Ο Τριστάν Τζαρά είναι πάντα εδώ και δεν το κούνησε ποτέ (από τις πλούσιες σε θηράματα αργίες μας)

 

Ο Τριστάν Τζαρά το 1922


Ο Τριστάν Τζαρά (Σάμι Ρόζενστοκ ήταν το πραγματικό του όνομα) γεννήθηκε από εβραϊκη οικογένεια στο Μόινεστι της Ρουμανίας, 16 Απρίλη του 1896, και ενήλικος έφυγε στη Ζυρίχη με σκοπό να σπουδάσει μαθηματικά. Εκεί, μαζί με τον συμπατριώτη του ζωγράφο και αρχιτέκτονα Μαρσέλ Γιανκό, τον Γερμανό συγγραφέα Χούγκο Μπαλ και τον εικαστικό Χανς Άρπ, συγκρότησαν τον πυρήνα ενός κινήματος, του Dada, -που αντί να περιοριστεί σε μια ανανέωση της καλλιτεχνικής φόρμας σε στενά γεωγραφικά πλαίσια, καλωσόρισε όλους τους καλλιτέχνες, όποιας εθνικότητας-, που σύντομα αγκάλιασε σχεδόν όλη την Ευρώπη.

 

Έσκασε το φως μέσ’ απ’ τα βλήματα
Κι η αστραπή έγινε θρύψαλα στη χούφτα μας
Που σαν παλάμη του Θεού σε πέντε δάκτυλα άνοιξε
Τους λόχους προλαβαίνουμε τους ξαπλώνουμε χάμου
Συνθλίβουμε κουφάρια παρατημένα στο χιόνι
Μέσ’ από τις κοιλάδες που σαν βεντούζες
ρούφηξαν τους εχθρούς
Και τους αφάνισαν πέρα ως πέρα στο πιο γαλάζιο τους
βάθος.
Τη σάρκα κατατρώει, τα κόκκαλα τα σπάει η παγωνιά
Κι εμείς αφήνουμε να κλάψει την καρδιά […]


(Ο Tristan Tzara με την αδερφή του, Lucia Rosenstok)


Ο Τζαρά, έγραψε στην μητρική του γλώσσα τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία ο Ion Vinea φρόντισε να δημοσιεύσει στα διάφορα περιοδικά της ρουμανικής avant-garde. Το 1934, οι Ρουμάνοι φίλοι του Tzara, μάζεψαν τα προ-ντανταϊστικά έργα του στον τόμο «Primele poeme». (Με τον ίδιο τίτλο, μια πληρέστερη έκδοση κυκλοφόρησε και το 1971).

 

Γυρίζουν οι γλάροι με τ’ αστέρια των νερών
μοιράζουν κομμάτια των φτωχών, μετρώντας των τυφλών τις
προσευχές
καθώς οι αυτοκράτορες εξέρχονται στους κήπους, την ώρα αυτή
που μοιάζει με τις γκραβούρες που παλιώνουν
την ώρα αυτή που οι υπηρέτες μπανιαρίζουν τα σκυλιά του
κυνηγιού
όταν το φως τα γάντια του φοράει
άνοιξε το παραθύρι σου λοιπόν -μετά
θα εξέλθει η νύχτα απ´ την καλύβα, σαν το κουκούτσι απ´ το
ροδάκινο
όπως ο ιερέας από τον ναό,
ο Θεό : ξαίνει τα μαλλιά των ερωτευμένων πιστών,
με το μελάνι βάφει τα πουλιά, κι ανανεώνει τις φρουρές του
φεγγαριού.
– Εμπρός να πιάσουμε τους σκαραβαίους
και μέσα στο κουτί να τους κλείσουμε
– Πάμε στο ρυάκι
να φτιάξουμε δοχεία με τον πηλὸ
– Πάμε στην πηγή να σε φιλήσω
– Πάμε στο κοινοτικό το πάρκο
μέχρι τα κοκόρια να λαλήσουν
και την πόλη να ξυπνήσουν…

να φύγουμε, να φύγουμε.

 


Η επίσημη εμφάνιση του Dada τοποθετείται στις 5 Φεβρουαρίου του 1916, όταν ο Χούγκο Μπαλ άνοιξε το Cabaret Voltaire στην Ζυρίχη. Μια αγγελία που μπήκε στις εφημερίδες, προσκαλούσε όλους τους δυσαρεστημένους να ενωθούν κάτω από το όνομα του Βολταίρου. Η ανταπόκριση υπήρξε τόσο άμεση, ώστε λίγο καιρό αργότερα, ο Μπαλ ανήγγειλε ότι «το Cabaret λειτουργούσε για να θυμίζει στον κόσμο ότι υπάρχουν και ανεξάρτητοι άνθρωποι, που ζουν για άλλα ιδανικά, πέρα από τον πόλεμο και τον εθνικισμό».

 

[…]
Αφού πολεμούν οι λαοί,

Γιατί να κρέμεται η σελήνη τόσο κόκκινη
Σαν βουλοκέρι του Θεού επάνω σε μια βίβλο ειρήνης;
[…]


(Μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση, είναι ότι στον ίδιο δρόμο, απέναντι από το Cabaret Voltaire, έμενε ο Lenin, που μαζί με άλλους σοβαρούς και συνωμοτικούς Ρώσους σχεδίαζε μια παγκόσμια επανάσταση).

 

Λοχαγέ!
οι βολίδες, οι ανοιχτές δυνάμεις του καταρράκτη μας απειλούν, η θηλειά των φειδιών, οι αλυσίδες των μαστιγίων, προχωρούν θριαμβικά μέσα στις χώρες που μόλυνε η συνεχής φρενίτις,
Λοχαγέ!
όλες οι κατηγορίες των βασανισμένων ζώων, υπό μορφήν δαγκωμάτων πάνου απ’ το κρεββάτι, χάσκουν σαν αιμάτινοι κύκλοι, μια βροχή πέτρινων δοντιών και τα ίχνη των ακαθαρσιών μέσα στις κλούβες μας σκεπάζουν μέσα σε παλτά ατέλειωτα σαν το χιόνι.
Λοχαγέ!
οι λάμψεις απ’ τα κάρβουνα έγιναν φώκια, αστροπελέκι, έντομο κάτω απ’ τα μάτια σου, οι έφιππες ομάδες των οραματιζομένων, τα τροχοφόρα τέρατα, οι φωνές των αυτομάτων υπνοβατών, τα ρευστά στομάχια πάνω στις ασημένειες πλάκες, οι ωμότητες των σαρκοβόρων λουλουδιών θα κυριέψουν την απλή κι υπαίθρια ζωή και τον κινηματογράφο του ύπνου σου
Λοχαγέ!
φυλάξου απ’ τα γαλανά μάτια.


Η επιθυμία απαλλαγής από τα δεσμά της καθιερωμένης ποιητικής έκφρασης είναι πρόδηλη ακόμη από τα πρώτα του ποιήματα του Τζαρά. 

Η εκφορά του λόγου διαμορφώνεται από την προσπάθεια να μεταδοθεί αδιαμεσολάβητο από αισθητικούς κανόνες, το περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης εμπειρίας. Ωστόσο, η συγκινησιακή αλληλουχία δεν φτάνει στην απόλυτη εκφραστική αναρχία που χαρακτηρίζει τα μετέπειτα «κατεδαφιστικά» του κείμενα· πλησιάζει περισσότερο τους ελεύθερους συνειρμούς της υπερρεαλιστικής γραφής, και η τραυματικότητα της εμπειρίας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που είναι διάχυτη σε όλη την έκταση του συγκεκριμένου ποιήματος, υπαγορεύει ένα νοηματικό και μορφικό σχήμα περισσότερο οργανωμένο από εκείνο της υπερρεαλιστικής γραφής. Παρότι η ακολουθία των -ως επί το πλείστον αντιλυρικών- εικόνων, αναπτύσσεται με μια ποιητικά φυγόκεντρη κίνηση, η συνεχής αποστροφή του λόγου προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο και η επαναληπτικότητά της, επαναδιατάσσουν το υλικό σ’ ένα σχέδιο πεζόμορφων στροφών, με την προσφώνηση ως ένα είδος αντεστραμμένης επωδής, επαναφέροντας έτσι, -έστω και αυτοπαρωδούμενο, ένα στοιχείο λυρικότητας.

 

[…]
η ομίχλη έβαψε το μάτι

που βάζει χρώμα στην όρασή μας
μ’ ελαφρόν αίμα και κουρασμένο σκιερό πιοτό
μηχανοποιείται ο χορός των φερέτρων
ή πολύχρωμα φύλλα αναπάντεχα μες στις φλέβες
απολιθωμένη ρόδα γκρίζα χωρίς τα κλαριά της
πράγματα που πηδούν αναμεσής της αποστάσεως
ζω τα διαστήματα του υπόγειου θανάτου
[…]


Ο Τζαρά πίστευε ότι η λογική και ο ορθολογισμός είχαν οδηγήσει στη συμφορά του παγκόσμιου πολέμου, και ότι ο μόνος δρόμος για τη σωτηρία ήταν μέσω της πολιτικής αναρχίας, των φυσικών συναισθημάτων και του αυθορμητισμού. Ο Ντανταϊσμός είχε τελειώσει με την πολιτική, την είχε καταστρέψει με μια μονοκοντυλιά, την είχε αγνοήσει. Ο Τριστάν Τζαρά, που πρωτογνώρισε το αναρχικό κίνημα στο Βουκουρέστι, είχε να πει: » Είναι προφανές πως η αναρχική φύση του Ντανταϊσμού μαζί με την ιδέα ενός ηθικού απόλυτου που το κίνημα προέτασσε πάνω από κάθε πιθανή πρακτική αναγκαιότητα, θα κρατούσε το Νταντά μακριά από τους πολιτικούς αγώνες».

 

Ήμασταν ενάντια στον πόλεμο, χωρίς όμως να πέφτουμε στην εύκολη παγίδα του ουτοπικού πασιφισμού. Ξέραμε πως δεν θα ξεφορτωνόμασταν τον πόλεμο αν δεν ξεφορτωνόμασταν τα αίτιά του…Αυτός ο πόλεμος δεν ήταν δικός μας. Για μας ήταν ένας πόλεμος ψεύτικων συναισθημάτων και αθεμελίωτων δικαιολογιών…η Τιμή, η Πατρίδα, η Ηθική, η Οικογένεια, η Τέχνη, η Θρησκεία, η Ελευθερία, η Αδελφοσύνη, όλες αυτές οι έννοιες που κάποτε ανταποκρίνονταν σε ανθρώπινες ανάγκες, τώρα πια δεν είναι τίποτα παραπάνω από συμβιβασμοί και κούφια κόκαλα.


Μπροστά στη βαρβαρότητα που έβλεπε, υιοθέτησε αυθόρμητα τη χαρά του να ζεις και να δημιουργείς παρά τις πιο αντίξοες συνθήκες. Η άρνησή του, απηχεί την παλιά ρήση του Μπακούνιν: «Η ορμή για καταστροφή είναι μια δημιουργική ορμή». 
Εξωτερικά έδειχνε, από μια άποψη, να επιστρέφει στην εσωτερική αναγκαιότητα του Kandinsky, το πνευματικό στοιχείο στην τέχνη, αλλά τουλάχιστον, στη αρχική φάση της δημιουργίας του, ήταν αρνητικός και πεσιμιστικός.

 

(Calligrame,1916)

 

Σαν μέσα σε τουλίπα κιτρίνισε το φως του κόσμου,
Κι από κλίνες τα σύννεφα αντλούν το γαλάζιο σκοτάδι·
Μέσα σ’ αυτό εγώ τρέχω και με δαγκώνουν φίδια
της βροχής
Να πάω στον φωτισμένον ορίζοντα το φως μου.

Μέσα στης θλίψης τα βάθη,
Όπως βροντή κάτω από θόλο ασφυκτικό,
Είμαι διαβάτης με το πνεύμα σκοτεινό,
Σκοτεινό […]


«Η φρίκη μας για το αστικό και για τις μορφές που με αυτές περιέβαλε την ιδεολογική του ασφάλεια, μέσα σε ένα κόσμο που ήθελε να παγώσει, να τον κάνει αμετακίνητο και πάγιο, δεν ήταν, αν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε μία ανακάλυψη του Dada. Ο Μπωντλαίρ, ο Λωτρεαμόν και ο Ρεμπώ, την είχαν ήδη εκφράσει» έγραφε ο Τζαρά.

 

[…]
οι υπνωτισμένες λάμπες των αλατορυχείων

χλωμιάζουν τα φτυσίματα μέσα στ’ άγρυπνα στόματα
τα βαγόνια ακίνητα μέσα στον κύκλο του ζωδιακού
ένα τέρας δείχνει το μυαλό του από καμένο γυαλί
και μοιάζει με την τρυγώνα του rag-time
χωρίς αντίθεση στο πρώτο άρωμα στις ιππικές κερδοσκοπίες
τα φωνήεντα απ’ αλάτι δόντια ακίνητα πάνου στις ράγιες
τραβούν τις σκάλες
σύνθημα
[…]

(Σχέδιο του Hans Arp πάνω σε ποίημα του Tristan Tzara)

 

Η προέλευση του ονόματος του κινήματος δεν έχει επιβεβαιωθεί, καθώς υπάρχουν πολλές και διαφορετικές μαρτυρίες για το πώς ανακαλύφθηκε η λέξη Dada. Η πιο γνωστή και διασκεδαστική είναι αυτή του Jean Arp : «Δηλώνω ότι ο Tristan Tzara βρήκε τη λέξη στις 6 Φεβρουαρίου του 1916, η ώρα έξι το απόγευμα. Ήμουνα και εγώ μαζί με τα δώδεκα παιδιά μου, όταν ο Tzara για πρώτη φορά πρόφερε τη λέξη αυτή, που μας γέμισε με δικαιολογημένο ενθουσιασμό. Αυτό συνέβη στο Café de la Terrasse στη Ζυρίχη και εγώ είχα ένα brioche στο αριστερό μου ρουθούνι». Μια άλλη εκδοχή έδωσε ο Huelsenbeck, που είπε ότι αυτός και ο Ball συνάντησαν τη λέξη τυχαία με την τοποθέτηση ενός μαχαιριού στις σελίδες του λεξικού Larousse. Τέλος, στο ημερολόγιό του ο Hugo Ball γράφει : «Ο Tzara ανησυχεί για το περιοδικό. Η πρότασή μου να το ονομάσουμε Dada έγινε δεκτή. Dada σημαίνει στα Ρουνάνικα «ναι! ναι!», στα Γαλλικά το παιδικό ξύλινο αλογάκι και στα Γερμανικά είναι ένα σύμβολο ανοησίας και αφέλειας». Ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο δόθηκε η ονομασία στο κίνημα, είναι γεγονός ότι ο όρος Dada είχε χαρακτηριστικά που ήταν κατάλληλα γι’ αυτήν την τάση αφού αποτελεί ένα σύμβολο εξέγερσης και άρνησης.

 

Τα μάτια τα πιο αγνά κι οι ματωμένες μέρες
όταν ανοίγω το στόμα μιλάς
κι η ίδια τραγουδιέται πολύ πιο ψηλά
εκεί που δε φτάνει να πιεις…

 

(Κάρτα του Hugo Ball προς τον Tristan Tzara)

 

…να γελάς μες στη γη
παιδιάστικα χρόνια να διασκεδάσουν τα δάση
κι οι βουβές εμπιστοσύνες
όπου πνίγηκε το στόμα σου για μένα.


Η θέση του, ότι «η συμβατική γλώσσα δεν είχε πλέον θέση στην ποίηση», -όπως η συμβατική ανθρώπινη μορφή είχε εξοριστεί από τη ζωγραφική-, οδήγησε σε μια ποίηση μελωδικών συλλαβών χωρίς κανένα απολύτως νόημα, και οι φρενιασμένες αντιδράσεις του κοινού δεν εμπόδισε τους πειραματισμούς αυτούς να επηρεάσουν μεταγενέστερα στυλ τέχνης, όπως το avant-garde, τον σουρεαλισμό, τον νεορεαλισμό, την pop art, την μουσική punk rock καθώς και το κίνημα Fluxus.

 

(Λιθογραφίες του J. Miro σε σύμπραξη με ποιήματα του Tristan Tzara)

 

Ο Τριστάν Τζαρά επέμενε ότι το Dada ήταν περισσότερο «μια κατάσταση του νου , παρά μια τεχνική ή ένα στυλ». Οι πρώτες εκδηλώσεις του Dada έγιναν το 1915-1916 στη Ζυρίχη και τη Νέα Υόρκη, -δυο πρωτεύουσες κρατών που είχαν διατηρήσει την ουδετερότητά τους κατά τη διάρκεια του Ά Παγκοσμίου Πολέμου-. Το πνεύμα του Ντανταϊσμού εκδηλώθηκε με τους καλλιτέχνες που εξέφραζαν με την τέχνη τους την αντίδρασή τους στον πόλεμο, στην υποκρισία και σε ο,τιδήποτε θεωρούσαν ως υπαίτιο για την καταστροφή. Μέσα από το κίνημα ο Τζαρά, εξέφραζε την αντίδραση και την ολοκληρωτική απόρριψη για ο,τιδήποτε ήταν λάθος, ακόμα και για τον ίδιο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό που φαινόταν να πηγαίνει προς την αυτοκτονία.

Πολύ αργότερα, ο Τζαρά θα πει πως «απαραίτητη προϋπόθεση είναι να φανταστούμε την ψυχική κατάσταση ενός μέρους των νέων σε εκείνο το είδος φυλακής που ήταν η Ελβετία της εποχής του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και από την άλλη το πνευματικό επίπεδο της τέχνης και της λογοτεχνίας εκείνης της εποχής. Ο πόλεμος θα δημιουργήσει σε αυτούς τους νέους την απέχθεια και την εξέγερση. Εμείς ήμασταν αποφασιστικά κατά του πολέμου, χωρίς να πέσουμε στις εύκολες πτυχές του ουτοπικού ειρηνισμού. Ξέραμε ότι δεν ήταν δυνατό να σταματήσει ο πόλεμος, παρά μόνο αφού ξεριζωνόταν το κακό. Η ανυπομονησία να ζήσουμε ήταν μεγάλη, η αηδία παρουσιαζόταν σε όλες τις εκφάνσεις του λεγόμενου μοντέρνου πολιτισμού, στις ίδιες του τις βάσεις, στη λογική, στη γλώσσα του. Ετσι η εξέγερση προσλάμβανε διαστάσεις, όπου το αλλόκοτο και το αφηρημένο ξεπερνούσαν κατά πολύ τις αισθητικές αξίες. Δε χρειάζεται να ξεχάσουμε ότι στη λογοτεχνία ένας πολυπράγμων συναισθηματισμός σκέπαζε κάθε τι το ανθρώπινο και το άσχημο γούστο με αξιώσεις μεγαλοσύνης παρουσιαζόταν σε όλους τους κλάδους της τέχνης, χαρακτηρίζοντας τη δύναμη της αστικής τάξης πάνω σε ό,τι πιο μισητό διέθετε…».

 

 Μόνο το τραίνο σέρνει τους αρμούς σου
Σα μια φυγή ενός ζώου με πληγωμένα σπλάχνα.


Η διαμαρτυρία του ντανταϊσμού θα οδηγηθεί σε ακραίες θέσεις ολοκληρωτικής άρνησης της λογικής σε φιλοσοφικό επίπεδο, ενώ η άρνηση της αστικής κοινωνίας θα οδηγήσει και στην απόρριψη της τέχνης σαν προϊόν αυτής της κοινωνίας. Ως εκ τούτου, το Νταντά καταγράφεται σαν αντικαλλιτεχνικό, αντιλογοτεχνικό και αντιποιητικό κίνημα και όπως προκύπτει και από τα μανιφέστα του -(το πρώτο ντανταιστικό μανιφέστο δημοσιεύτηκε το 1917 στο 3ο τεύχος του περιοδικού «DaDa»)-, τάσσεται κατά της αιώνιας ομορφιάς, της αιωνιότητας των αρχών, της στατικής σκέψης και της καθαρότητας της αφηρημένης ιδέας. Αντιθέτως, προβάλλει την ατομική ελευθερία, τον αυθορμητισμό, την αμεσότητα, το ατελές και την αταξία.


Ο Τριστάν Τζαρά ήταν αντίθετος σε κάθε μορφή τέχνης με οργανωμένο πρόγραμμα και σε κάθε κίνημα που θα μπορούσε να εκφράζει τα κοινά στοιχεία του στυλ μιας ομοιογενούς ομάδας καλλιτεχνών.

Ο Τζαρά, τον Φλεβάρη του 1918, εκδίδει το δεύτερο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού», επαναπροσδιορίζοντας τις «ασαφείς αρχές του νέου κινήματος»: «Γράφω αυτό το μανιφέστο για να δείξω ότι μπορεί κανείς να κάνει ταυτόχρονα αντίθετες ενέργειες στη διάρκεια μιας δροσερής ανάσας. Είμαι κατά των ενεργειών, και όσο για τη διαρκή αντίφαση ή την κατάφαση, δεν είμαι ούτε υπέρ ούτε κατά και δεν πρόκειται να εξηγήσω τί εννοώ γιατί μισώ τον κοινό νού. Είμαι κατά των συστημάτων. Το πιο αποδεκτό σύστημα είναι να μην έχεις κανένα σύστημα και καμιά αρχή. Ο εξαγνισμός του συνανθρώπου μας θα πραγματωθεί μετά από μια περίοδο ολοκληρωτικής παράνοιας και επιθετικότητας, σήμα ενός κόσμου που έχει αφεθεί για πάρα πολύ στα χέρια των εγκληματιών που ξεσκίζουν και καταστρέφουν τους αιώνες».

Προϋπόθεση «συνέπειας» για τον Τριστάν Τζαρά, είναι ακόμη και η άρνηση του ίδιου του Νταντά. Γι ´αυτόν, ενδιαφέρον παρουσιάζει η χειρονομία και όχι το παραγόμενο έργο. Γι’ αυτό και δεν χρησιμοποιεί καν τον όρο «έργο τέχνης» αλλά προτιμά τον όρο «κατασκευή αντικειμένων».

 

[…]
να πιείτε γάλα των πουλιών

να πλύνετε τις σοκολάτες σας
νταντά
νταντά
φάτε και μοσχαράκι
[…]

 


Η ποίηση γα τον Τζαρά, δεν εκφράζει ένα θέμα προσδιορισμένο από την αρχή· το θέμα της αναβρύζει σιγά σιγά ακολουθώντας το λυρικό αυτοσχεδιασμό. Ούτε πάλι είναι υποδουλωμένο στην αναζήτηση μιας νέας μορφής. «Αν κανείς καθίσει να σκεφτεί όλες τις έρευνες που προϋποθέτει η δημιουργία ή η παραδοχή ενός βάθους, δε θα το αντιπαρέθετε ποτέ τόσο ηλίθια στη μορφή». Για τον Τζαρά, η «φροντίδα για το βάθος» είναι βασική. Γράφω, σημαίνει βυθίζομαι μέσα στην ανθρώπινη συνείδηση.

 

Οι άνθρωποι νομίζουν ότι μπορούν να εξηγήσουν ορθολογικά με τη σκέψη αυτά που γράφουν. Αλλά αυτό είναι υπερβολικά σχετικό. Η σκέψη είναι ωραία για την φιλοσοφία, αλλά παραμένει σχετική.


Οι προβληματισμοί και οι παρεμβάσεις του Τζαρά στις πνευματικές εξελίξεις της εποχής του αποτυπώνονται σε πολλά από τα έργα του: «Μανιφέστο Νταντά» (1918), «Είκοσι πέντε ποιήματα» (1918), «Ο κατά προσέγγιση άνθρωπος» (1931), «Πού πίνουν οι λύκοι» (1932), «Η αντί-κεφαλή» (1933), «Να μιλάς μόνος» (1950), «Το ρόδο και ο σκύλος» (1958).

 

(Σκίτσο από το ποίημα «Το ρόδο και ο σκύλος)

 


[…]
το μεταξύ δύο αντίθετων ειδήσεων σφηνωμένο στόμα

κολλά
απροσδόκητα όπως ο κόσμος ανάμεσα στις μασέλες του
και ο πενιχρός φθόγγος θρυμματίζεται στο τζάμι
διότι ποτέ μία λέξη δε δρασκέλισε το κατώφλι
του σώματος
[…]


Ο Τζαρά δεν έκανε κάτι άλλο, από το να χρησιμοποιήσει στην τέχνη του τον παραλογισμό που έβλεπε γύρω του, σπάζοντας τις αυστηρές φόρμες και διεκδικώντας την καλλιτεχνική απελευθέρωση. Χαρακτηριστικό, είναι το κείμενο με τις οδηγίες του σχετικά με τη δημιουργία ενός ντανταϊστικού ποιήματος, στο μανιφέστο του 1920, «Μανιφέστο για τον αδύναμο έρωτα και τον πικρό έρωτα», στο οποίο γράφει: «Πάρτε μια εφημερίδα. Πάρτε ένα ψαλίδι. Διαλέξτε ένα άρθρο με το μήκος που θέλετε να έχει το ποίημά σας. Κόψτε το άρθρο και μετά κάθε λέξη που το αποτελεί και βάλτε το μέσα σε μια τσάντα. Ανακινήστε την, βγάλτε τις λέξεις και αντιγράψτε με τη σειρά που τις βγάζετε. Η ποίηση θα σας μοιάζει…».

Σ’ αυτές τις οδηγίες του Τζαρά, ο καθοριστικός όρος είναι η λέξη παιχνίδι. Η αυτόματη γραφή είναι παιχνίδι, -όχι για αποκλειστική χρήση των ποιητών, ή μάλλον με σκοπό να κάνει ποιητές όσους δεν έχουν γράψει ποτέ τους ποιήματα-, και αποδεικνύει σύμφωνα με τον ίδιο, ότι το ποιητικό θαύμα δεν εξαρτάται από την εντατική προσπάθεια.

 

Κοιμάμαι πολύ αργά. Αυτοκτονώ κατά 65%. Η ζωή μου είναι πολύ φτηνή, δεν είναι δικό μου παρά το 30% της. Η ζωή μου περιέχει 30% ζωή. Της λείπουνε τα μπράτσα, οι σπάγκοι και μερικά κουμπιά. Το 5% είναι αφιερωμένο σε μια κατάσταση ημιδιαφανούς νάρκης που συνοδεύεται από αναιμικούς κρότους. Αυτό το 5% λέγεται Νταντά…Πριν από μερικές μέρες είχα πάει σε μια συγκέντρωση ηλιθίων. Ήτανε πολύς κόσμος εκεί. Όλοι ήτανε χαριτωμένοι. Ο Τριστάν Τζαρά, ένας μικρόσωμος τύπος, ηλίθιος και ασήμαντος, έδινε μια διάλεξη για την τέχνη τού να γίνεται κανείς χαριτωμένος. Εξ άλλου ήταν χαριτωμένος. Όλοι είναι χαριτωμένοι. Και πνευματώδεις. Είναι απολαυστικό, δεν είναι έτσι; ‘Aλλωστε όλοι είναι απολαυστικοί, χαριτωμένοι. 9 βαθμοί υπό του μηδενός. Είναι χαριτωμένα, δεν είναι έτσι; Όχι, δεν είναι χαριτωμένα. Ο Θεός δεν στέκεται στο ύψος του. Δεν είναι ούτε καν στον τηλεφωνικό κατάλογο. Αλλά παρ’ όλα αυτά είναι χαριτωμένος. Οι πρεσβευτές, οι ποιητές, οι πρίγκιπες, οι μουσικοί, οι δημοσιογράφοι, οι ηθοποιοί, οι συγγραφείς, οι διπλωμάτες, οι διευθυντές, οι κομμωτές, οι σοσιαλιστές, οι πριγκίπισσες, και οι βαρωνέσες είναι χαρούμενοι άνθρωποι. Είσαστε όλοι σας χαριτωμένοι, φίνοι, πνευματώδεις και απολαυστικοί. Ο Τριστάν Τζαρά σας λεει: θα ήθελε πολύ να είναι κάτι άλλο, αλλά προτιμάει να παραμείνει ένας ηλίθιος, ένας φαρσέρ, και ένας καπνοδοχοκαθαριστής. Γίνετε ειλικρινείς για μια στιγμή: τι είναι αυτό που μόλις σας είπα, χαριτωμένο ή ηλίθιο; Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι (δημοσιογράφοι, δικηγόροι, ερασιτέχνες και φιλόσοφοι) που υποστηρίζουν ότι οι δουλειές, οι γάμοι, οι επισκέψεις, οι πόλεμοι, οι διάφορες συσκέψεις, οι ανώνυμες εταιρίες, η πολιτική, τα ατυχήματα, οι αίθουσες χορού, οι οικονομικές κρίσεις, και οι νευρικές κρίσεις, είναι παραλλαγές του Νταντά. Επειδή δεν είμαι ιμπεριαλιστής, δεν συμμερίζομαι τη γνώμη τους, νομίζω ότι το Νταντά δεν είναι παρά μια ελάσσων θεότητα που απλούστατα θα έπρεπε να τοποθετηθεί δίπλα στις άλλες μορφές του νέου μηχανισμού των θρησκειών της μεσοβασιλείας.

Είναι η απλότητα απλή ή Νταντά;

Με βρίσκω σχεδόν συμπαθητικό.

Τριστάν Τζαρά


Μέσα από τη λέξη ο Τριστάν κάνει το αδύνατο δυνατό, προικίζει τη φύση με μεταφυσικές ιδιότητες, δίνει στην αισθησιακότητα νέες αναλογίες: Οράματα 
διασπαρμένα στο πρόσωπο της γης, αξεχώριστα στην ατομική τους μοναξιά, έλκονται από τον γλωσσικό του μαγνήτη, και συναντιώνται σε μια σύνθεση εικόνων, που με τη σειρά της δημιουργεί μια ύπαρξη. Κι ο έρωτας τροποποιείται εντελώς, και ταυτίζεται όχι με την καθολική συναισθηματική εμπειρία, αλλά με μια ασυνήθιστη αναταραχή του σωματικού περιβάλλοντος και συνδέεται με μία κοσμολογική γνώση.

 

Η μέσα μου ζωή στάθηκε μια φυγή ενός αλόγου ατίθασου
Δεν ήξερα να διασχίσω όλο τον κόσμο
Δεν αγαπούσα παρά ένα κορίτσι
Κι αποκοιμήθηκε σχεδόν όλο το πρωινό…


Για τον προπαγανδισμό των ιδεών του, ο Τζαρά χρησιμοποίησε πολλές από τις μεθόδους του φουτουρισμού: τις ελεύθερες λέξεις του Marinetti, -προφορικές ή γραπτές-, τα θορυβώδη μουσικά εφέ του Russolo στην απαγγελία της ποίησης, και τις συχνές προκηρύξεις. Κι ενώ αρχικά είχε φιλικές σχέσεις με τους Φουτουριστές, διέκοψε κάθε επαφή μαζί τους, όταν αυτοί ασπάστηκαν τις φασιστικές και μιλιταριστικές ιδέες.

 

Όταν τα σκυλιά διασχίζουν τον αέρα μέσα σ’ ένα διαμάντι σαν ιδέες και το συμπλήρωμα του μηνιγγιού δείχνει την ώρα του προγράμματος του ξυπνητηριού» οι τιμές είναι χθες κατάλληλες κατόπιν πίνακας / εκτιμούμε την εποχή του ονείρου των ματιών / πομπωδώς να απαγγέλλει τα ευαγγέλια είδος που πέφτει σε αφάνεια / ομάδα της αποθέωσης φανταστείτε είπε το μοιραίο εξουσία των χρωμάτων / γλυπτό φτερουγίζει την πραγματικότητα μια μαγεία / θεατής όλες οι προσπάθειές του όχι άλλο πια 10 με 12 / κατά τη διάρκεια της περιπλάνησης ανεμοθύελλα κατέρχεται η πίεση / καθιστώντας τους πολλούς μια γραμμή σάρκας πάνω σε μια τερατώδη συντριπτική σκηνή / να γιορτάσει αλλά οι 160 οπαδοί μέσα σε βήματα που τυποποιήθηκαν από την μαργαρίνη.


Από την πρώτη στιγμή ο Τζαρά έδειξε μια σοβαρότητα στις προθέσεις του και μια αναζήτηση νέας οπτικής και νέου περιεχομένου, με συνέπειες πολύ πιο μακροπρόθεσμες από τη στιγμιαία επιθυμία να προσβάλλει την υπεύθυνη για τον πόλεμο, αστική πλουτοκρατία. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η κινητήρια δύναμη στις διαδηλώσεις του, δεν ήταν μια πρωτοφανής μορφή παράλογου χιούμορ. Η πλούσια εφευρετικότητα αυτού του χιούμορ κρυβόταν πίσω από όλες τις εκδηλώσεις του, -είτε στην απαγγελία ποιημάτων με λέξεις χωρίς νόημα κάτω από τον εκκωφαντικό θόρυβο των μηχανών, είτε σε παράλογες παραστάσεις θεάτρου, είτε στην ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων χωρίς νόημα, ή στη δημιουργία έργων ζωγραφικής με ανεξέλεγκτες κινήσεις, πέρα από κάθε έλεγχο της λογικής-.

 

To τραγούδι ενός ντανταϊστή
που είχε το νταντά μες στην καρδιά
κούραζε πολύ το μοτέρ του
που είχε νταντά μες στην καρδιά
το ασανσέρ κουβαλούσε ένα βασιλιά
βαρύ εύθραυστο φθινόπωρο
έκοψε το μεγάλο του δεξί μπράτσο
και το’ στειλε στον πάπα στη Ρώμη
γι’ αυτό το λόγο
το ασανσέρ
δεν είχε πια νταντά μες στην καρδιά
να φάτε σοκολάτα
πλύνετε τον εγκέφαλό σας
νταντά
νταντά
πιείτε και νεράκι
[…]

 


Ο Τζαρά πειραματίστηκε με νέες μορφές έκφρασης. Η πραγματικότητα, μέσα από φωτογραφίες και εικόνες, κομματιάστηκε, τεμαχίστηκε και δημιούργησε νέα, ανοίκεια σχήματα, θεωρημένα μέσα από ένα ποιητικό, ονειρικό και μαγικό πρίσμα. Ήθελε να συλλάβει τη «γλώσσα του φωτός», μια γλώσσα απαλλαγμένη από τα δεσμά της καθημερινής έννοιας και να μεριμνήσει μόνο για τα βασικά της στοιχεία, τον ήχο, τον τόνο, τον ρυθμό.

 

Τα λιμασμένα δόντια του ματιού
γιομάτα μεταξένια καπνιά
ανοιχτά στη βροχή
ολοχρονίς το γδυτό νερό
μαυρίζει τον ίδρωτα του μετώπου της νύχτας
το μάτι κλείνεται σ΄ ένα τρίγωνο
αυτό το τρίγωνο βαστά έν΄ άλλο τρίγωνο
το μάτι αργά
ροκανίζει μες στο στόμα του κομμάτια ύπνου
τρώει δόντια του ήλιου δόντια βαριά απ΄ τον ύπνο
ο θόρυβος κανονισμένος στην περιφέρεια της λάμψης
είν΄ ένας άγγελος
που χρησιμεύει για κλειδαρότρυπα στην ασφάλεια του τραγουδιού
ένα τσιμπούκι που καπνίζουν στο όχημα των καπνιστών
πάνου στη σάρκα του οι φωνές διυλίζονται μεσ΄ απ΄ τα σώματα
που οδηγούν τη βροχή και τα σχέδιά της
οι γυναίκες το βάζουν στο λαιμό σαν περιδέραιο
είν΄ η χαρά των αστρονόμων
όλος ο κόσμος το παίρνει για ένα παιχνίδι θαλασσίων πτυχών
χνουδωτό απ΄ τη ζέστη και την αυπνία που το χρωματίζει
το μάτι του δεν ανοίγει παρά μόνο στο δικό μου
μόνον εγώ φοβούμαι όταν κοιτάζωμε ρίχνει σε μια κατάσταση σεβάσμιου πόνου
εκεί όπου οι μυς της κοιλιάς του και οι αλύγιστες κνήμες του
συναντώνται σ΄ ένα κτηνώδες φύσημα αλμυρής πνοής
απομακρύνω σεμνά τους νεφελώδεις σχηματισμούς και το στόχο τους
ανεξερεύνητη σάρκα στιλπνή και λεία πια απ΄ τα πολύ λεπτά νερά.


Στα περισσότερα από τα έργα του Τζαρά, η γραμματική είναι άμεμπτη. Η πιο ακατανόητη πρόταση μπορεί να αναλυθεί, γιατί εκείνη που είναι αμφίσημη δεν είναι η δομή όπως ειπώθηκε, αλλά το ζευγάρωμα των λέξεων και η αταίριαστη εικόνα που προκύπτει. Ο Τζαρά, απελευθερωμένος από τις υπερβολές της ομοιοκαταληξίας, δεν έχει να καταφύγει στις ανατροπές που είναι συχνές στην κλασική και στην ρομαντική στιχουργία.

Όσον αφορά στη σύνθεση του ποιήματος, αυτό που είναι ακόμη πιο σημαντικό από τη «σωστή» λέξη, είναι η ευτυχής συνεύρεση των λέξεων σε διαφωτιστικούς, -όχι φωτισμένους-, συσχετισμούς, που γίνονται η βασική δομή της ποιητικής εικόνας του. Ο Τζαρά, βρήκε στην αυτόματη γραφή ένα πλούσιο κυνηγότοπο για να αιχμαλωτίσει τους συσχετισμούς των λέξεων. Σ’ αυτή την κατάσταση της μισο-ύπνωσης, το χέρι του έγραφε ή ζωγράφιζε σχεδόν από μόνο του, το μολύβι μετέγγραφε αυθόρμητα τους υποσυνείδητους δεσμούς που αισθανόμαστε ανάμεσα στις λέξεις του.

 

[…]
Στη σκηνή μια γυναίκα γυμνή, στην αίθουσα μούδιασμα, κι όμως
Κανένας πόνος μες στο νου, κανένας θάνατος ηθοποιού.
Ο νέγρος κατεβαίνει απ’ το φεγγάρι σαν σπουργιτάκι επάνω σε βιολιά,
κι έλα, αγαπούλα, να σε πάω.

 

(Pablo Picasso σε σύμπραξη με τον Tristan Tzara)

Η κριτική λοιπόν είναι άχρηστη, δεν υπάρχει παρά υποκειμενικά για τον καθέναν και δίχως τον παραμικρό χαρακτήρα γενικότητας. Η προσπάθεια του Ιησού και της Βίβλου, κρύβει κάτω από τις πλατιές και ευεργητικές φτερούγες της τα σκατά, τα κτήνη και τις μέρες. Πώς να θέλει κανείς να βάλει σε τάξη το χάος που συνθέτει αυτή την άπειρη, άμορφη παραλλαγή, τον άνθρωπο;

 

Υπάρχουν δυο βασικές δομές στα ποιήματά του: Προτάσεις που ακολουθούν τη συμβατική σειρά, υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο, ή μία σειρά προτάσεων με ουσιαστικά ή επίθετα που δεν παρουσιάζονται ως μέρη ολοκληρωμένων προτάσεων, αλλά ακολουθούν το ένα τ’ άλλο, σαν να είναι απαριθμήσεις ουσιαστικών και επιθέτων. Μερικές φορές, οι δυο τύποι συνυπάρχουν σε μια μακροσκελή πρόταση ή στροφή. Στο ποίημα «‘Ανθρωπος κατά Προσέγγιση», -που δείχνει τη στροφή του Τζαρά στον υπερρεαλισμό-, εκατόν είκοσι τρεις ομάδες, σχηματίζουν μια ολοκληρωμένη πρόταση και δεκαεννέα εικόνες εμφανίζονται πριν το κύριο ρήμα.

 

[…]
ακόμα υπό τον φλοιόν των σημύδων χάνεται η ζωή σε
αιματηρές εικασίες
εκεί που οι δρυοκολάπτες ραμφίζουν αστέρια και οι
αλωπεκές νησοειδών ήχων πταρνίζονται
αλλά τι βάθη κατεβαίνουν οι νιφάδες ανήσυχων ψυχών
που με τη νωχελική τους θερμότητα πνίγουν τα έλη
γαργαρίζει ο κύκνος το υδροάσπρο του
άσπρο είναι το επανιδείν που οι αποθυμιάσεις του
επάνω στο βοστρύχωμα της θαλασσίας άρκτου
κυματίζουν
έξω είναι άσπρο
ένα πτεροτραγουδιστό αιθρίασμα βυζαίνει το
μαϊστράλι στις παγωνοφούντες του
που παίρνει το ουράνιο τόξο από τους σταυρούς της
μνήμης
τα δόντια του ουρανού τρίβουν τα ρούχα στο ποτάμι
και τα κοπανούν
στριφογυρίζουν τους ασπρόμυλους
ανάμεσα σε ψυχονιφάδες που καπνίζουν οπιομανείς στη
σκιά περκών
το μεταξύ δύο αντίθετων ειδήσεων σφηνωμένο στόμα
κολλά
απροσδόκητα όπως ο κόσμος ανάμεσα στις μασέλες του
και ο πενιχρός φθόγγος θρυμματίζεται στο τζάμι
διότι ποτέ μια λέξη δεν δρασκέλησε το κατώφλι του
σώματος
νεκρό είναι το ξεχείλισμα που η θύελλα στα ντεπόζιτα
των πενιχρών υδροροούντων κεφαλών – των γειτόνων
μας- φέρει σε κοχλασμό
και παρά τον αστικό βούρκο τα αισθήματά μας
είναι έξω άσπρα
πράγμα που αποδεικνύει την αηδία μας αφού η δύναμή
μας
πυραναισθητότερη είναι από τον θάνατον
[…]


Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρήση των ρημάτων. Ο χρόνος που χρησιμοποιείται περισσότερο είναι ο ενεστώτας, και παρατηρείται μια υπεροχή των «απλούστερων» ρημάτων -έχω, είμαι, βλέπω, αγαπώ, του απρόσωπου υπάρχει, ρήματα που λόγω της αοριστίας τους, επιτρέπουν την χαλαρότερη μορφή δεσμών ανάμεσα στα ουσιαστικά, αφήνοντας στο ουσιαστικό να στήσει το όραμα.

 

[…]
Κάτω από την αιθάλη του αδέσποτου ελάτου

Οδύρεται του λιποτάκτη το τραγούδι.
Κακή φλογέραν έφτιαξε σαν άρχισε να κλαίει ξαφνικά.
Πήζει ο αφρός της παγωνιάς και τα κλωνάρια γίνονται
αλάτι·
Και κατατρώει τη σάρκα και σπάει τα κόκκαλα.

Με τις γροθιές σφιγμένες και το λαιμό απλωμένο τον
πειρασμό της νύχτας φθάνω πια·
Ατσάλινο παγόβουνο εν μέσω της αδράνειας των άστρων

Με το δικό του κλάμα ακονίζει της ψυχής τα σπαθιά
[…]


Μια άλλη του «ιδιομορφία» του, είναι η συχνή εμφάνιση του απαρεμφάτου, -με αυτόν τον τρόπο δεν ευνοείται κανένα συγκεκριμένο υποκείμενο-, καθώς και η χρήση των μεταβατικών λέξεων, -κανένα, έτσι, λοιπόν, άρα-, που με την καταστολή τους επαυξάνεται η ελευθερία των εικόνων, -αφού η συνέχεια είναι έξω από την δικαιοδοσία της γραμματικής, και έγκειται στους λογικούς συσχετισμούς του αναγνώστη. Με την ευελιξία της μορφής, η αυτονομία στην ερμηνεία του ποιήματος αυξάνεται, και ταυτόχρονα, επειδή στη θέση των μεταβατικών-συνδετικών λέξεων υπάρχει η αντιπαράθεση και η παράθεση, -που παράγουν τα παράλληλα των ταυτόχρονων πραγματικοτήτων-, προκαλείται στον αναγνώστη η κατάπληξη.

 

[…]
Για ’δέ κακό που πάθαμε!

Για ’δε κει συμφορά!
Πέθανε ο Κάσπαρ ο καλός!
Κωδωνοκρούστη Κύριε,
πέθανε ο Κάσπαρ.
Ω, ντιν νταν!
Λυγάνε τ’ αχερόψαρα
απάνω στα καμπαναριά,
τρέμουνε σκούζουν μυτερά,
κάθε που τον στενάζουμε
με το μικρόνομά του.
Γι’ αυτό τον ξανασαίνω εγώ
με το επώνυμό του
Κάσπαρ, ε, Κάσπαρ, Κάσπαρ, ε,
γιατί μας απαράτησες,
βρε Κάσπαρ;
[…]

 

(Max Ernst σε σύμπραξη με τον Tristan Tzara)


Αυτό που ο Τριστάν Τζαρά έκανε, δεν ήταν να θυσιάσει τη σαφήνεια, αλλά να αποφασίσει ότι η περιουσία της πρόζας υπέκειτο στην ποίηση, και πως αυτή με την σειρά της είναι ένας διαφορετικός τύπος διανοητικής δραστηριότητας, αποτελούμενη απ’ αυτό που ονόμαζε «πνευματική παρέκκλιση και γλωσσική αλχημεία», κάτι που ορισμένοι κριτικοί, καταδικάζουν ως μη-ποιητική.

 

[…]
Και κάπου-κάπου ανέβαινα

όρθιος απάνω της, σαν να ’ταν
-η καρέκλα-
έν’ άλογο, κι έκοβα βόλτες, γύρω-γύρω,
και πήγαινα ίσια μπροστά.
Και μάλλον τα κατάφερα.
Τι ακριβώς κατάφερα δεν ξέρω.
Αφού τα πάντα γύρω ήταν άδεια,
πώς να ελέγξω αν μπορούσα να κουνιέμαι.
Κι όπως καθόμουν στην καρέκλα,
βαθιά συλλογιζόμουν
γιατί του κόσμου ο πυρήνας
ίδρωνε τέτοιο μαύρο φως.


Το 1919 ο Tristan Tzara έφυγε από την Ελβετία και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Πριν απ’ αυτόν είχε φτάσει η φήμη του, μια φήμη απόλυτα δικαιολογημένη, και πέρα από τον ρόλο που επρόκειτο να παίξει στο «εκεί» κίνημα, η παρουσία του λειτούργησε σαν καταλύτης μέσα στις διάφορες επαναστατικές τάσεις που κινούσαν την ομάδα της Litterature -περιοδικό των Λουί Αραγκόν, Αντρέ Μπρετόν και Φιλίπ Σουπώ-, και εκείνους που επηρέαζε.

 

 

[…]
Τα λόγια του εγώ μάζεψα – όσα

Στοιχειώνουν σαν βρικόλακες τη φεγγαρίσια μου γαλήνη
Για να σου φτιάξω χάντρες από δόντια καρχαρία
Με στρόβιλους από εφιάλτες.
Το σκουριασμένο μάτι κατευθύνει τη φωτιά
Εμείς μπαίνουμε μέσα στης εσχατιάς το στόμα
Ενώ κάτω απ’ την οδοντοστοιχία των οχυρωμάτων,
οι άλλοι
Περιμένουν.

Τόσο βαθύ το σκοτάδι που μόνον οι λέξεις φωτίζουν
[…]


Ο ερχομός του έβαλε τέρμα στις παλιές διαμάχες που έφθειραν κάθε μέρα και από λίγο τους δρόμους της πρωτεύουσας, -«δεν έκανε την παραμικρή παραχώρηση στις συντηρητικές ομάδες…», θα ομολογήσει ο Μπρετόν στο κορύφωμα του τσακωμού του μ’ αυτόν τον άνθρωπο «με τόσο περιφρονητικό βλέμμα»- και με τον Τζαρά, το Dada 
αρχίζει και την εκπληκτική του παρισινή καριέρα.

 


Σας το λέω: δεν υπάρχει αρχίνημα και δεν φοβόμαστε, δεν είμαστε συναισθηματικοί. Σχίζουμε, σαν άγριος άνεμος, τα ρούχα των σύννεφων και των προσευχών, προετοιμάζουμε το μέγα θέαμα της καταστροφής, την πυρκαγιά και την αποσύνθεση. Ας προετοιμάσουμε την καταστολή του πένθους κι ας αντικαταστήσουμε τα δάκρυα με σειρήνες που να εκτείνονται από τη μια ήπειρο στην άλλη. Ας είμαστε σημαίες έντονης χαράς, απαλλαγμένοι από κάθε δηλητηριώδη θλίψη. Το DADA είναι το σημείο της αφαίρεσης. Η διαφήμιση και οι μπίζνες είναι επίσης στοιχεία ποιητικά.


Πρωτίστως, αποφάσισε να δώσει στην «ελίτ» της γαλλικής πρωτεύουσας, ένα δείγμα του ταλέντου του ,ξαναρχίζοντας σε ευρύτερη κλίμακα, τα θεάματα-προκλήσεις της

Ζυρίχης. Το πρώτο τεύχος της «Litterature» του 1920, έγραφε: «Πρώτος παίρνει το λόγο ο Αντρέ Σαλμόν. Απαγγέλλονται ποιήματα. Το κοινό είναι ευχαριστημένο γιατί όλα αυτά περιέχουν τέλος πάντων κάποια τέχνη, αλλά η ευχαρίστηση εξαφανίζεται πολύ γρήγορα…Αποκαλώντας το ποίημα, ο Τζαρά διαβάζει ένα άρθρο εφημερίδας, συνοδευόμενος από ένα πανδαιμόνιο από κουδούνια και ροκάνες. Το κοινό δεν αντέχει άλλο και αρχίζει να γιουχάρει…». Το κλίμα που επεδίωκε να δημιουργήσει ο Τζαρά, πέτυχε. Στο δελτίο Dada του Φλεβάρη, δηλώνει: «Οι γνήσιοι Νταντά είναι εναντίον του Νταντά. Ηγέτης του Νταντά είναι όλος ο κόσμος».

 

Τέρμα στους ζωγράφους, τέρμα στους λογοτέχνες, τέρμα στους μουσικούς, τέρμα στους γλύπτες, τέρμα στις θρησκείες, τέρμα στους δημοκράτες, τέρμα στους βασιλόφρονες, τέρμα στους ιμπεριαλιστές, τέρμα στους αναρχικούς, τέρμα στους σοσιαλιστές, τέρμα στους μπολσεβίκους, τέρμα στους πολιτικούς, τέρμα στους προλετάριους, τέρμα στους στρατούς, τέρμα στους αστυνομίες, τέρμα στους κόμματα, φτάνουν επιτέλους αυτές οι ηλιθιότητες, δεν θέλουμε πια τίποτα, τίποτα, τίποτα, ΤΙΠΟΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ, ΤΙΠΟΤΑ.

Ο δημοσιογράφος ντ’ Εσπαρμπές, φανατικός εχθρός του Νταντά, περιγράφει σχετικά με εκείνη την ημέρα: «Με την ακαλαισθησία που τους διακρίνει, οι Νταντά κατέφυγαν αυτή τη φορά στη φρίκη. Η σκηνή βρισκόταν στο υπόγειο και όλα τα φώτα μέσα στην αίθουσα ήταν σβηστά· από μια καταπακτή ακουγόντουσαν βογκητά. Κάποιος άλλος εξυπνάκιας, κρυμμένος πίσω από μια ντουλάπα, έβριζε τους παρευρισκόμενους…Οι Νταντά με λευκά γάντια και χωρίς γραβάτα, πήγαιναν πέρα-δώθε…Ο Φιλίπ Σουπώ έπαιζε κρυφτό με τον Τζαρά».

 

Γύρισε γύρω απ’ το φάρο ο φωτοστέφανος/του γαλανού πουλιού/Μέσα στα μισοσκόταδα που τρυπανίζουν το μήκος/των ατμών/Και μέσα στο νερό πέσανε σα λείψανα αρχαγγέλων/Το ψωμί και τα λουλούδια μπαγιατέψαν/Μέσ’ στις εντάφιες σκήτες είν’ οι φίλοι μας/καθώς ξερά δεμάτια[…]

 

Αυτές οι απανωτές προκλήσεις του Τζαρά, σ’ ένα άπληστο κοινό για μοντέρνα τέχνη και για νέες αισθητικές συγκινήσεις, συνοδεύονται κι από άλλες προσπάθειες, συλλογικές και ατομικές, σε διάφορους χώρους, από επιθέσεις λιγότερο ανώδυνες ενάντια στην αναγνωρισμένη τέχνη και λογοτεχνία.

 

Εκτιμώ σε ένα αρχαίο έργο την πρωτοτυπία του. Το μόνο που μας συνδέει με το παρελθόν είναι η αντιπαράθεση.

(Benjamin Peret, Tristan Tzara, Paul Eluard, Andre Breton)


Παρ´ όλες τις ενέργειες του Τζαρά στο Παρίσι, κάποιοι από τους «συνεργάτες του», βλέποντας πως το κίνημα δεν έκανε τίποτα άλλο από το να αντικαθιστά το αδιέξοδο της αναγνωρισμένης τέχνης με το αδιέξοδο της στείρας εξέγερσης, αποχώρησαν, (στράφηκαν στον σουρεαλισμό), και το παρισινό Dada κατέρρευσε σύντομα με ένα κύμα κατηγοριών, αφορισμών και παραιτήσεων.

 

Η ηθική είναι η μετάγγιση σοκολάτας στις φλέβες των ανθρώπων.


Ο Μπρετόν οργανώνει, παρά τις αντιρρήσεις του Τζαρά, τη μεγάλη επιχείρηση της δίκης του Μωρίς Μπαρές. Δεν μπορούσε να βρεθεί ιδανικότερος κατηγορούμενος από τον Μωρίς Μπαρές, γιατί ενώ στα πρώτα του έργα είχε δείξει αναμφισβήτητα λογοτεχνικά χαρίσματα και ένα ιδανικό ηθικό που συμμερίζονταν οι μετέπειτα σουρεαλιστές, κατέληξε να θέσει το ταλέντο του στην υπηρεσία της ιδιοκτησίας, των νεκρών και της πατρίδας, αξιών που προκαλούσαν απέχθεια στην βασική ομάδα της Litterature.

Απόσπασμα από τον διάλογο ανάμεσα στο Μπρετόν και τον Τζαρά, ο οποίος πιστός στο καθαρά «καταστροφικό» του πρόγραμμα, θέλησε να συνεχίσει με το γνωστό του πνεύμα:
«
Μάρτυρας, Τριστάν Τζαρά: Θα συμφωνήσετε μαζί μου, κύριε Πρόεδρε, πως είμαστε όλοι ένα μάτσο καθάρματα και πως, κατά συνέπεια, οι μικροδιαφορές μεταξύ μας- μεγαλύτερα καθάρματα ή μικρότερα καθάρματα-, δεν έχουν καμιά σημασία.
«Πρόεδρος, Αντρέ Μπρετόν: Ο μάρτυς προσπαθεί να μας πείσει πως είναι ηλίθιος ή επιθυμεί να συλληφθεί;»

Αυτή η σύντομη ανταλλαγή πυρών ανάμεσα στους πρωτεργάτες του Νταντά από τη μια μεριά και του σουρεαλισμού από την άλλη, είναι η απαρχή της μάχης όπου θα ριχτούν αυτοί οι δύο εκπρόσωποι δύο διαφορετικών » διαθέσεων», δύο αντικρουόμενων «συστημάτων», -από τα οποία το δεύτερο δεν θα μπορούσε, -ιστορικά-, να γεννηθεί χωρίς το πρώτο, αλλά και δεν θα μπορούσε να επιζήσει αν δεν το εγκατέλειπε-. Από τη δίκη του Μπαρές, αναμφισβήτητα, ξεκίνησε και η «δίκη» του Dada, και επήλθε η οριστική ρήξη. Ο Μπρετόν και οι φίλοι του αποχώρησαν απ’ τον ντανταϊσμό, πλάι σε χυδαίες επιθέσεις εναντίον του Τζαρά, οι οποίες έφτασαν ως την αμφισβήτηση της πατρότητας της λέξης Νταντά.

 

[…]
Βρήκαμε εμείς καταφύγιο τους φόβους μας της καταιγίδας

κουβαλώντας
Κι εκεί ο ένας από μας
Άρχισε ξάφνου να παραληρεί.

 

 

Για τον Ρομπέρ Ντεσνός

Μες στο λευκό της σκέψης μου/σκούζει ένα κοτσύφι που τραγουδάει/πάνω απ΄ την αποκεφαλισμένη πόλη/σφυράει το ξαφνικό τραγούδι του αίματος/συγκλονίζοντας τ΄ ώριμο δέντρο που ζητιανεύει φως/θέλετε δεσποινίς/κι ο θάνατος δείχνει τη μόστρα του/άδεια δόντια στο βραχιόλι/και τα κόκκαλα από χίλιους μαρτύρους/θέλετε δεσποινίς/το νεκρό ξύλο/απ τα δυνατά σαγόνια/φράζει απαλά το δρόμο/στο κεφάλι μια μόνη ελπίδα/μες στο κεφάλι ένα δάσος/με το σπάσιμο των άστρων/γνώρισα τη μελωδία/απ όπου ανατέλλει η μνήμη/δεν υπάρχει πια φωνή ν΄ αντιλαλεί/μες στο Παρίσι το στρωμένο με φύλλα/ένα καλοκαίρι λείπει απ΄ την πρόσκληση/μόνος εγώ το ξέρω/λησμονείστε τα παιδιά σας τις μανάδες σας/την νιότη την άνοιξη/τα φιλιά απ΄ τις αγαπημένες/το χρυσάφι του καιρού/ένα όνομα γυμνό φτερουγίζει ακόμα τις νύχτες γύρω από τις λάμπες/και η σφιγμένη γροθιά των πόλεων/ορθώνει ως την καρδιά της μέρας/αυτό το φως αυτή την επανάσταση/που προσφέρουν στους διαβάτες/μες στην παλάμη του χεριούτου κόσμου/μέσα στα χέρια που κύμα τα παίρνει/ένα πουλί και τίποτ΄ άλλο από θυμό/ένα πρόσωπο στο παραθύρι μου/μια χαρά κυματίζει/το μυστικό μου ο λόγος της ύπαρξής μου/κι ο κόσμος.

(Πράγα, Μάρτιος 1946)


 

Ένας άνθρωπος κρεμάστηκε…/Και κλαίει ολόψυχα τη βλακεία του/Τώρα που φεύγει η ζωή του/Και ολόψυχα προσπάθησε/Να κάνει όνομα και σταδιοδρομία/Να πάρει αέρα της ζωής/Πολύ αργά -και βλαστημάει[…]

Ούτε και το σχοινί δε γλυστρά.


Ο Τριστάν Τζαρά, πέθανε στο Παρίσι 25 Δεκέμβρη του 1963. Το Dada μπορεί να υπήρξε μία σύντομη έκρηξη μέσα στην ιστορία της λογοτεχνίας, αλλά ήταν σίγουρα μία έκρηξη ισχυρή με επενέργειες μακρινές. Κι ο Τζαρά, -παρόλο που τα κείμενά του, τα ποιήματά του, τα δρώμενα που διοργάνωνε, σόκαραν και προκαλούσαν το κοινό και παρότι διαρκώς αναρωτιόταν «αν οι άνθρωποι κάνουν τέχνη για να βγάζουν χρήματα χαϊδεύοντας τους ευγενικούς μπουρζουάδες»-, δεν υπήρξε ούτε παράφρονας, ούτε σκληρός, -μάλλον το αντίθετο. Με τις δοκιμές του στην τέχνη και τη ζωή, προσπάθησε να γκρεμίσει παγιωμένες αντιλήψεις, θέλησε να σπάσει τον ασφυκτικό πια, και κενό νοήματος αξιών, παλιό κόσμο, και να αναγκάσει τους ανθρώπους να αναρωτηθούν, να αναθεωρήσουν, να αντισταθούν.

 

Κοιμάμαι. Ο ύπνος είναι κήπος χαρτογραφημένος με την αμφιβολία.
Δεν γνωρίζεις τι είναι αληθινο και τι οχι
Σου φαίνεται ότι είσαι κλέφτης και σκοτώνεις
Μετά σου λένε ότι ήταν ένας στρατιώτης…
έτσι ακριβώς σου λένε
Γι’ αυτό τον λόγο σε κάλεσα να μου πεις -χωρίς να λαθέψεις
Τι είναι αλήθεια -και τι όχι.


Η αισθητική του σοκ που πρέσβευε, επιχείρησε να χτυπήσει τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό και την ιδεολογία της προόδου, -η οποία είχε δείξει πλέον και το σκοτεινό της πρόσωπο. Το σοκ στόχευε στη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, και ακριβώς μέσω αυτής της ανθρωπολογικής ανάπλασης, οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του Τζαρά και των ομόσταυλών του, συντέλεσαν αναμφισβήτητα σε μια πνευματική επανάσταση.

 

-Έβγαλα το παλιό όνειρο απ´ το κουτί όπως εσύ βγάζεις απ´ αυτό το καπέλο σου/Όπως εσύ στολίζεσαι φορώντας ένα φόρεμα με πολλὰ κουμπιὰ/Όπως πιάνεις τους λαγούς από τ’ αυτιά/Καθώς γυρνάς απ´ το κυνήγι/Όπως διαλέγεις τ’ άνθη απ τ’ αγκάθια/Και τον φίλο μέσα απ´ τους φρουρούς […]

 

(Πορτραίτο του Tristan Jara από τον Man Ray)

 

Ποίημα κοσμικόν: πώς εν τω βίω να πορεύεσαι – ερωτηματικό
Βαριεστημάρα – είμαι εγώ στον κάμπο αλέτρι φθινοπωρινό
κι η ποίησις το σκουληκάκι που ανοίγει υπόγειον αυλάκι
για να ποτίζεται η σπορά ώστε να βγουν τα στάχυα φουντωτά

 

 

Έτσι, λοιπόν, η ζωή είναι φτηνή. Ο θάνατος είναι λίγο πιο ακριβός.
Αλλά η ζωή είναι χαριτωμένη και ο θάνατος είναι επίσης χαριτωμένος.

 


 

Πηγές:

•Χανς Ρίχτερ, Νταντά-Τέχνη και Αντι-τέχνη-μτφ. Ανδρέας Ρικάκης-εκδ. Υποδομή, 1983

•Matei Calinescu-Πέντε όψεις της νεωτερικότητας-Μοντερνισμός, πρωτοπορία, παρακμή, κιτς, μεταμοντερισμός-μτφ. Ανδρέας Παππάς, ΑΣΚΤ Αθηνών.

•Τριστάν Τζαρά-Μανιφέστα του Ντανταϊσμού, εκδ. Αιγόκερως, 1980.

•C.W.E. Bigsby-Νταντά και σουρεαλισμός·η γλώσσα της κριτικής-μετάφ. Ελένη Μοσχονά-εκδ. Ερμής, 1972.

•Maurice Nadeau-Ιστορία του σουρεαλισμού-μετάφ. Αλεξ. Παπαθανασοπούλου-εκδ. Πλέθρον, 1978.

•Ο υπερρεαλισμός και ο μεταπόλεμος-Τριστάν Τζαρά-μετάφ. Στ. Ν. Κουμανούδη-εκδ. Ύψιλον, 1999.

•Κινηματογράφος, ντανταϊσμός, σουρεαλισμός-επιμελ. Γιάννης Σολδάτος-εκδ. Αιγόκερως, 2007.

 

Σημείωση:

Τα ποιήματα του κειμένου προέρχονται από μεταφράσεις των: Νίκου Εγγονόπουλου, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Γιώργου Μπλάνα, Κώστα Ριτσώνη, Ανδρέα Κανελλίδη, Κώστα Ασημακόπουλου, Δημήτρη Κανελλόπουλου.