμένος να αλλοιώσει το ποιητικό του ύφος για να ικανοποιήσει τον κιτρινισμό του αναγνώστη. Λες και ο Λαπαθιώτης δεν έκανε ψωνιστήρια εδώ και ‘κει, δεν συμβίωνε ανοιχτά με άντρες στο σπίτι του, δεν του λογόκριναν ποιήματα επειδή εκθείαζε τον ομοερωτισμό. Γενικά θα λέγαμε πως στην περίπτωση του Λαπαθιώτη η υπέρμετρη ενασχόληση των ιστορικών και των φιλολόγων με την σεξουαλικότητά του έχει σταθεί εμπόδιο στην ανάδειξη μιας ουσιαστικής βιογραφίας, παρασύροντας την ουσία της εργασίας σε φασαριόζικες ζώνες, σκεπάζοντας σημαντικές πτυχές της ζωής και του έργου του. Όπως για παράδειγμα τον θάνατό του: και θα εξηγήσω τι εννοώ ευθύς αμέσως:

«Εις την προθήκην ενός καταστήματος της οδού Πανεπιστημίου εξετέθησαν χθες προς πώλησιν μπανάνες. Ένα μεγάλο κλωνάρι γεμάτο από μικρές μπανάνες είχε γίνει θέαμα των διαβατών, οι οποίοι είχαν κυκλώσει την βιτρίνα γλείφοντες τα χείλη των. Εννοείται ότι κανείς δεν τολμούσε να ερωτήση για την τιμή των, μια που ο ευφυής επιχειρηματίας εφρόντισε να μην την επικολλήση επάνω»

Η είδηση αυτή δημοσιεύτηκε λίγες ώρες μετά την κηδεία του Λαπαθιώτη και την εντόπισα χωρίς ιδιαίτερο κόπο στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» στις 13.1.1944. Είναι μία από τις συνηθισμένες μικρές ειδήσεις εκείνου του μακάβριου καιρού και την επιλέγω απλώς για να καταδείξω ενδεικτικά, μα απολύτως αντιπροσωπευτικά, το κλίμα παραλογισμού που επικρατούσε τις κατοχικές εκείνες μέρες, το κλίμα αδυνατότητας για ζωή, ειδικά για ανθρώπους που το μόνο που επιζητούν είναι τι; η αναζήτηση μιας ρυθμικής υπέρβασης, η κατασκευή μιας καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας προς αναζήτηση ενός εξωφρενικού κάλλους. Θέλω να πω μονάχα τούτο: η αιτία της αυτοκτονίας του δεν μπορεί να περιοριστεί σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης, όπως τονίζουν οι περισσότεροι ερευνητές. Ούτε είναι οξυδερκές το συμπέρασμα άλλου ερευνητή που καταλήγει να θεωρεί τον Λαπαθιώτη έναν άνθρωπο δειλό. Άλλοι σημειώνουν πως ο Λαπαθιώτης έφυγε συντετριμμένος από το καβαφικό του πάθος. Ή από τον νοσηρό του ρομαντισμό. Αστειότητες που δεν εκφράζουν παρά μονάχα ένα μικρό μέρος από την αλήθεια που συμφέρει τον καθένα. Γνώμη μου είναι πως ο θάνατος του Λαπαθιώτη βαστάει από την πάστα των μεγάλων ανδρών. Ο αυτοπυροβολισμός του στην καρδιά τα μεσάνυχτα της 7ης Γενάρη, που τον έριξε πάνω σε ένα στρώμα χωρίς σεντόνι, αποτελεί εκείνη τη στιγμή μια ηχηρότατη δήλωση για όποιον είχε τα αυτιά να ακούσει, μια ομολογία περί διάχυτης παράνοιας, ένα σωματικό statement προς όλες τις κατευθύνσεις. Όσοι δεν κατανοούν το συμβολισμό και προσδίδουν στο θάνατό του ατομιστικά χαρακτηριστικά μοιάζουν αιχμάλωτοι μιας χλιαρής φιλολογίας.


«Τρικυμίζει μέσα μου το Θείο Πνεύμα της Καταστροφής»

Γιατί επίσης την στιγμή που συμβαίνει, μετά από ποιητικό έρανο, η κηδεία του την Τρίτη 11 του Γενάρη του ’44, ακριβώς εκείνη τη στιγμή περνούν από πάνω τα αγγλικοαμερικανικά μαχητικά και κατευθύνονται στον Πειραιά για την πιο ανεξήγητη και ίσως την πιο παρανοϊκή μέρα του πολέμου. Ο μεγάλος βομβαρδισμός του λιμανιού από συμμαχικά αεροπλάνα, -που ακόμη και σήμερα κανείς δεν ξέρει ακριβώς για ποιο λόγο συνέβη-, με τους εκατοντάδες άμαχους νεκρούς, που «έκανε τον Περαία σωστό νεκροταφείο», όπως αναφέρει και το ρεμπέτικο, αφιερωμένο στην μέρα εκείνη, συμβαίνει τη στιγμή που κηδεύεται ένας φιλειρηνιστής, ένας πολεμιστής της ομορφιάς, αυτός ο υμνητής της αττικής νύχτας, Ναπολέοντας Λαπαθιώτης. Αμφιβάλλω αν του τελέσανε και τη νεκρώσιμη ακολουθία ή τον έριξαν στον τάφο άρον άρον.

Δε νιώθω καθόλου υπερβολικός. Ας ανατρέξουμε στις πραγματικές πηγές κι ας αφήσουμε τις δικές μου θεωρίες. Στον επικήδειο που του κάνει στην εφημερίδα «Πρωΐα» στις 12.1.1944 ο Γ. Βαλέτας, ένας άνθρωπος συντηρητικός, που παρόλη την αγάπη που του έτρεφε, θεωρούσε τον Λαπαθιώτη μέτριο ποιητή και «ντελιτάντη», έναν ομιλούντα της δημοτικής σαν «καθυστερημένος εστέτ», «με νοθεμένο γλωσσικό αίσθημα», ακόμη κι αυτός το μαρτυρά πως «έπεσε σαν πολεμιστής πολιορκημένος από παντού», πως η φυγή του αποτελεί μια «αυτοχειριαστική διαμαρτυρία», και πως ο κρότος του όπλου ακούγεται σαν μια «επωδή εξορκισμού του κόσμου που φεύγει». Ενώ στα «Φιλολογικά Χρονικά» (Τευχος 1, 1 Μαρτίου 1944, σελ. 59) θα γραφτεί ακόμη πιο καθαρά: «η θεληματική του φυγή θα πρέπει ίσως να εξηγηθεί σαν μια τελευταία διαμαρτυρία που την υπογράμμισε με το αίμα του».


«Ψυχές με κλάματα έχουν γίνει»

Για να επεκτείνω το συλλογισμό μου θα διαφωνήσω και σε κάτι επίσης σημαντικό που δεν τιμά τον ποιητή και γράφεται κατά κόρον επιβεβαιώνοντας την αμβλυωπική αντιμετώπιση της έρευνας. Υποβιβαστικές εκφράσεις όπως «αριστοκράτης μοσχαναθρεμμένος», «που δεν κατάφερε ποτέ να ανεξαρτητοποιηθεί από τους γονείς του», «κακομαθημένος» ή «ανίκανος βιοπορισμού» και «άπραγος», εκφράσεις όλες τους που κατά βάση υπονοούν έναν ποιητή κάπως μαμόθρεφτο και βολεψάκια, δεν αντικατοπτρίζουν την αλήθεια. Δεν πρόκειται περί αδυναμίας εργασίας ή τεμπελιάς. Ας κοιτάξουμε τον ποιητή στα γαλανά του μάτια. Ένα διαρκές spleen τον διοικούσε και τον καθόριζε, ένα συναίσθημα απαγορευτικό για τη συμμετοχή του στην καθημερινότητα της κοινωνίας. Ταυτόχρονα όμως τον καθιστούσε και πολιτικό υποκείμενο, έξω από τα όρια της κομματικής σκέψης. Διότι ο Λαπαθιώτης ήταν ένας αρνητής εργασίας. Ένας συνειδητός εχθρός της υλικής θέασης των πραγμάτων. Σαφέστατα πρέσβευε μια νέα ηθική. Μια νέα αισθητική πρωτοπορία. Έστω και θολή, μα την πρέσβευε κάθε στιγμή, αφοσιωμένος μονάχα στον ακατάπαυστο πνευματικό του κάματο. Χωρίς κανέναν συμβιβασμό προς την κατεύθυνση της ελάττωσης της καλλιτεχνικής ατμόσφαιρας στον βίο του.


«όνειρα που ξεψυχούνε σαν κύκνοι στα νερά»

Και εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη πρόβλημα. Από τη μια έχουμε έναν κομμουνιστή Λαπαθιώτη, που διατηρεί σχέσεις με τον ΕΛΑΣ και συνομιλεί με τον Ριζοσπάστη, και από την άλλη έναν ποιητή που το έργο του χαρακτηρίζεται από ακραίο ατομισμό και υπερβολικά απολιτίκ. Κάθε ερευνητής υιοθετεί την πλευρά που επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του. Συμβαίνει πολλές φορές ο ίδιος ερευνητής να υιοθετεί σε διαφορετικά σημεία αντιφατικά επιχειρήματα υποκύπτοντας σε παλινωδίες.

Καταρχάς ο ατομισμός για τον οποίον τον κατηγορούν κάποιοι κριτικοί, και τον καθιστούν υπεύθυνο που το έργο του δεν απέκτησε κοινωνική συνείδηση, μπορεί πολύ εύκολα να ανατραπεί λέγοντας πως βαστούσε από τη Ησυχαστική φράση του Γρηγορίου Παλαμά κατά την οποία «ο ταπεινός ασχολείται με τον εαυτό του / ο υπερόπτης με τους άλλους». Υπάρχει ένα τέτοιο μονοπάτι σκέψης, κι ας παραμένει στη σκιά των ημερών μας. Ας μην προτρέχουμε λοιπόν σε σχήματα και θέσφατα που μπορούν να καταρρεύσουν πολύ εύκολα. Η στράτευση καμιά φορά μπορεί να εξελιχθεί στον χειρότερο ατομισμό.

Από την άλλη, υμνείται από κάποιους η στράτευση του ποιητή Λαπαθιώτη στο όραμα του κομμουνισμού, σε πείσμα του εγωτικού, απαισιόδοξου και πολιτικά αναχωρητικού έργου του. Δεν γνωρίζω κατά πόσο αληθεύουν οι προφορικές μαρτυρίες για τις σχέσεις του με τον ΕΛΑΣ ή κατά πόσο κάποια ντοκουμέντα έχουν απλά υπερεκτιμηθεί, ως συνήθως, για να εξυπηρετήσουν διάφορες ιδεολογίες. Δεν αποκλείω επίσης ο περιστασιακός κομμουνισμός του να εκφράζει μια υπόρρητη αντίδραση στην αντικομμουνιστική αγωγή που έλαβε. Μην ξεχνάμε πως ο πατέρας του, Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν ένας υψηλόβαθμος στρατιωτικός που είχε διατελέσει και υπουργός Στρατιωτικών. Τον Δεκέμβριο του 1911 μάλιστα εθεωρείτο ο βασικός υποκινητής του πραξικοπήματος που πατάχθηκε λίγες ώρες πριν το ξεδίπλωμά του (ενδεικτικά: περ. Μπουκέτο, τεύχος 562, 6 Δεκ. 1934. Η συγκεκριμένη ιστορία του πραξικοπήματος δεν έχει διερευνηθεί όσο θα έπρεπε). Οπότε δεν ευσταθεί αυτό που αναπαράγεται διαρκώς πως ο ποιητής ανήκε σε μια δημοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν φασιστικών ιδεοληψιών, ακραίος μιλιταριστής και βαθιά αντικομμουνιστής, όπως επιβεβαιώνεται και από την προεκλογική του «διαφήμιση» στις εκλογές του 1915 που θέτει ως μετεκλογικό στόχο την «κατασύντριψη των κλικών και συνδέσμων», και δεν εννοεί τίποτε διαφορετικό παρά την πάταξη του συνδικαλισμού που έκανε τα πρώτα του βήματα στην ελληνική πραγματικότητα.

 

Σκέφτομαι, λοιπόν, πως αν ο ποιητής φλέρταρε ενίοτε με τον κομμουνισμό ήταν γιατί δεν άντεχε τη ουτοπική μοναξιά του πρωτοπόρου. Κι αν αργότερα τον πρόδωσε, δεν είναι πως οπισθοδρόμησε, απλώς δεν του αρκούσε.

Και κάπου εδώ πρέπει να ολοκληρώσω το κείμενο βάζοντας σε εισαγωγικά ένα στίχο του ποιητή, όπως συνηθίζεται στην φιλολογία, για να κάνω, βρε αδερφέ, ένα εντυπωσιακό φινάλε. Ας καταλήξω σε αυτό:

«και το παραμύθι τέλειωσε…
-Τραλαρά και τραλαρό.»

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς

Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής.