Μου αρέσουν οι βροχερές και συννεφιασμένες μέρες στην Αθήνα. Μου αρέσει να κυκλοφορώ έξω και να παρατηρώ την πόλη στα γκρι, χωρίς τον φωτισμό του ήλιου. Να μυρίζω τη βροχή. Να κάθομαι στο μπαλκόνι, να τη βλέπω και να την ακούω. Ωστόσο, σε άλλες πόλεις που έχω κατά καιρούς μείνει, πολύ πιο βροχερές από την Αθήνα, δεν απολάμβανα τη βροχή έτσι και αδημονούσα για την έλευση του ήλιου. Είναι που ξέρω ότι στην Αθήνα ο ήλιος δε θα αργήσει να βγει. Τις προάλλες, λοιπόν, αναρωτιόμουν για το κατά πόσο οι κάτοικοι των βροχερών αυτών πόλεων αντιμετωπίζουν τον ήλιο στις πόλεις τους όπως εγώ τη βροχή στην Αθήνα· αν δηλαδή τους αρέσει, αλλά για λίγο και αν ανακουφίζονται όταν ο ήλιος φεύγει πάλι και η βροχή επιστρέφει. Συζητώντας το αυτό με κάποιους φίλους που έχουν ταξιδέψει πολύ ή ζήσει σε διάφορες πόλεις και χώρες, όλοι απαντούσαν κάθετα «Όχι». Και μία φίλη με παρέπεμψε στην ιστορία αυτή του Μπράντμπερι, γραμμένη το 1954, που μιλά για την ανάγκη των ανθρώπων να αντικρίσουν τον ήλιο στον πλανήτη Αφροδίτη.



«Έτοιμοι;»

«Έτοιμοι.»

«Τώρα;»

«Σύντομα.»

«Ξέρουν αλήθεια οι επιστήμονες; Θα συμβεί σήμερα, έτσι δεν είναι;»

«Κοίτα, κοίτα· δες μόνος σου!»

Τα παιδιά το ένα πάνω στο άλλο όπως τόσα πολλά τριαντάφυλλα, τόσα πολλά χόρτα, αναμειγμένα, ξεπρόβαλαν για μια ματιά στον κρυμμένο ήλιο.

Έβρεξε.

Έβρεχε εδώ και εφτά χρόνια` χιλιάδες και χιλιάδες μέρες συντεθειμένες και γεμισμένες από τη μια άκρη ως την άλλη με βροχή, με το τυμπάνισμα και το ανάβρυσμα του νερού, με τη γλυκιά κρυστάλλινη πτώση ψιλόβροχων και τη διάσειση από καταιγίδες τόσο δυνατές που ήταν παλιρροϊκά κύματα που έρχονταν πάνω από τα νησιά. Χιλιάδες δάση είχαν συνθλιβεί κάτω από τη βροχή και χίλιες φορές μεγάλωσαν για να συνθλιβούν ξανά. Κι έτσι ήταν πάντα η ζωή στον πλανήτη Αφροδίτη, κι αυτή ήταν η σχολική αίθουσα των παιδιών των πυραυλοαντρών και των πυραυλογυναικών που είχαν έρθει σ’ έναν κόσμο που έβρεχε για να στήσουν πολιτισμό και να ζήσουν τις ζωές τους.

“Σταματάει, σταματάει!”

“Ναι, ναι!”

Η Μάργκο καθόταν μακριά τους, από αυτά τα παιδιά που δε μπορούσαν καν να θυμηθούν μια εποχή όπου δεν υπήρχε βροχή και βροχή και βροχή. Ήταν όλα εννιά χρονών, κι αν είχε υπάρξει μια μέρα, εφτά χρόνια πριν, όταν ο ήλιος ξεπρόβαλε για μια μέρα κι έδειξε το πρόσωπό του στον εμβρόντητο κόσμο, δεν μπορούσαν να την ανακαλέσουν. Κάποιες φορές, τη νύχτα, τα άκουγε να σαλεύουν, εις ανάμνησιν, και ήξερε πως ονειρεύονταν και θυμόντουσαν χρυσό ή μια κίτρινη κηρομπογιά ή ένα νόμισμα αρκετά μεγάλο για ν’ αγοράσεις μ’ αυτό τον κόσμο. Ήξερε πως πίστευαν ότι θυμόντουσαν μια ζεστασιά, σαν ένα κοκκίνισμα στο πρόσωπο, στο σώμα, στα μπράτσα και στα πόδια και στα τρεμάμενα χέρια. Μα έπειτα πάντα ξύπναγαν στο μπιχλιμπιδωτό τυμπάνισμα, στο ατέλειωτο ράβδισμα των κολιέ από καθαρές χάντρες πάνω στη σκεπή, στο βάδισμα, τους κήπους, τα δάση, και τα όνειρά τους έφευγαν.

Χθες όλη μέρα είχαν διαβάσει στην τάξη για τον ήλιο. Για το πώς ήταν σαν λεμόνι, και πόσο καυτός. Και είχαν γράψει μικρές ιστορίες ή εκθέσεις ή ποιήματα γι’ αυτόν: Νομίζω πως ο ήλιος είναι ένα λουλούδι που ανθίζει για μια μόνο ώρα. Αυτό ήταν το ποίημα της Μάργκο, που διαβάστηκε με μια ήρεμη φωνή στην αθόρυβη αίθουσα ενώ η βροχή έπεφτε έξω.

“Άου, δεν το έγραψες αυτό!” διαμαρτυρήθηκε ένα από τα αγόρια.

“Το έγραψα,” είπε η Μάργκο.

“Ουίλιαμ!” είπε η δασκάλα.

Αλλά αυτό έγινε χθες.

Τώρα η βροχή ελαττωνόταν και τα παιδιά ήταν συνωστισμένα στα μεγάλα, παχιά παράθυρα.

“Πού είναι η δασκάλα;”

“Θα γυρίσει.”

“Καλύτερα να βιαστεί, θα το χάσουμε!”

Επέστρεψαν στους εαυτούς τους, σαν ένας πυρετώδης τροχός, όλο ακτίνες που ανατρέπονταν. Η Μάργκο κάθισε μόνη της. Ήταν ένα πολύ εύθραυστο κορίτσι που έμοιαζε λες και είχε χαθεί στη βροχή για χρόνια και η βροχή είχε ξεπλύνει το μπλε από τα μάτια της και το κόκκινο από το στόμα της και το κίτρινο από τα μαλλιά της. Ήταν μια παλιά φωτογραφία σκονισμένη από ένα άλμπουμ, ξασπρισμένη, κι αν μίλησε καθόλου η φωνή της θα ήταν φάντασμα. Τώρα καθόταν, ξεχωριστά, χαζεύοντας τη βροχή και το θορυβώδη υγρό κόσμο πίσω από το τεράστιο τζάμι.

“Τι κοιτάς εσύ;” είπε ο Ουίλιαμ.

Η Μάργκο δεν είπε τίποτα.

“Μίλα όταν σου μιλάνε.”

Της έριξε μια σπρωξιά. Αλλά αυτή δεν κουνήθηκε· μάλλον άφησε τον εαυτό της να κουνηθεί από αυτόν μόνο και τίποτα άλλο. Απομακρύνθηκαν από αυτήν, δεν θα την κοιτούσαν. Τους ένιωσε να φεύγουν. Κι αυτό γιατί δεν θα έπαιζε παιχνίδια μαζί τους στα τούνελ που αντηχούσαν στην υπόγεια πόλη. Αν την έπιαναν κι έτρεχαν, έμενε ν’ ανοιγοκλείνει τα μάτια της και δεν ακολουθούσε. Όταν η τάξη τραγούδησε τραγούδια για την ευτυχία και τη ζωή και τα παιχνίδια τα χείλη της μόλις που κινούνταν. Μόνο όταν τραγούδησαν για τον ήλιο και το καλοκαίρι τα χείλη της κινήθηκαν ενώ έβλεπε τα μουσκεμένα παράθυρα. Κι έπειτα, φυσικά, το μεγαλύτερο έγκλημα όλων ήταν ότι είχε έρθει εδώ μόλις πέντε χρόνια πριν από τη Γη και θυμόταν τον ήλιο και τον τρόπο που ήταν ο ήλιος και ο ουρανός στο Οχάιο όταν ήταν τέσσερα. Κι αυτοί, ήταν στην Αφροδίτη όλη τους τη ζωή και ήταν μόνο δύο χρονών όταν βγήκε τελευταία ο ήλιος και είχαν από καιρό ξεχάσει το χρώμα και τη ζέστη του και τον τρόπο που ήταν πραγματικά.

 Αλλά η Μάργκο θυμόταν.

“Είναι σαν μια δεκάρα,” είπε κάποτε, με μάτια κλειστά.

“Όχι δεν είναι!” φώναξαν τα παιδιά.

“Είναι σαν μια φωτιά,” είπε αυτή, “στη σόμπα.”

“Λες ψέματα, δεν θυμάσαι!” φώναξαν τα παιδιά.

Αλλά αυτή θυμόταν και καθόταν ήρεμα μακριά απ’ όλους και κοίταζε τα πλουμιστά παράθυρα. Και μια φορά, πριν ένα μήνα, είχε αρνηθεί να κάνει ντουζ στις σχολικές ντουζιέρες, είχε γραπώσει τα χέρια της στα αυτιά της και πάνω από το κεφάλι της, κραυγάζοντας ότι το νερό δεν έπρεπε ν’ αγγίξει το κεφάλι της. Έτσι μετά απ’ αυτό, αμυδρά αμυδρά, το ένιωσε, ήταν διαφορετική κι αυτοί ήξεραν τη διαφορετικότητά της κι έμεναν μακριά. Υπήρχε η κουβέντα ότι ο πατέρας και η μητέρα της θα την έπαιρναν πίσω στη Γη την επόμενη χρονιά· έμοιαζε ζωτικό γι’ αυτήν να το κάνουν, παρόλο που θα σήμαινε την απώλεια χιλιάδων δολαρίων για την οικογένειά της. Κι έτσι, τα παιδιά τη μισούσαν για όλους αυτούς τους λόγους είτε είχαν μικρή είτε μεγάλη σημασία. Μισούσαν το χλωμό σαν χιόνι πρόσωπό της, την αναμένουσα σιωπή της, την λεπτότητά της, και το πιθανό μέλλον της.

“Φύγε!” Το αγόρι της έδωσε άλλη μια σπρωξιά. “Τι περιμένεις;”

Έπειτα, για πρώτη φορά, αυτή γύρισε και τον κοίταξε. Κι αυτό που ανέμενε ήταν στα μάτια της.

“Λοιπόν, μην περιμένεις εδώ γύρω!” ούρλιαξε άγρια το αγόρι. “Δεν θα δεις τίποτα!”

Τα χείλη της κινήθηκαν.

“Τίποτα!” ούρλιαξε. “Ήταν όλα ένα αστείο, έτσι δεν είναι;” Στράφηκε στα άλλα παιδιά. “Τίποτα, δεν θα συμβεί τίποτα. Έτσι δεν είναι;”

Όλα καρφώθηκαν πάνω του κι έπειτα, καταλαβαίνοντας, γέλασαν και κούνησαν τα κεφάλια τους.

“Τίποτα, τίποτα!”

“Ω, μα,”, ψιθύρισε η Μάργκο, τα μάτια της αβοήθητα. “Μα αυτή είναι η μέρα, οι επιστήμονες προβλέπουν, αυτοί λένε, αυτοί ξέρουν, ο ήλιος…”

“Όλα ένα αστείο!” είπε το αγόρι, και σχεδόν την άρπαξε. “Έι, παιδιά, ας τη βάλουμε στην ντουλάπα πριν έρθει η δασκάλα!”

“Όχι,” είπε η Μάργκο, οπισθοχωρώντας.

Όρμησαν πάνω της, την έπιασαν και την κουβάλησαν να διαμαρτύρεται, κι έπειτα να εκλιπαρεί, κι έπειτα να κλαίει, πίσω σ’ένα τούνελ, ένα δωμάτιο, μια ντουλάπα, όπου βρόντηξαν και κλείδωσαν την πόρτα. Έμειναν να κοιτάζουν την πόρτα και την είδαν να τρέμει από το χτύπημά της και από το ό,τι ριχνόταν πάνω της. Άκουσαν τα πνιχτά της κλάματα. Έπειτα, χαμογελώντας, έκαναν μεταβολή και βγήκαν έξω και πίσω πάλι στο τούνελ, ακριβώς μόλις έφτασε η δασκάλα.

“Έτοιμοι, παιδιά;” Έριξε μια ματιά στο ρολόι της.

“Ναι!” είπαν όλοι.

“Είμαστε όλοι εδώ;”

“Ναι!”

Η βροχή χαλάρωσε ακόμα περισσότερο.

Στριμώχτηκαν στην τεράστια πόρτα.

Η βροχή σταμάτησε.

Ήταν λες και, στη μέση μιας ταινίας που αφορούσε μια χιονοστιβάδα, έναν ανεμοστρόβιλο, έναν τυφώνα, μια ηφαιστειακή έκρηξη, κάτι είχε, πρώτα, πάει λάθος με το σύστημα του ήχου, με αποτέλεσμα να παραμορφώνεται κι έπειτα να κόβεται κάθε θόρυβος, όλες οι ριπές και οι αντηχήσεις και οι κεραυνοί, κι έπειτα, δεύτερον, είχε πάρει το φιλμ από τον προτζέκτορα και είχε τοποθετήσει στη θέση του ένα πανέμορφο τροπικό σλάιντ, το οποίο δεν κινούνταν ούτε έτρεμε. Ο κόσμος ακινητοποιημένος. Η σιωπή ήταν τόσο απέραντη και απίστευτη που ένιωθες πως τα αυτιά σου είχαν γεμίσει ή πως είχες χάσει εξολοκλήρου την ακοή σου. Τα παιδιά έβαλαν τα χέρια τους στ’ αυτιά τους. Χωρίστηκαν. Η πόρτα γλίστρησε πίσω τους και τους ήρθε η μυρωδιά του σιωπηλού, αναμένοντος κόσμου.

Ο ήλιος ξεπρόβαλε.

Ήταν στο χρώμα του φλογερού μπρούντζου και ήταν πολύ μεγάλος. Και ο ουρανός γύρω του είχε ένα απίστευτο μπλε κεραμιδί χρώμα. Και η ζούγκλα έκαιγε με ηλιακό φως ενόσω τα παιδιά, απελευθερωμένα από το ξόρκι τους, όρμηξαν έξω, ξεφωνίζοντας στον ανοιξιάτικο καιρό.

“Λοιπόν, μην πάτε πολύ μακριά,” φώναξε πίσω τους η δασκάλα. “Έχετε μόνο δύο ώρες, ξέρετε. Δεν θα θέλατε να σας πιάσουν!”

Μα έτρεχαν κι έστρεφαν τα πρόσωπά τους πάνω στον ουρανό κι ένιωθαν τον ήλιο στα μάγουλά τους σαν ζεστό σίδερο` έβγαζαν τα μπουφάν τους κι άφηναν τον ήλιο να τους κάψει τα μπράτσα.

“Ω, είναι καλύτερα από τους ηλιακούς λαμπτήρες, έτσι δεν είναι;”

“Πολύ, πολύ καλύτερα!”

Σταμάτησαν να τρέχουν και στάθηκαν στην υπέροχη ζούγκλα που κάλυπτε την Αφροδίτη, που μεγάλωσε και ποτέ δεν σταμάτησε να μεγαλώνει, ταραχωδώς, ακόμα και όπως την παρατηρούσες. Ήταν μια φωλιά από χταπόδια, που συγκεντρωνόταν πάνω σε μεγάλους βραχίονες από αγριόχορτα που έμοιαζαν με σάρκα, που ταλαντευόταν, που άνθιζαν σ’ αυτή τη σύντομη άνοιξη. Είχε το χρώμα του λάστιχου και της στάχτης, αυτή η ζούγκλα, από τα τόσα χρόνια χωρίς ήλιο. Είχε το χρώμα από τις πέτρες και από τα λευκά τυριά και το μελάνι, και είχε το χρώμα του φεγγαριού.

Τα παιδιά απλώθηκαν, γελώντας, στο στρώμα της ζούγκλας, και την άκουσαν ν’ αναστενάζει και να τσιρίζει από κάτω τους, εύκαμπτη και ζωντανή. Έτρεξαν ανάμεσα στα δέντρα, γλίστρησαν κι έπεσαν, έσπρωξαν το ένα το άλλο, έπαιξαν κρυφτό και κυνηγητό, μα πάνω απ’ όλα τσίριξαν στον ήλιο μέχρι που τα δάκρυα διέτρεξαν τα πρόσωπά τους` έβαλαν τα χέρια τους πάνω σ’ αυτή την κιτρινότητα κι αυτήν την απίστευτη γαλαζωπότητα κι ανέπνευσαν τον καθαρό, καθαρό αέρα κι άκουσαν κι άκουσαν τη σιωπή που τα μετεώρισε σε μια ευλογημένη θάλασσα χωρίς ήχο και χωρίς κίνηση. Κοίταξαν τα πάντα και γεύτηκαν τα πάντα. Έπειτα, άγρια, σαν ζώα που δραπέτευσαν από τις σπηλιές τους, έτρεξαν κι έτρεξαν σε αλαλάζοντες κύκλους. Έτρεξαν για μια ώρα και δε σταμάτησαν να τρέχουν.

Κι έπειτα-

Εν μέσω του τρεξίματός τους ένα από τα κορίτσια κλαψούρισε.

Όλοι σταμάτησαν.

Το κορίτσι, που στεκόταν ακάλυπτο, πρόταξε το χέρι του.

“Ωχ, κοιτάξτε, κοιτάξτε”, είπε, τρέμοντας.

Ήρθαν αργά αργά για να κοιτάξουν την ανοιχτή της παλάμη.

Στο κέντρο της, κοίλη και τεράστια, βρισκόταν μια μοναδική στάλα. Άρχισε να κλαίει, κοιτώντας την. Όλοι τους έριξαν μια ματιά στον ήλιο.

“Ωχ. Ωχ.”

Λίγες κρύες σταγόνες έπεσαν πάνω στις μύτες τους και στα μάγουλά τους και στα στόματά τους. Ο ήλιος αχνόσβησε πίσω από ένα σάλο καταχνιάς. Ένας κρύος αέρας φύσηξε γύρω τους. Έκαναν μεταβολή κι άρχισαν να περπατάνε πίσω προς το υπόγειο σπίτι, τα χέρια τους στις θέσεις τους, τα χαμόγελά τους να εξαφανίζονται μακριά.

Ένα μπουμπουνητό από κεραυνό τους αιφνιδίασε σαν φύλλα μπροστά σ’ ένα νέο τυφώνα, κουτρουβάλησαν o ένας πάνω στον άλλο κι έτρεξαν. Η αστραπή χτύπησε δέκα μίλια μακριά, πέντε μίλια μακριά, ένα μίλι, μισό μίλι. Ο ουρανός σκοτείνιασε μεσάνυχτα στη στιγμή.

Κάθισαν στο κατώφλι του υπογείου για μια στιγμή μέχρι που έβρεχε δυνατά. Έπειτα έκλεισαν την πόρτα κι άκουσαν το γιγαντιαίο θόρυβο της βροχής να πέφτει σε τόνους και χιονοστιβάδες, παντού και για πάντα.

“Θα πάρει άλλα εφτά χρόνια;”

“Ναι. Εφτά.”

Έπειτα ένα από αυτά έβγαλε μια μικρή κραυγή.

“Η Μάργκο!”

“Τι;”

“Είναι ακόμα στη ντουλάπα που την κλειδώσαμε.”

“Η Μάργκο.”

Στέκονταν σαν κάποιος να τα είχε ωθήσει, όπως τόσους πολλούς πασσάλους, μέσα στο πάτωμα. Κοίταζαν το ένα το άλλο κι έπειτα απέστρεψαν το βλέμμα. Κοίταξαν έξω στον κόσμο που έβρεχε τώρα κι έβρεχε κι έβρεχε σταθερά. Δεν μπορούσαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο στα μάτια. Τα πρόσωπά τους ήταν σοβαρά και χλωμά. Κοίταξαν τα χέρια και τα πόδια τους, με τα πρόσωπά τους κάτω.

“Η Μάργκο.”

Ένα από τα κορίτσια είπε, “Λοιπόν…;”

Κανείς δεν κουνήθηκε.

“Συνέχισε,” ψιθύρισε το κορίτσι.

Περπάτησαν αργά στο τέρμα του διαδρόμου υπό τον ήχο της κρύας βροχής. Έστριψαν μέσα από το κατώφλι στο δωμάτιο υπό τον ήχο της θύελλας και του κεραυνού, να φωτίζουν τα πρόσωπά τους, μπλε κι απαίσια. Πήγαν ως την πόρτα της ντουλάπας και στάθηκαν επί αυτής.

Πίσω από την πόρτα της ντουλάπας υπήρχε μόνο σιωπή.

Ξεκλείδωσαν την πόρτα, ακόμη πιο αργά, κι έβγαλαν έξω την Μάργκο.

 


Ο Ρέι Μπράντμπερι (22 Αυγούστου 1920 – 5 Ιουνίου 2012) ήταν Αμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος επιστημονικής φαντασίας, τρόμου και μυστηρίου.Γνωστότερα έργα του, το «Φαρενάιτ 451» («Fahrenheit 451″), «Τα Χρονικά του Άρη» («The Martian Chronicles») και «Ο Εικονογραφημένος Άνθρωπος» («The Illustrated Man»). Πολλά από τα έργα του έχουν διασκευαστεί για την τηλεόραση και τον κινηματογράφο.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ναταλί Φύτρου
Η Ναταλί Φύτρου γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά.Από μικρή της άρεσε να ακούει και να διηγειται ιστορίες. To 2016 μετέφρασε ένα διήγημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο και το έστειλε στον καθηγητή Ισπανικών της. Διατηρεί το μπλογκ universo2666.blogspot.com