Στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, μια μέρα μετά την Καθαρή Δευτέρα του 1952, ο Δ. Π. Λυμπερόπουλος, δημοσιεύει ένα παράξενο, πολύ παράξενο ρεπορτάζ.

 

ΓΗΣ ΜΑΔΙΑΜ

Πάει κι ο φετινός καρνάβαλος, ξεψύχησε τα μεσάνυχτα της Κυριακής και την Καθαρά Δευτέρα του έγινε το χαρωπό μνημόσυνο από την μια μέχρι την άλλη άκρη της Ελλάδος. Χιλιάδες άνθρωποι, ιδίως στις πολιτείες άφησαν οικογενειακώς τα σπίτια τους και με κάθε μεταφορικό μέσο, έφτασαν στις εξοχές, με τα νηστίσιμα, τις λαγάνες, τους χαρταετούς και τα χαρούμενα γέλια των παιδιών τους. Τα σπαρτά, η χλόη και τ’ αγριολούλουδα υπέστησαν για ακόμη μια φορά την ετήσια ομαδική και έξαλλη αυτή έφοδο των ανθρώπων, που συνέτριψαν κάτω από τα πέλματά τους τους δύστυχους πυγμαίους του φυτικού βασιλείου.

Κάναμε μια βόλτα στα πεδία των πατηθέντων, στραπατσαρισθέντων και καταπλακωθέντων αγρών και χωραφιών, και πήραμε μια ιδέα των όσων υπέστησαν τα φιλήσυχα αυτά χορτάρια από τους θερμόαιμους και θορυβώδεις συνανθρώπους μας.

Σκύψαμε όσο μπορούσαμε πιο κοντά πάνω σ’ ένα καταπράσινο υγρό που παρουσίαζε σε φυτική μικρογραφία την καταστροφή της Χιροσίμα και την σφαγή του δάσους του Κατίν, όπως τις έχουμε δει στο κινηματογράφο. Εντοπίσαμε με προσοχή τις έρευνές μας σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο γης και σαν φαντασμαγορικό σκηνικό τραγικής μεγαλοπρέπειας, αντικρίσαμε το πιο παράξενο φιλμ του Ντίσνεϋ:

Μερική ξεζουμισμένοι ζόχοι με λιωμένα τα χνουδωτά φύλλα τους και στραγγισμένους τους ντελικάτους μίσχους τους, εκοίτοντο νεκροί, ανάμεσα σε καμία ντουζίνα λιωμένα τριφύλλια και κάμποσες ετοιμοθάνατες αγριομαργαρίτες κι ανεμώνες. Ένα κατατρομαγμένο μυρμήγκι, που το σηκώσαμε στη χούφτα μας, μας είπε:

– Αντίκρισα το δράμα του πλακώματος, πάνω από ένα γαϊδουράγκαθο στο οποίο μόλις και πρόφθασα να καταφύγω, όταν κατέφθασε η παρέα της χοντρής. Ακόμα θυμάμαι τα λόγια της «Όχι εκεί Αγησίλαε, έχει αγκάθια. Στρώσε εδώ, πάνω στους ζόχους και στις μαργαρίτες που είναι μαλακά». Ξάπλωσε τις ογδόντα οκάδες της κι άρχισε να φλυαρεί με τις φιλενάδες της. Όλη την ημέρα φλυαρούσε. Είπε για τις δουλειές του άντρα της, για την ακρίβεια, για την φθήνια και τον καρνάβαλο της παλιάς Αθήνας, για την νιόπαντρη της γειτονιάς που γέννησε εφταμηνίτικο, γιατί είδε στον ύπνο της τον εξ’ από δω, για την πενικιλλίνη που την έσωσε από την πλευρίτιδα και για την πικραγγουριά. Τέλος μπλέχτηκε στο κεφάλι της ένα σμηρνάκι με μια καλούμπα σπάγκο, πλάκωσε στις σφαλιάρες τον μικρό του αετού, που ‘ρθε να τον ξεμπλέξει, κι αρπάχτηκε από τα μαλλιά με μια άλλη χοντρή, τη μάνα του πιτσιρίκου. Θα γέλαγα πολύ αν δεν ήξερα το δράμα που παιζότανε κάτω από την απλωμένη κουβέρτα, που είχε πλακώσει δεκάδες πρασινοζούμιδες και πολλές εργάτιδες της μυρμηγκοφωλιάς.

Αυτά μας είπε το μυρμήγκι και το αποθέσαμε πάνω στο γαϊδουράγκαθό του. Πιο πέρα είδαμε μερικές πολτοποιημένες παπαρούνες, πνιγμένες μέσα στον κατακόκκινο χυμό τους. Μερικές φιλενάδες τους που σαν τους τυχερούς που γλιτώνουν από την βομβαρδισμό, θρηνούσανε μουρμουριστά, καθώς τις ταλάντευε ρυθμικά το βραδινό αεράκι. Φαίνεται μάλιστα πως ήταν κομμουνίστριες γιατί νομίσαμε ότι ακούσαμε τον σκοπό του «πέσατε θύματα αδέρφια εσείς…» .

Να όμως που πάνω σε κάποιο ξεχασμένο παγούρι από κρασί, δίπλα από τ’ αποφάγια μιας παρέας, αντικρίσαμε κι ένα χαρούμενο θέαμα. Μια σφήκα βούιζε τα φτερά της σε ρυθμό σουίνγκ, ενώ κάμποσοι μεθυσμένοι κηφήνες, που όπως φαίνεται είχαν δραπετεύσει μ’ αυτή την αναταραχή από την μυρμηγκοφωλιά τους, χορεύανε ζευγαρωμένοι. Πιο ‘κει μια συστάδα από αγκαθωτές τσουκνίδες, κουτσομπόλευαν σαν υποχόνδριες γεροντοκόρες το τι είδαν όλη την ημέρα. Η πιο ξερακιανή και ψιλόλιγνη απ’ όλες είχε τον λόγο:

– Ακούς εκεί οι ξετσίπωτοι να είναι μπροστά σ’ όλο τον κόσμο και να σαλιαρίζουν σα να βρίσκονται ολομόναχοι.
– Αμ’ εκείνη ιδίως η πονηρούλα, όταν φύγανε οι άλλες παρέες είδατε πόσα ήξερε;
– Κι ύστερα λέγανε πως κάνανε την καλύτερή τους «καθαρά» Δευτέρα, διέκοψε ένα χνουδάτο τσουκνιδάκι σκασμένο στα γέλια.
– Σκασμός εσύ που δεν σου ξεφεύγει τίποτα παμπόνηρο πλάσμα, του είπε η τσουκνιδομάνα του και το σκέπασε βιαστικά κάτω από τα φύλλα της.

Την ίδια στιγμή ένας βρωμομπάμπουρας σουλατσάριζε χαρούμενος, μουρμπουρίζοντας στην ακατάληπτη μπαμπουρική διάλεκτο.
– Τι λέει μαμά ο μπάμπουρας;, ρώτησε το περίεργο τσουκνιδάκι.
– Ότι η χοντρή που έφυγε τ’ απόγευμα, του άφησε φαΐ για έξι μήνες.
Τον δοσίλογο!, είπαν όλες μαζί οι τσουκνίδες και τέντωσαν σαν προστατευτικές ασπίδες τα αγκαθωτά φύλλα τους.

Καθώς όμως προχωρούσαμε με προσοχή, μήπως και δημιουργήσουμε κι άλλα θύματα, νοιώσαμε να πέφτει κάτω από το Μαρτιάτικο φεγγάρι η νυχτερινή δροσούλα, η πενικιλλίνη αυτή του φυτικού βασιλείου, που άρχισε να ξαναδίνει δύναμη σε όσα από τα σπαρτά, τη χλόη και τ’ αγριολούλουδα δεν είχαν πάθει ανεπανόρθωτες ζημιές. Οι ετοιμοθάνατοι πυγμαίοι των αγρών δυνάμωσαν κι άρχισαν να ρουφούν με τις ριζούλες τους τη ζωή από την μητέρα γη και να τεντώνουν τους μίσχους με τα φυλλαράκια τους. Οι δύσκολες στιγμές είχαν περάσει.

.

 

 

Διαβάστε επίσης:

Ένα καθαροδευτεριάτικο διήγημα 100 ετών

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.