Γιάνης Βηλαράς,ένας ποιητής φαινόμενο 200 χρόνια πριν. Μεγαλωμένος στα «Γιάνηνα», σπουδαγμένος σε Πάντοβα και Μπολόνια. Έπειτα στρατιωτικός γιατρός στο πλευρό της οικογένειας του Αλή Πασά στον Μωριά, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία, και πάλι πίσω στα Γιάννενα, γιατρεύοντας αφιλοκερδώς τους απόρους. Μέσα στο μάτι του κυκλώνα. Πνευματικός ταγός και ριζοσπάστης λόγιος στην «πεφωτισμένη δεσποτεία» ενός σχεδόν αυτόνομου «ελληνοαλβανικού» κρατιδίου. Κι αν μοιάζει σήμερα λησμονημένος, κι αν είναι όντως ξεχασμένος, η επίδραση που άσκησε στην ελληνική λογοτεχνία στα προεπαναστατικά εκείνα χρόνια δεν κρίνεται με βάση τη δικιά μας μνήμη ή γνώση καθότι η επιρροή του είναι καθοριστική και πλήρως αφομοιωμένη στο παρόν μας. Για παράδειγμα το έργο του επηρέασε καταλυτικά τον Σολωμό, αφού αποδεδειγμένα ο Ζακυνθινός ανήκε στους συνδρομητές του έργου του Βηλαρά, ενώ υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό το ορθογραφικό σύστημα του δασκάλου του.

Σύμφωνα με αυτό, που το εκθέτει το 1814 ο γλωσσικός επαναστάτης Βηλαράς στο βιβλίο του «Η ΡΟΜΕΗΚΗ ΓΛΟΣΑ» -το μόνο που αξιώθηκε να δει τυπωμένο- η ελληνική αλφάβητος, μεταξύ άλλων, τελειοποιείται στα 23 γράμματα προσθέτοντας το «ου» και αφαιρώντας τα «ω» και «ι». Όπως έλεγε κι ο ίδιος, «ορθογραφούμε με βάση τα σημάδια των φωνών· κάθε άλλο περίσσιο ψηφίο κάνει το γράψιμο ανορθόγραφο». Η επίπλαστη γραμματική, ισχυριζόταν, καταστρέφει τον γραπτό λόγο. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια φωνολογική μεταφορά του προφορικού λόγου, μια φυσική λαϊκή γλώσσα, αταξική και μεταχειρίσιμη απ’ όλους. Αν και δεν κράτησε το λόγο του μέχρι τέλους (αν πιστέψουμε πως τα χειρόγραφά του μεταφέρθηκαν σωστά) συνέχισε να μεταχειρίζεται το ηπειρώτικο λαϊκό ιδίωμα εκκινώντας πρώιμα το μελλούμενο «Ταξίδι» του Ψυχάρη και προκαλώντας ένα σοκ στους καθαρευουσιάνους της εποχής. Aς έλθουμε τώρα στο θέμα μας.

Το 1814 ο Αλή Πασάς χτίζει στον κόλπο του Πανόρμου (σημερινό Πόρτο Παλέρμο στη Νότια Αλβανία) ένα ισχυρό φρούριο με σκοπό να προφυλάξει σε περίπτωση κινδύνου τη Χιμάρα, την οποία είχε κατακτήσει και ενσωματώσει στο ιδιότυπο κρατίδιό του από το 1798. Στην πύλη του φρουρίου είχε τοποθετηθεί αναμνηστικό έμμετρο ποίημα που «σφράγιζε» την ολοκλήρωση των εργασιών και υμνούσε τον Αλή Πασά. Η μαρμάρινη αυτή πλάκα καταστράφηκε ή κλάπηκε μετά την πτώση του τουρκαλβανού πασά και η επιγραφή για καιρό εθεωρείτο χαμένη (σε αντίθεση με την αντίστοιχη εκείνη στο κάστρο του Αλή Πασά στα Γιάννενα, που στέκει ακόμη). Το 1899 όμως στο περιοδικό «Ελληνισμός» εμφανίζεται ένα άρθρο (Αθαν. Πετριδης, «Η Χιμάρα της Ηπείρου και τα αρχαία προνόμια αυτής», 1899) στο οποίο αποκαλύπτεται το ποίημα διασωθέν από συγγενή τού αρθρογράφου εξ αντιγραφής απευθείας από την πλάκα. Το ποίημα αυτό πρέπει να διαβαστεί πριν συνεχίσουμε:

«Σφίχτε τες πλώρες άφοβα, θαλασσοπόροι ξένοι,
Θάλασσα μεσ’ στο Πάνορμον, θυμός ανέμου μπαίνει,
Κι’ αυτό ‘που τώρα βλέπετε ‘στο Πάνορμον σαν άστρο,
Είναι της νίκης τρόπαιον, αστραποβόλον κάστρο.
Νυφάδες Χειμαρριώτισσες τ’ ανέστησαν με ζήλο,
Άφιλο προς τους άφιλους, και προς τους φίλους φίλο.
Μ’ εγνώρισ’ ο Φαέθοντας, μ’ είχε παλιούθ’ ο Πύρρος,
Αλής ο πρώτος με κρατεί Τεπελενιώτης ήρως.

Αυθέντης πληρεξούσιος σ’της Ήπειρος τα μέρη,
Και στρατηγός ασύγκριτος με το σπαθί σ’το χέρι.
Πέντε μυριάδες στράτευμα κρατεί στον ορισμό του,
Άγρυπνα πάντα κι’ άφοβα ενάντια σ’τον εχθρό του,
Στα Γιάννιν’ αναπαύεται τ’ άνδρειο το λιοντάρι,
Της Αθηνάς το γέννημα, τ’ ανάθρεμμα του Άρη.»

Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα αρχίζουν και εμπλουτίζονται οι εκδόσεις των Απάντων του Βηλαρά και εμφανίζεται το συγκεκριμένο ποίημα ελαφρώς παραλλαγμένο κάθε φορά, και χωρίς κανείς να γνωρίζει πως δεν πρόκειται για ένα απλό ποίημα που υμνεί τον Αλή Πασά αλλά για ένα ντοκουμέντο της πρόσφατης ιστορίας των Βαλκανίων. Θα εστιάσουμε στις πρώτες τέσσερις αράδες μιας παραλλαγής του 1935 («ΑΠΑΝΤΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΒΗΛΑΡΑ», επιμέλεια Γιώργου Βαβαρέτου, Πρόλογος Κωστή Παλαμά, εκδόσεις Δημητράκου), καθότι επαρκούν για να τεκμηριώσουμε τα λεγόμενά μας περί της μη αυθεντικότητάς τους, εντός ολίγων λεπτών:

«Στρίψτε τις πλώρες άφοβα θαλασσοπόροι ξένοι,
Θάλασσα μες το Πάνορμο, θυμός ανέμων σβένει·
Κι αυτό όπου στο μέτωπο μου βλέπετε σαν άστρο,
Είναι της νίκης τρόπαιο αστραποβόλο κάστρο.

[…]»

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μας κάνουν να αμφισβητούμε την ορθότητα των στίχων αυτών. Καταρχάς και οι δύο μορφές του ποιήματος δεν έχουν σεβαστεί τον αρχικό τρόπο γραφής του Βηλαρά (ούτε καν το όνομά του όπου αναγράφεται Γιάννης αντί Γιάνης που υιοθετούσε ο ίδιος) και έχουν αποδοθεί με νεοελληνική ορθογραφία. Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Το κυριότερο πρόβλημα βρίσκεται στην τρίτη αράδα. Στο πρώτο ποίημα που παρουσιάσαμε, τόσο στη δεύτερη όσο και στην τρίτη αράδα επαναλαμβάνεται η λέξη «Πάνορμο», γεγονός παράξενο και ποιητικά ατυχές, που σε υποψιάζει πως στο σημείο αυτό υπάρχει μία παραχάραξη. Στο δεύτερο ποίημα που παρουσιάσαμε, το «Πάνορμο» αντικαθίσταται από τη λέξη «μέτωπο», γεγονός που προσδίδει στο ποίημα μια νέα νοηματική υπόσταση ενώ αλλάζει και τον ρυθμό του, όχι πολύ πετυχημένα. Ωστόσο πλησιάζει την αυθεντική μορφή. Χωρίς όμως να τηνε φτάνει εντελώς. Για την ακρίβεια, δεν θέλει να την φτάσει. Γιατί επιθυμεί να εξελληνίσει το ποίημα ή, καλύτερα, να το απαλβανοποιήσει, πράττοντας μια εθνική κανονικοποίηση. Για να γίνουμε κατανοητοί ας δημοσιεύσουμε τώρα την πρωτότυπη μορφή του ποιήματος που εντοπίσαμε δημοσιευμένο σε ανύποπτο χρόνο στο φύλλο της «Νέας Εφημερίδος» (28.8.1887, σελ. 3) με τον αυθεντικό τίτλο: Επήγραμα εις το κάστρο της χημάρας που λέγεται Πάνορμο:

Υπάρχουν αρκετές διαφοροποιήσεις μεταξύ τους αλλά σκοπός μας δεν είναι η φιλολογική ανάλυση. Θα εστιάσουμε και πάλι στην τρίτη αράδα του ποιήματος εκεί όπου διακρίνουμε τώρα πως η λέξη «μέτωπο» έχει αποδοθεί ως «μπάλα». Με μια πρόχειρη αναζήτηση σε ελληνικοαλβανικό λεξικό βλέπουμε πως η λέξη «μπάλα» μεταφράζεται ως «μέτωπο». Το γεγονός αυτό, δηλαδή η ιστορικότητα που φέρει αυτή η λέξη, στέκεται αδιάψευστος μάρτυρας πως έχουμε όντως στα χέρια μας το πραγματικό επίγραμμα του Κάστρου του Πανόρμου στη Χιμάρα. Και τα υπόλοιπα στοιχεία συναινούν πως η δημοσίευση που εντοπίσαμε επικοινωνεί απευθείας με το χειρόγραφο του Βηλαρά: αποδίδεται με το φωνητικό σύστημα γραφής του Βηλαρά, φέρει χρονολόγηση το 1814 (χτίσιμο κάστρου) και παραχωρείται στην εφημερίδα από τον λόγιο και συλλέκτη της εποχής Γρ. Μπουρνιά ως ένα κειμήλιο του Βηλαρά που έχει στην κατοχή του.

Η είσοδος του Κάστρου στο σημερινό Πόρτο Παλέρμο με την πλάκα του επιγράμματος να απουσιάζει πάνω από τη θύρα.

Το 2018, 204 χρόνια μετά την συγγραφή του ποιήματος, οι εντάσεις στην περιοχή της Χιμάρας μεταξύ της ελληνόφωνης μειονότητας και του αλβανικού κράτους καλά κρατούν. Πριν λίγους μήνες το κλίμα ήταν ιδιαιτέρως τεταμένο λόγω των κατεδαφίσεων ακινήτων των ελληνοφώνων. Όσο για το επίγραμμα που μας αφορά, σύμφωνα με ανακοίνωση της Εθνικής Υπηρεσίας Ακτογραμμής το 2015, είχε εξαγγελθεί η αποκατάσταση της κλεμμένης πλάκας του Κάστρου της Χιμάρας στο Πάνορμο, τοποθετώντας μια νέα, στην οποία θα αναγράφεται το έμμετρο ποίημα μεταφρασμένο στην αλβανική γλώσσα. Δεν έχουμε πρόσβαση σε αυτή την πληροφορία, αν δηλαδή υλοποιήθηκε η κρατική εξαγγελία, ενώ αγνοούμε φυσικά σε ποια από τις παραλλαγές βασίστηκε ο μεταφραστής για να πράξει την  αλβανοποίηση του επιγράμματος και να αλλοιώσει ασεβώς την αρχιτεκτονική ιστορία του μνημείου.


Σε κάθε περίπτωση, η φανέρωση της αυθεντικής του μορφής, καταθέτεται εδώ για καθαρά ιστορικούς λόγους, χωρίς διάθεση υποστήριξης αλυτρωτικών επιδιώξεων οποιασδήποτε πλευράς. Ως προς αυτό, μιλάει από μόνο του το ίδιο το επίγραμμα που φανερώσαμε, και το οποίο στις μέρες μας μετατρέπεται σε ένα σύμβολο σοφίας. Το μπόλιασμα που πραγματοποιεί η γραφή του, ο ρυθμός που αναδύει το ποίημα στην ελληνοαλβανική διάλεκτο του καιρού, ένα μονάχα πράγμα φωνάζει: σ υ ν ύ π α ρ ξ η.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.