Σκέφτομαι πώς θα ήταν να ήμουν ο πατέρας. Να έμενα σιωπηλός μπροστά στις δυσκολίες της ζωής, να καθόμουν πάντα στην ίδια πολυθρόνα, να έβηχα. Να ήμουν πάντα λίγο μελαγχολικός, ένα λεπτό στρώμα πικρίας να κάλυπτε τις κόρες των ματιών μου σαν ένα εγγενές οπτικό φίλτρο μέσα από το οποίο θα έβλεπα πάντα τον κόσμο και, παρά το θλιμμένο βλέμμα, ή μάλλον εξαιτίας αυτού, να γελούσα απροσδόκητα κι εγκάρδια στα χαζά αστεία των φίλων που περνούν συνήθως τ’ απογεύματα. 
Αν ήμουν στ’ αλήθεια ο πατέρας, θα έπρεπε να έχω σκληρό δέρμα και γερά πνευμόνια για να μπορώ να καπνίζω αργά κι όσο μου κάνει κέφι παρά τις παραινέσεις του γιατρού για το αντίθετο, θα έπρεπε να παραμελώ λιγάκι τον εαυτό μου, να βλέπω οπωσδήποτε το δελτίο των οχτώ και να σιχαίνομαι την βροχή γιατί δημιουργεί παντού λάσπη, παρά το γεγονός πως προσωπικά λατρεύω τη βροχή, τα πεσμένα φύλλα και όλες τις υπόλοιπες εκφάνσεις του Φθινοπώρου. Αλλά ο πατέρας σιχαίνεται την ακαταστασία, οι άστατες καιρικές συνθήκες τον εξάπτουν, χαλούν το περιβόλι, κάνουν τις λεύκες να κουνιούνται και να σκορπίζουν παντού λευκές νιφάδες. Έτσι λοιπόν, αν ήμουν ο πατέρας, θα έπρεπε να γκρινιάζω και να υψώνω πού και πού τον τόνο της φωνής μου, πράγμα το οποίο θα έκανα κυρίως από αγανάκτηση, κι όχι τόσο από θυμό. Αν ήμουν ο πατέρας θα σκεφτόμουν συχνά το παρελθόν, αν και αυτό το κάνω και τώρα που δεν είμαι ο πατέρας. Αν, όμως, ήμουν ο πατέρας, θα σκεφτόμουν συχνά το παρελθόν για να βρω τί πήγε στραβά, τί έκανα λάθος και τα πράγματα δεν έγιναν όπως περίμενα να γίνουν. Ακόμα ωστόσο και στην περίπτωση που θα ήμουν ο πατέρας, δεν θα έβρισκα απάντηση στην ερώτηση αυτή, όσες ώρες κι αν καθόμουν σκυφτός κι αμίλητος. Ούτε τώρα βρίσκω. Ίσως, μάλιστα, να μην υπάρχει απάντηση ή η απάντηση να είναι μια κοινότοπη φράση του τύπου «έτσι είναι η ζωή» ή κάτι παρόμοιο. Έχω προσπαθήσει να πω στον πατέρα πως δεν υπάρχει απάντηση, πως απλώς έτσι είναι η ζωή, αλλά δεν θέλει ν’ ακούσει γιατί μια τέτοια απάντηση θα ήταν γι’ αυτόν ό,τι χειρότερο, το απόλυτο φιάσκο. Για μένα που είμαι ο πατέρας, τα πράγματα είναι πάντα άσπρα ή μαύρα, οι λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις δεν είναι το φόρτε μου, οι αόριστες ή αμφιλεγόμενες απαντήσεις, οι σιωπές σε όλες τις καλά διατυπωμένες ερωτήσεις που βαραίνουν το στέρνο μου με πεισμώνουν ακόμα περισσότερο. Παρά την ξεροκεφαλιά μου, ωστόσο, αν ήμουν ο πατέρας, ίσως να είχα ήδη παραιτηθεί. Μπορεί να θεωρούσα πως έχω νικηθεί ολοσχερώς. Ακόμα κι έτσι, όμως, δεν θα το παραδεχόμουν. Δεν θα το παραδεχόμουν ή θα το παραδεχόμουν σιωπηλά ή αναστενάζοντας.
Γενικά δεν είναι εύκολο να είναι κανείς ο πατέρας. Πρέπει να έχεις την ψευδαίσθηση ότι μπορείς στ’ αλήθεια να ελέγξεις την ζωή, ενώ φυσικά κανείς δεν μπορεί, κι αντί να κατανοείς το αδύνατο του εγχειρήματος που προσπαθείς πεισματικά να πετύχεις, να ψάχνεις τις αίτιες γι’ αυτό που θεωρείς ως την αποτυχία σου. Δεν θα ήθελα να είμαι ο πατέρας, είναι κάπως στενάχωρο, αλλά η σκέψη μου έρχεται αυθόρμητα στο νου και με αναγκάζει να υποκύψω. Ας πούμε, λοιπόν, πως είμαι στ’ αλήθεια ο πατέρας. Ένα είναι το σίγουρο στην περίπτωση αυτή, ότι θ’ αγαπούσα τη μητέρα. Θα αγαπούσα τη μητέρα με όλη μου την καρδιά, όπως την αγαπώ και τώρα άλλωστε, και δεν θα της το έλεγα ποτέ με λόγια. Θα της το έλεγα, όμως, με μικρές και μεγάλες πράξεις, ακόμα και με νεύρα και φωνές. Κυρίως με νεύρα και φωνές. Κι εκείνη θα καταλάβαινε με ακρίβεια όλα όσα δεν ειπώνονται, όπως κάνει πάντα. Φαντάζομαι ότι υπάρχουν στιγμές κατά τη διάρκεια των οποίων αμφιβάλλει για την αγάπη μου, στιγμές που τα λόγια δεν φτάνουν, μα αυτό είναι απλώς μια εικασία, γιατί δεν μπορώ να είμαι ταυτόχρονα και η μητέρα και ο πατέρας στη φαντασία μου. Η μητέρα πάντως ξέρει- είμαι σίγουρη γι’ αυτό- πως όσο περνάει ο καιρός, όσο παλιώνει η συμβίωση, τόσο λιγότερη σημασία έχουν οι λέξεις ή χρησιμοποιούνται κυρίως για τα πρακτικά. Με ή χωρίς λέξεις, πάντως, είναι αδύνατον να μην αγαπάει κανείς τη μητέρα αφού είναι η ζωή η ίδια. Στον πατέρα δεν μένει άλλη επιλογή από το να την αγαπά, ακριβώς όπως αναπνέει.
Αν ήμουν ο πατέρας, αν ήμουν πραγματικά ο πατέρας, θα είχα δυο κόρες. Πώς γίνεται να είμαι ο πατέρας και να μην μιλήσω γι’ αυτές; Αυτό είναι αδιανόητο. Αν ήμουν ο πατέρας θα λάτρευα τις κόρες μου και δεν θα ονειρευόμουν ποτέ να είχα γιους. Οι κόρες μου θα ήταν καλές και όμορφες, έξυπνες και πολλά υποσχόμενες. Πολλά υποσχόμενες. Θα έτρεφα ελπίδες γι’ αυτές. Να ανοίξουν τα φτερά τους, να βρουν μια δουλειά, να βρουν καλούς άντρες. Κι ας φύγουν. Κι ας πετάξουν μακριά. Μόνο να είναι ζεστός ο νέος τόπος, τρυφερός ο νέος άντρας που θα ακολουθήσουν. Αυτό σκέφτεται ο πατέρας, μα τα δικά του λόγια δεν ειπώνονται ακριβώς έτσι ή δεν ειπώνονται καθόλου. Κι όμως, ο πατέρας ξέρει ότι οι κόρες αλλάζουν χέρια. Άλλωστε, αυτό δεν κάνουν πάντα οι γυναίκες; Αν ήμουν ο πατέρας θα αναστέναζα βαριά στη σκέψη αυτή, στον χρόνο που περνάει.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Νάνσυ Αγγελή
Η Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων «Μια μέρα απόλυτης ησυχίας», εκδ. Παράξενες Μέρες. Διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και περιοδικά του διαδικτύου και συμπεριλαμβάνονται στις ετήσιες ανθολογίες διηγημάτων «Ιστορίες Μπονζάι», εκδ. Γαβριηλίδης (συλλογικό έργο). Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της βρίσκεται υπό έκδοση και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. Ζει στην Ισπανία.