20.06.18

Ένας χρόνος ΑΣΣΟΔΥΟ

Να συνεχίσουμε;

Tη 1 Ιουνίου το ΑΣΣΟΔΥΟ έκλεισε ένα χρόνο. Ούτε πάρτυ τού κάναμε ούτε κεράκι τού σβήσαμε. Νομίζουμε ούτε κι εκείνο θα `θελε. Η γιορτή προϋποθέτει χαρά – ή προετοιμάζει τη χαρά. Μα εμείς πώς να χαρούμε;  Αφού «έχουμε νικήσει και δεν το ξέρουμε». Κι επειδή δεν το ξέρουμε, αναδύθηκε ενώπιόν μας ένα ερώτημα: Να συνεχίσουμε; Φτάσαμε κάπου; Εδώ θέλαμε να φτάσουμε ή έχει κι άλλο δρόμο;

Μερικοί συντάκτες δεν αρκεστήκαμε στην εσωτερική διερώτηση. Μαθημένοι από το ΑΣΣΟΔΥΟ, κάτσαμε και γράψαμε κείμενα.

Σαμσών Ρακάς

Σιγά τ` αυγά. Μια ηλεκτρονική σελίδα είμαστε. Ποιον ενδιαφέρει αν θα συνεχίσουμε ή όχι; Ή μήπως έχουμε φιλοδοξίες πως θα καταφέρουμε να προκαλέσουμε ποτέ κάτι πέρα από το συναίσθημα της συγκίνησης; Μη λέμε χαζομάρες. Συνεχίσουμε – δε συνεχίσουμε, το παρόν της χώρας δεν επηρεάζεται από ένα ηλεκτρονικό μέσο, και μάλιστα από ένα μέσο που βρίσκεται και λίγο στον κόσμο του. Κάποια πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν. Ο πλειστηριασμός του σπιτιού της Eλένης θα γίνει μέσα στον Οκτώβρη. Τα μίση στην καλλιτεχνική πιάτσα θα συνεχίσουν να γεννούν τους νέους αποκλεισμούς. Η κατάθλιψη στο σπίτι θα έρχεται πάντα στην ώρα της. Κι οι μάζες θα επαναπαύονται για πάντα μέσα στην τηλεθέαση. Τι θυμήθηκα τώρα. Λίγο πριν πεθάνει, ο Χατζιδάκις εξομολογήθηκε στον Σπύρο Σακκά πως είναι ευτυχισμένος που φεύγει γιατί δεν θα δει τον επερχόμενο μεσαίωνα στον τόπο του. Ε λοιπόν αυτό δεν μπορούμε να το αποτρέψουμε. Ούτε για μας, ούτε για κανέναν. Κι όπως είπε ένας φίλος χτες σε μια ταράτσα των Αθηνών, αυτό που μπορεί να γίνει είναι να προσπαθήσεις να χτίσεις εσύ έναν κόσμο διαφορετικό. Πέρα από τον καθημερινό. Ή και μέσα στον καθημερινό. Αυτό λοιπόν το δέχομαι και τούτο προσδοκώ. Όχι κόσμο για να κρύβεσαι. Όχι απαραίτητα κρυψώνα. Ίσως και ένα μικρό πυργάκι. Με μια δικιά σου μυθολογία εντός. Με δικές σου γιορτές. Με τις αποθήκες να είναι γεμάτες κουκουνάρια για πολεμοφόδια. Ελπίζω σε έναν νικηφόρο κουκουναροπόλεμο με τα βαμπίρ της χώρας μου. Ορκίζομαι πάνω σε αυτή την προχωρημένη νύχτα που καθόμασταν οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, αδιάφοροι για τα περιπολικά που άλλαζαν βάρδια στο Μαξίμου, και ατενίζαμε δυο ώρες τον ταλαίπωρο Ξυλοθραύστη του Φιλιππότη. Καταδικασμένος γυμνόπαις σε μια αιώνια υπερπροσπάθεια. Όμως εμείς πιστέψαμε πως κάποτε θα τα καταφέρει. Θα ακουστεί μια νύχτα στην πόλη ένα γιγαντιαίο «κρατς» και θα σπάσει επιτέλους τον άφθαρτο κορμό που τον ταλαιπωρεί. Ύστερα θα πορευτεί. Θα μας χτυπήσει την πόρτα. Και θα ‘ρθει να ρίξει το ξύλο στο τζάκι του μικρού μας κάστρου. Δεν ξέρω αν συμφωνούν κι οι άλλοι μαζί μου. Αλλά αυτός είναι ο προσωπικός μου στόχος ως αρχισυντάκτη στο 1-2. Ψυχή ενάντια στο ψύχος. Πάντα χρειάζεται ένας στόχος εφικτός.

Αργείς, νεαρέ μου;

Χαρίλαος Τρουβάς

Τα παλιά τεύχη του ΑΣΣΟΔΥΟ: Τον Καιρό του Χαρτιού, τα περιοδικά που έμεναν στο χρόνο και άντεχαν στη μνήμη ήταν τα πιο βραχύβια. Αυτά που έκαναν τον κύκλο τους χωρίς να κλειστούν μέσα του. Αυτά που έκλεισαν πριν βαρεθούν και πριν τα βαρεθεί κι ο κόσμος. Έτσι, τα τεύχη τους γίνονταν πια συλλεκτικά και οι συλλέκτες γυρνάνε ακόμα στα παλαιοβιβλιοπωλεία αναζητώντας τα.
Και το ΑΣΣΟΔΥΟ εύχομαι να κλείσει κάποια στιγμή με την ίδια όρεξη που άνοιξε. Η ίδια ανάγκη που μας ώθησε να το φτιάξουμε, να μας αφήσει να το χαλάσουμε.
Μα έτσι κι εξαφανιστεί το site από το δίκτυο, τι θ` απογίνει τόση ύλη; Τόση δουλειά θα έχει πάει χαμένη. Επιπλέον, θα είναι άσχημο για τόσους ανθρώπους που μας εμπιστεύτηκαν με συνεργασίες, κείμενα ή συνεντεύξεις. Άρα το 1-2.gr, ακόμα κι αν πάψει να ανανεώνει την ύλη του, οφείλει τουλάχιστον να συνεχίσει να βρίσκεται online – σαν αρχείο των παλιών τευχών του ΑΣΣΟΔΥΟ.
Ε, αφού το site λοιπόν θα `ναι ανοιχτό, δε θα γράφουμε; Κόβεται το γράψιμο;
Άσε, μπλέξαμε.

ΥΓ. Σε προσωπικό επίπεδο, το ΑΣΣΟΔΥΟ εκπλήρωσε το όνειρό μου να γίνω δημοσιογράφος και να παίρνω συνεντεύξεις μόνο από ανθρώπους που εκτιμώ και δικαίωσε τον εφιάλτη μου μήπως κάποια στιγμή θα γινόμουν φιλόλογος, να διορθώνω γραπτά των άλλων. Ισοπαλία.

γιώργος δομιανός

καθόμασταν στο κουκάκι σε ένα από αυτά τα συμπαθητικά αυτοδιαχειριζόμενα μαγαζιά που αντιπαθώ σφόδρα γιατί σε όλους τους θαμώνες αρέσει ο χαρούλης, οι χαΐνηδες και οι παραδοσιακοί χοροί και εγώ είμαι σίγουρος πως αυτά τα τρία είναι βασικά καθημερινά στοιχεία μίας πιθανής μεταθανάτιας κόλασης. ήταν ο Τρουβάς αριστερά μου, ο Ρακάς δεξιά μου. παρατήρησα τον Τρουβά να παίρνει το μαχαίρι από το καλάθι με το ψωμί. ξέρεις, αυτά τα ηλίθια μεταλλικά μαχαιράκια που στην πραγματικότητα δεν κόβουν τίποτα. άρχισε σιγά σιγά να κόβει τον δείκτη του αριστερού του χεριού. με υπομονή φυσικά γιατί είπαμε πως αυτά τα μαχαιράκια δεν κόβουν τίποτα. στην αρχή βγήκε λίγο αίμα. ύστερα περισσότερο. όταν είχε φτάσει στο 50% άκουσα έναν περίεργο θόρυβο δεξιά μου. είδα τον Ρακά να έχει εμβολίσει τον κορμό του στην δεξιά πλευρά και με τα νύχια του να σκάβει να σκάβει να σκάβει. κατάλαβα πως στόχευε το συκώτι. την ώρα που τα τέσσερα δάκτυλα του χεριού του είχαν μπει πλέον μέσα του ακούστηκε ένα κτακ και γυρνώντας είδα τον χαμογελαστό Τρουβά να κοιτά τον αποκομμένο δείκτη του χεριού του πάνω στο αυτοδιαχειριζόμενο τραπέζι. έπρεπε να προλάβω. δεν υπήρχε πολύς χρόνος. πήρα το πιάτο που μέχρι πριν λίγο είχε κάτι παραδοσιακά λουκάνικα κρήτης (χαΐνηδες βλέπεις) το έσπασα στο πάτωμα και διάλεξα το πιο αιχμηρό θραύσμα. αποφάσισα να βγάλω το αριστερό μου μάτι. είχε 3,5 βαθμούς αστιγματισμό έτσι κι αλλιώς. έχωσα το κομμάτι του πιάτου από την κάτω πλευρά και άρχισα να ψάχνω για το οπτικό νεύρο. πάντα αναρωτιόμουν μικρός γιατί στα κόμικ μπορεί να ανατιναζόταν κάποιος αλλά τα μάτια του δεν εκσφενδονίζονταν μακριά. απλά κρεμόντουσαν από το οπτικό νεύρο. τότε κατάλαβα γιατί. έκανα περίπου 15 λεπτά να μπορέσω να το κόψω. στο τέλος πάνω στο τραπέζι ήταν ένα δάκτυλο, μισό συκώτι και ένα μάτι. ζήτησα από το γκαρσόνι με τις τζίβες -που σίγουρα ήταν υπεύθυνο για κάποια από τις διασπάσεις του ανταρσύα- να μου φέρει μια μεγάλη σακούλα με πάγο. την έφερε και έβαλα μέσα τα τρία μας κομμάτια. φύγαμε.
τις επόμενες μέρες κάναμε κρυφές συναντήσεις με διάφορους άλλους ανθρώπους. με την Βικτώρια, την Κλεοπάτρα, την Ναταλί, την Σοφία, τον Βασίλη, τον Κίμωνα. όλοι μας έφερναν από κάτι. οι περισσότεροι το είχαν ήδη αφαιρέσει στο σπίτι τους. καλά, υπήρχαν και περίεργες περιπτώσεις σαν του Μάριου, που ξερίζωσε μπροστά στα μάτια μας έναν από τους πνεύμονές του. ένα μόνο κομμάτι έλειπε. η καρδιά. άργησε λίγο αλλά είχε πλάκα ο τρόπος που ήρθε. ήταν πριν λίγους μήνες που είπαμε να οργανώσουμε μια προβολή, ασσόδυα νύχτα την είπαμε. βρήκαμε μια σούπερ καταθλιπτική ταινία και σας φωνάξαμε. και ήταν σαν να είχατε συνωμοτήσει. εγώ δηλαδή έτσι ένοιωσα. αντί για αντίτιμο εισιτηρίου ερχόσασταν και αφήνατε την καρδιά σας πάνω στον γκισέ. έτσι έχουμε βρεθεί τώρα με έναν τεράστιο ψυγειοκαταψύκτη στα υποθετικά μας γραφεία. έχει μέσα διάφορα κομμάτια σωμάτων και εκατοντάδες καρδιές. και εγώ θα συνεχίσω να δουλεύω σαν παλαβός για το ασσόδυο γιατί πρέπει να τροφοδοτούμε με λέξεις (είναι προηγμένο / καλλιεργημένο μοντέλο) τον ψυγειοκαταψύκτη που συντηρεί τις καρδιές σας. μ’ αρέσει που τα βράδια τις ακούω να χτυπάνε. κτουκ-κτουκ. 

Βικτώρια Άλεξ

Όλα ξεκίνησαν από μια παρεξήγηση. Σε κάποια από τις πολλές συνομιλίες με τον Σαμσών για την στήλη «πρότζεκτ 1887» του είπα πως αν το ασσόδυο χρειαστεί φωτογράφο μπορεί να υπολογίζει σε μένα. Μου απάντησε πως θα το δούμε. Ακριβώς μία μέρα μετά, μου τηλεφωνεί ο Χαρίλαος – που δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ. «Γεια σου Βικτώρια» μου λέει και αρχίζει να με ρωτά αν έχω κανονίσει κάτι για αύριο, μεθαύριο και το σαββατοκύριακο και πως πρέπει να βιαστούμε και να τραβήξουμε οπωσδήποτε φωτογραφίες για 3-4 συνεντεύξεις. Φυσικά και εκνευρίστηκα, σκεφτόμουν ποιος είναι αυτός τέλος πάντων που με παίρνει και μου φτιάχνει πρόγραμμα; Τηλεφώνησα ξανά στον Σαμσών με την έκφραση και το ύφος «τι έγινε ρε παιδιά;» του Σπύρου από τους απαράδεκτους , «τι έγινε;» μου λέει ο Σαμσών, «σε χρίζω τα μάτια του Ασσόδυου», και κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε τώρα. Έφυγε ένας γεμάτος χρόνος και σαν άλλη ταινία του Kim ki duk περάσαμε από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο, τον χειμώνα και την άνοιξη και φτάσαμε εδώ, στο σημείο μηδέν, συν ένα. Γνωριστήκαμε με πολλούς ανθρώπους, φιλοξενήσαμε τις λέξεις, τις ανησυχίες, τις απόψεις τα χέρια και τα τσιγάρα τους. Θέλουμε και άλλους.

Κλεοπάτρα Χαρίτου

Μετά από έναν μακρύ χειμώνα, φόρεσα τα καλοκαιρινά παπούτσια.
Ήταν αρχές Ιουνίου. Μέσα σε λίγες ώρες, οι φουσκάλες που συνόδευαν το πέρασμα από την κάλτσα στον ήλιο, άρχισαν να πονούν.
Το δέρμα άνοιξε και το κρέας τριβόταν πλέον ανενόχλητο πάνω στο πέδιλο. Κάθε βήμα κι ένας πόλεμος.
Συνέχισα να περπατάω.
Ώσπου στις 9 το πρωί, ένα χρόνο μετά, μαζί με το κουδούνι του ενοίκιο/συλλέκτη, εμφανίστηκε σαν όραμα και ο Johnny Walker που συνέχιζε απτόητος να περπατά.
Βέβαια αυτός χωρίς φουσκάλες στα πόδια.
Πανικόβλητη άρχισα να στέλνω μηνύματα στο Σαμσών, τον Χαρίλαο και τον δομιανό ότι ήρθε ο Τζόνυ. Τι να κάνω;
Να ρίξω διαφημίσεις; Να ρίξω διάλυμα πάνω στις φουσκάλες; Μήπως όλο αυτό ήταν ένα σημάδι για το ασσόδυο;
Πώς θα συνεχίσει να ρέει χωρίς διαφημίσεις; Ο Τζόνυ και οι φίλοι του με γεμάτα ποτήρια πατάνε το κράσπεδο κι έχουν γυρίσει όλο τον κόσμο. Κι εμείς στον άσσο. Και με τη φουσκάλα μαζί, στο ασσόδυο.

Να κάνουμε ένα δείπνο να το σκεφτούμε, είπαμε.
Χωρίς ουίσκι όμως με την καμία, είπε ένας.

Μάζεψα τα πιάτα ξημερώματα και λιώμα. Πού να σταθώ και πού να βρεθώ από την κελαριστή γλύκα της ομάδας;
Καλοκαίρι πάλι και συνεχίζω με καινούργιες φουσκάλες. Αυτή τη φορά, χωρίς παπούτσια.
Βεντούζα το φιλί στη γη κι όλα τα δάχτυλα μαζί.

Κίμωνας Θεοδώρου

– Τι; Είσαι στην Ινδία; Να μας στείλεις κείμενο και φωτογραφίες.
– Δεν ασχολούμαι με τέτοια ποταπά, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι το meditation, είχα και στο χωριό μου
– Ετοιμάζουμε site που θα ρίξει το ιντερνέτ, να στείλεις
– Τα αρχίδια μας κουνιούνται, αλλά εντάξει, θέλω
– Θα έχει όνομα έκπληξη
– Φρουίζελeδες τελεία γκρρρρ; Zoiresλolites τελεία xxx;
– Δεν σου λέω, να σκάσεις
– Ίσως στείλω, αν όχι σημαίνει με κράτησαν για πάντα εδώ οι Χάρε Κρίσνα ως μικρό βούδα. Ή μπορεί να προσποιηθώ διάρροια. Σε αφήνω, πάω στο βαζάρι. Ωχ, εννοώ παζάρι, αυτά κάνει η τέχνη, γράφεις παζάρι και ο ηλεκτρονικός δαίμονας το μετατρέπει σε βαζάρι.
– Όρσε να μη στα χρωστάω
– Ευχαριστώ πολύ!

Να, κάπως έτσι έπεσαν οι πρώτες ζαριές. Και όταν βγήκε στον αέρα το ασσόδυο έπαθα ντουβρουτζά. Στην κούνια τού έδιναν βυζί. Τώρα γίνεται ενός, στηρίζεται στα πόδια, μαθαίνει να περπατάει. Όταν μεγαλώσει θα γίνει εφοπλιστής και θα το παντρέψουμε με κανένα καλό ιστότοπο (π.χ. leo.flytzani.κομ) – έτσι είπαμε οι θείες και οι θείοι – άντε, πάντα τα καλύτερα, φτού (κάχλα). Κάποιος να φέρει τη σουλφαμιδόσκονη, έπεσε στα γόνατα και χτύπησε. Θα σηκωθείς, θα μεγαλώσεις, θα ξεχάσεις αλλά δεν θα ξεχαστείς.

Ναταλί Φύτρου


Την τελευταία φορά που μας ήξερες,

μαζί γυρίσαμε απ’ τους βράχους.
Σε ποια σπηλιά νάναι άραγε κρυμμένο
το φως τ’ ουρανού;
Θα κουραστούνε, λες…
Θα κουραστούν πολύ τα μάτια

σε τόση θάλασσα.

Δημήτρης Πέππας / Περιμένοντας

Ειρήνη Γιαννάκη

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ*
Είμαστε εμείς οι αλλοπαρμένοι/οι εξ απαλών ονύχων καταραμένοι/ έχουμε χάσει και θα βγούμε να το φωνάξουμε/ περπατάμε ξυπόλυτοι στα βάτα/προκαλούμε τρικυμίες σε κουταλάκια/ εξαρθρώνουμε τον ίαμβο/ σπάμε τα παΐδια στον ανάπαιστο/ανακατεύουμε την πλεχτή/μουντζουρώνουμε τη ζευγαρωτή/ κάνουμε μονόζυγο απ’ τους διασκελισμούς/εμείς ερωτευθήκαμε διψασμένους τρελούς/μελετάμε καρουζικούς χρησμούς/ψηλαφίζουμε τις πληγές που ανοίξαμε σε ιερές οδούς/είμαστε οι μεγάλοι εντεταλμένοι/ οι μικροί αμφισβητίες/ οι ακροβάτες θαυματουργοί/ οι ψαρωμένοι πυροτεχνουργοί/οι αδικημένοι στις μεγάλες πλατείες/φοραμε καπέλο το καινούριο /και βγάζουμε από μέσα λαγούς /δειλούς αισθηματίες /διάνους οιηματίες/ μεγάλους και τρανούς / του εναλλακτικού εισοδηματίες/ ψάχνουμε τους Μακρήδες της εποχής /για να αφήσουν κοάσματα στο βάλτο της νεκρικής σιγής/κρύβουμε μέσα μας τη γενιά της κρίσης/ κοροϊδεύουμε τη γενιά της οίησης/είμαστε οι σύγχρονοι ραψωδοί της ποίησης/πέρασαν όλοι οι τροχοί και τα όνειρα δεν έχουν ακόμα θεαθεί/γύρω μας αντηχούν τα χάχανα των αναμάρτητων/οι βρυχηθμοί απ’ τις λεοντές των ακαμάτηδων/ είμαστε οι ντροπές των ’90ς/ οι παραφυάδες των ’80ς/ οι αυτόκλητοι σαμποτέρ των ’30ς/νομίζουμε πως φέρνουμε το χάος μα είμαστε οι προπομποί της ήττας/ανεβάζουμε το βόλιουμ για να ακουστεί ο επιθανάτιος ρόγχος της νύστας/ πιο δυνατά/ πιο δυνατά/ πιο δυνατά/έχουμε χάσει και θα βγούμε να το φωνάξουμε/έχουμε χάσει και θα βάλουμε μόνοι μας με καμάρι το κεφάλι στη λαιμητόμο.

*Τίτλος ποιήματος που αποδίδεται στη Λένα Τσούχλου και δημοσιεύεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986) με την υπόδειξη: Χειρ Γεωργίου Μακρή, Πνεύμα Λένα.

Mάριος Σοφοκλέους

Εγχείρημα επαναφοράς της Ποίησης στο πεδίο της Πρόγνωσης.
Τι είναι τα Ταρώ; Δεν είναι ασφαλώς μια θεά… Ούτε ένας πίνακας του Μαγκρίτ. Μήπως τότε μια κατάρα; Μια ευχή; Ή μήπως είναι τέχνη; Με το φτωχό μου στόμα λέω ναι, είναι τέχνη. Η τέχνη να συνδιαλέγεσαι με την αύρα των νεκρών, των δολοφονημένων προγόνων σου· αν βέβαια αξιώνεσαι να έχεις τέτοιους. Αν ήταν βιβλίο το Ταρώ θα είχε άπειρα κεφάλαια πένθους. Αν ήταν τραγούδι θα είχε στίχους για την απώλεια. Κι αν ήταν ρούχο θάταν ματωμένο πουκάμισο. Το διάβασμα των Ταρώ, όπως μου ΄πε τις προάλλες μια ψυχή (24 χρονών γυναίκα…) είναι πόνος. Γιατί είναι η επίγνωση ότι το σώμα σου του παρόντος έχει κιόλας λαβωθεί. Κι ότι το μέλλον θα φέρει κι άλλες ουλές. Κι άλλα σημάδια. (ασσόδυο, πουλάκι μου, μήπως αρχίζεις να πετάς διότι Σε τρόμαξε το χειροκρότημα των δυο κομμένων χεριών της αφροδίτης της μήλου;) Δεν το βλέπεις; Δεν είναι μόνον τα Ταρώ, είναι τα πάντα που «αρχίζουνε μ΄ ένα σπάσιμο» (Καντίνσκυ), με Μία Θραύση (είτε σιωπής είτε θορύβου), και τα πάντα, κατόπιν, εκστομίζουν το je est un autre σαν τον ρεμπώ, σαν τον τρελό που κοιτάζει το χέρι του μουρμουρίζοντας «είν΄ η σειρά σου τώρα να με φροντίσεις» κι έπειτα κλαίει («χαίρετε δάχτυλα τοῦ πατέρα! μελοθάνατος ἤ ὄχι, εγώ ὁ γιός σᾶς χαιρετῶ!»). Γι` αυτό κι εγώ λέω: Σωστός και λάθος ο ορισμός σας κύριε Jodorowsky. Το παρόν είναι μια κυλιόμενη ρωγμή· μέσα από την τέχνη του Ταρώ το μαθαίνει κανείς κι αυτό. Στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει να ζήσει μόνο στον ενεστώτα χρόνο. Γιατί αυτή η «απλότητα» είναι η πολυτέλεια του ζώου (την χάσαμε πριν από πολύ καιρό) ή της ερήμου (δεν την θέλουμε ποτέ). Η α-μνησία απ΄ την μεριά της είναι αυτή η προσποίηση: να νομίζεις πως μπορείς να καταχραστείς τον χρόνο (κι ακόμα περισσότερο: τον κοινωνικό χρόνο) την ίδια στιγμή που σου γίνεται αφόρητος. Υποσκάπτεται ο κόσμος – του – αιώνιου – τώρα (του Θεάματος μήπως;) γιατί είναι απ΄ την κατασκευή του ακρωτηριασμένος· ένα φωταγωγημένο ερείπιο, ένα ετοιμόρροπο σκηνικό σε HD [:τόσα μεγαπίξελ στο χαμόγελο μα στη χαρά κανένα /τόσες ίντσες για τα δάκρυα μα για τον πόνο ούτ’ ένα /ζουμ ιν στη λεπτομέρεια ζουμ άουτ στην ουσία /τι να `κανε; ξέμαθε η αμαρτία]. Λέω: Τα ταρώ που εγώ αγαπώ είναι άνεμος. Στροβιλισμοί, ακατάσχετη ροή πρόσκαιρων αντιστροφών του χρόνου. «Αντιστροφή του χρόνου»; Ναι. Όπως το άλμα στον ουρανό είναι πρόσκαιρη αντιστροφή της βαρύτητας. Αντιστρέφεις την βαρύτητα επειδή έχεις γερά γόνατα. Κότσια που λένε. Κι έτσι μαθαίνεις όχι μόνο όσα σου επιτρέπουν να αιωρηθείς, αλλά κι όλα εκείνα που σε τραβούν προς τα κάτω. Το ίδιο είναι για να μάθεις πώς κατασκευάζεται το μέλλον: χρειάζονται τα κότσια της επίγνωσης και του πόνου για το πως (δεν) κατασκευάστηκε νωρίτερα. Χρειάζονται τα κότσια της εκδίκησης για όλα όσα προηγήθηκαν, για να εμποδιστεί η δημιουργία εκείνου που η ανθρωπότητα χρωστάει ακόμη στον εαυτό της [ :The tarot will teach you how to create a soul]. Μάθε να κατατάσσεις τα πράγματα σ΄ αυτές τις τέσσερις κατηγορίες: Νερό [: κούπες], Φωτιά [: μπαστούνια], Αέρας [: σπαθιά] και Γη [: πεντάκτινα]. Παίζε με τον εαυτό σου το παιγνίδι της καταγωγής των πραγμάτων όσο πιο συχνά μπορείς. (Για παράδειγμα: Ο καθρέφτης είναι πλάσμα του Νερού, το ξύλο της Γης, το τούβλο της Φωτιάς, η ελληνική γλώσσα του Αέρα, ο αληθινός Χρόνος του Νερού κ.ο.κ.) Μπορείς να κατατάξεις και τους ανθρώπους, ανάλογα με το χαρακτήρα τους. Συνήθισε να γράφεις πάντα με αρχικό κεφαλαίο τις λέξεις Σύμβολο, Φύση, Παράδεισος, Χρόνος, Διαφάνεια, καθώς επίσης Ελάχιστο, Ανείπωτο, Ανέλπιστο, Συγκίνηση, Πένθος, Νόημα, Σιωπή, Μεταφορά και τις ανάλογες (όταν είναι στον ενικό αριθμό, βέβαια). Αν σε ρωτήσουν γιατί το κάνεις, εξήγησέ τους. (Όποιος όμορφα εξηγεί ένα ζήτημα , λέει ο βασιλιάς Σολομώντας, είναι σαν να φιλάει τον άλλο στο στόμα.) Ακούγοντας τον εαυτό σου να εξηγεί, θα καταλάβεις κάτι περισσότερο. Να `σαι καλά· να σκέφτεσαι εκείνους που σ` αγαπούν. Να τους ευχαριστείς προκαταβολικά. Όλα τα σύμβολα είναι γαλήνια ∴

[Θραύσματα γραφής: Renato Curcio, Ευγένιος Αρανίτσης, Σαμσών Ρακάς, Alejandro Jodorowsky]

Κωδικός μύησης

Ελένη Παπαδημητρίου

 

Σοφία Σούπαρη

 

Ένας χρόνος ΑΣΣΟΔΥΟ

Να συνεχίσουμε;

Tη 1 Ιουνίου το ΑΣΣΟΔΥΟ έκλεισε ένα χρόνο. Ούτε πάρτυ τού κάναμε ούτε κεράκι τού σβήσαμε. Νομίζουμε ούτε κι εκείνο θα `θελε. Η γιορτή προϋποθέτει χαρά – ή προετοιμάζει τη χαρά. Μα εμείς πώς να χαρούμε;  Αφού «έχουμε νικήσει και δεν το ξέρουμε». Κι επειδή δεν το ξέρουμε, αναδύθηκε ενώπιόν μας ένα ερώτημα: Να συνεχίσουμε; Φτάσαμε κάπου; Εδώ θέλαμε να φτάσουμε ή έχει κι άλλο δρόμο;
Μερικοί συντάκτες δεν αρκεστήκαμε στην εσωτερική διερώτηση. Μαθημένοι από το ΑΣΣΟΔΥΟ, κάτσαμε και γράψαμε κείμενα.

Σαμσών Ρακάς

Σιγά τ` αυγά. Μια ηλεκτρονική σελίδα είμαστε. Ποιον ενδιαφέρει αν θα συνεχίσουμε ή όχι; Ή μήπως έχουμε φιλοδοξίες πως θα καταφέρουμε να προκαλέσουμε ποτέ κάτι πέρα από το συναίσθημα της συγκίνησης; Μη λέμε χαζομάρες. Συνεχίσουμε – δε συνεχίσουμε, το παρόν της χώρας δεν επηρεάζεται από ένα ηλεκτρονικό μέσο, και μάλιστα από ένα μέσο που βρίσκεται και λίγο στον κόσμο του. Κάποια πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν. Ο πλειστηριασμός του σπιτιού της Eλένης θα γίνει μέσα στον Οκτώβρη. Τα μίση στην καλλιτεχνική πιάτσα θα συνεχίσουν να γεννούν τους νέους αποκλεισμούς. Η κατάθλιψη στο σπίτι θα έρχεται πάντα στην ώρα της. Κι οι μάζες θα επαναπαύονται για πάντα μέσα στην τηλεθέαση. Τι θυμήθηκα τώρα. Λίγο πριν πεθάνει, ο Χατζιδάκις εξομολογήθηκε στον Σπύρο Σακκά πως είναι ευτυχισμένος που φεύγει γιατί δεν θα δει τον επερχόμενο μεσαίωνα στον τόπο του. Ε λοιπόν αυτό δεν μπορούμε να το αποτρέψουμε. Ούτε για μας, ούτε για κανέναν. Κι όπως είπε ένας φίλος χτες σε μια ταράτσα των Αθηνών, αυτό που μπορεί να γίνει είναι να προσπαθήσεις να χτίσεις εσύ έναν κόσμο διαφορετικό. Πέρα από τον καθημερινό. Ή και μέσα στον καθημερινό. Αυτό λοιπόν το δέχομαι και τούτο προσδοκώ. Όχι κόσμο για να κρύβεσαι. Όχι απαραίτητα κρυψώνα. Ίσως και ένα μικρό πυργάκι. Με μια δικιά σου μυθολογία εντός. Με δικές σου γιορτές. Με τις αποθήκες να είναι γεμάτες κουκουνάρια για πολεμοφόδια. Ελπίζω σε έναν νικηφόρο κουκουναροπόλεμο με τα βαμπίρ της χώρας μου. Ορκίζομαι πάνω σε αυτή την προχωρημένη νύχτα που καθόμασταν οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, αδιάφοροι για τα περιπολικά που άλλαζαν βάρδια στο Μαξίμου, και ατενίζαμε δυο ώρες τον ταλαίπωρο Ξυλοθραύστη του Φιλιππότη. Καταδικασμένος γυμνόπαις σε μια αιώνια υπερπροσπάθεια. Όμως εμείς πιστέψαμε πως κάποτε θα τα καταφέρει. Θα ακουστεί μια νύχτα στην πόλη ένα γιγαντιαίο «κρατς» και θα σπάσει επιτέλους τον άφθαρτο κορμό που τον ταλαιπωρεί. Ύστερα θα πορευτεί. Θα μας χτυπήσει την πόρτα. Και θα ‘ρθει να ρίξει το ξύλο στο τζάκι του μικρού μας κάστρου. Δεν ξέρω αν συμφωνούν κι οι άλλοι μαζί μου. Αλλά αυτός είναι ο προσωπικός μου στόχος ως αρχισυντάκτη στο 1-2. Ψυχή ενάντια στο ψύχος. Πάντα χρειάζεται ένας στόχος εφικτός.
Αργείς, νεαρέ μου;

Χαρίλαος Τρουβάς

Τα παλιά τεύχη του ΑΣΣΟΔΥΟ: Τον Καιρό του Χαρτιού, τα περιοδικά που έμεναν στο χρόνο και άντεχαν στη μνήμη ήταν τα πιο βραχύβια. Αυτά που έκαναν τον κύκλο τους χωρίς να κλειστούν μέσα του. Αυτά που έκλεισαν πριν βαρεθούν και πριν τα βαρεθεί κι ο κόσμος. Έτσι, τα τεύχη τους γίνονταν πια συλλεκτικά και οι συλλέκτες γυρνάνε ακόμα στα παλαιοβιβλιοπωλεία αναζητώντας τα.
Και το ΑΣΣΟΔΥΟ εύχομαι να κλείσει κάποια στιγμή με την ίδια όρεξη που άνοιξε. Η ίδια ανάγκη που μας ώθησε να το φτιάξουμε, να μας αφήσει να το χαλάσουμε.
Μα έτσι κι εξαφανιστεί το site από το δίκτυο, τι θ` απογίνει τόση ύλη; Τόση δουλειά θα έχει πάει χαμένη. Επιπλέον, θα είναι άσχημο για τόσους ανθρώπους που μας εμπιστεύτηκαν με συνεργασίες, κείμενα ή συνεντεύξεις. Άρα το 1-2.gr, ακόμα κι αν πάψει να ανανεώνει την ύλη του, οφείλει τουλάχιστον να συνεχίσει να βρίσκεται online – σαν αρχείο των παλιών τευχών του ΑΣΣΟΔΥΟ.
Ε, αφού το site λοιπόν θα `ναι ανοιχτό, δε θα γράφουμε; Κόβεται το γράψιμο;
Άσε, μπλέξαμε.
ΥΓ. Σε προσωπικό επίπεδο, το ΑΣΣΟΔΥΟ εκπλήρωσε το όνειρό μου να γίνω δημοσιογράφος και να παίρνω συνεντεύξεις μόνο από ανθρώπους που εκτιμώ και δικαίωσε τον εφιάλτη μου μήπως κάποια στιγμή θα γινόμουν φιλόλογος, να διορθώνω γραπτά των άλλων. Ισοπαλία.

γιώργος δομιανός

καθόμασταν στο κουκάκι σε ένα από αυτά τα συμπαθητικά αυτοδιαχειριζόμενα μαγαζιά που αντιπαθώ σφόδρα γιατί σε όλους τους θαμώνες αρέσει ο χαρούλης, οι χαΐνηδες και οι παραδοσιακοί χοροί και εγώ είμαι σίγουρος πως αυτά τα τρία είναι βασικά καθημερινά στοιχεία μίας πιθανής μεταθανάτιας κόλασης. ήταν ο Τρουβάς αριστερά μου, ο Ρακάς δεξιά μου. παρατήρησα τον Τρουβά να παίρνει το μαχαίρι από το καλάθι με το ψωμί. ξέρεις, αυτά τα ηλίθια μεταλλικά μαχαιράκια που στην πραγματικότητα δεν κόβουν τίποτα. άρχισε σιγά σιγά να κόβει τον δείκτη του αριστερού του χεριού. με υπομονή φυσικά γιατί είπαμε πως αυτά τα μαχαιράκια δεν κόβουν τίποτα. στην αρχή βγήκε λίγο αίμα. ύστερα περισσότερο. όταν είχε φτάσει στο 50% άκουσα έναν περίεργο θόρυβο δεξιά μου. είδα τον Ρακά να έχει εμβολίσει τον κορμό του στην δεξιά πλευρά και με τα νύχια του να σκάβει να σκάβει να σκάβει. κατάλαβα πως στόχευε το συκώτι. την ώρα που τα τέσσερα δάκτυλα του χεριού του είχαν μπει πλέον μέσα του ακούστηκε ένα κτακ και γυρνώντας είδα τον χαμογελαστό Τρουβά να κοιτά τον αποκομμένο δείκτη του χεριού του πάνω στο αυτοδιαχειριζόμενο τραπέζι. έπρεπε να προλάβω. δεν υπήρχε πολύς χρόνος. πήρα το πιάτο που μέχρι πριν λίγο είχε κάτι παραδοσιακά λουκάνικα κρήτης (χαΐνηδες βλέπεις) το έσπασα στο πάτωμα και διάλεξα το πιο αιχμηρό θραύσμα. αποφάσισα να βγάλω το αριστερό μου μάτι. είχε 3,5 βαθμούς αστιγματισμό έτσι κι αλλιώς. έχωσα το κομμάτι του πιάτου από την κάτω πλευρά και άρχισα να ψάχνω για το οπτικό νεύρο. πάντα αναρωτιόμουν μικρός γιατί στα κόμικ μπορεί να ανατιναζόταν κάποιος αλλά τα μάτια του δεν εκσφενδονίζονταν μακριά. απλά κρεμόντουσαν από το οπτικό νεύρο. τότε κατάλαβα γιατί. έκανα περίπου 15 λεπτά να μπορέσω να το κόψω. στο τέλος πάνω στο τραπέζι ήταν ένα δάκτυλο, μισό συκώτι και ένα μάτι. ζήτησα από το γκαρσόνι με τις τζίβες -που σίγουρα ήταν υπεύθυνο για κάποια από τις διασπάσεις του ανταρσύα- να μου φέρει μια μεγάλη σακούλα με πάγο. την έφερε και έβαλα μέσα τα τρία μας κομμάτια. φύγαμε.
τις επόμενες μέρες κάναμε κρυφές συναντήσεις με διάφορους άλλους ανθρώπους. με την Βικτώρια, την Κλεοπάτρα, την Ναταλί, την Σοφία, τον Βασίλη, τον Κίμωνα. όλοι μάς έφερναν από κάτι. οι περισσότεροι το είχαν ήδη αφαιρέσει στο σπίτι τους. καλά, υπήρχαν και περίεργες περιπτώσεις σαν του Μάριου, που ξερίζωσε μπροστά στα μάτια μας έναν από τους πνεύμονές του. ένα μόνο κομμάτι έλειπε. η καρδιά. άργησε λίγο αλλά είχε πλάκα ο τρόπος που ήρθε. ήταν πριν λίγους μήνες που είπαμε να οργανώσουμε μια προβολή, ασσόδυα νύχτα την είπαμε. βρήκαμε μια σούπερ καταθλιπτική ταινία και σας φωνάξαμε. και ήταν σαν να είχατε συνωμοτήσει. εγώ δηλαδή έτσι ένοιωσα. αντί για αντίτιμο εισιτηρίου ερχόσασταν και αφήνατε την καρδιά σας πάνω στον γκισέ. έτσι έχουμε βρεθεί τώρα με έναν τεράστιο ψυγειοκαταψύκτη στα υποθετικά μας γραφεία. έχει μέσα διάφορα κομμάτια σωμάτων και εκατοντάδες καρδιές. και εγώ θα συνεχίσω να δουλεύω σαν παλαβός για το ασσόδυο γιατί πρέπει να τροφοδοτούμε με λέξεις (είναι προηγμένο / καλλιεργημένο μοντέλο) τον ψυγειοκαταψύκτη που συντηρεί τις καρδιές σας. μ’ αρέσει που τα βράδια τις ακούω να χτυπάνε. κτουκ-κτουκ.

Βικτώρια Άλεξ

Όλα ξεκίνησαν από μια παρεξήγηση. Σε κάποια από τις πολλές συνομιλίες με τον Σαμσών για την στήλη «πρότζεκτ 1887» του είπα πως αν το ασσόδυο χρειαστεί φωτογράφο μπορεί να υπολογίζει σε μένα. Μου απάντησε πως θα το δούμε. Ακριβώς μία μέρα μετά, μου τηλεφωνεί ο Χαρίλαος – που δεν είχαμε γνωριστεί ποτέ. «Γεια σου Βικτώρια» μου λέει και αρχίζει να με ρωτά αν έχω κανονίσει κάτι για αύριο, μεθαύριο και το σαββατοκύριακο και πως πρέπει να βιαστούμε και να τραβήξουμε οπωσδήποτε φωτογραφίες για 3-4 συνεντεύξεις. Φυσικά και εκνευρίστηκα, σκεφτόμουν ποιος είναι αυτός τέλος πάντων που με παίρνει και μου φτιάχνει πρόγραμμα; Τηλεφώνησα ξανά στον Σαμσών με την έκφραση και το ύφος «τι έγινε ρε παιδιά;» του Σπύρου από τους απαράδεκτους , «τι έγινε;» μου λέει ο Σαμσών, «σε χρίζω τα μάτια του Ασσόδυου», και κάπως έτσι φτάσαμε εδώ που είμαστε τώρα. Έφυγε ένας γεμάτος χρόνος και σαν άλλη ταινία του Kim ki duk περάσαμε από το καλοκαίρι στο φθινόπωρο, τον χειμώνα και την άνοιξη και φτάσαμε εδώ, στο σημείο μηδέν, συν ένα. Γνωριστήκαμε με πολλούς ανθρώπους, φιλοξενήσαμε τις λέξεις, τις ανησυχίες, τις απόψεις τα χέρια και τα τσιγάρα τους. Θέλουμε και άλλους.

Κλεοπάτρα Χαρίτου

Μετά από έναν μακρύ χειμώνα, φόρεσα τα καλοκαιρινά παπούτσια.
Ήταν αρχές Ιουνίου. Μέσα σε λίγες ώρες, οι φουσκάλες που συνόδευαν το πέρασμα από την κάλτσα στον ήλιο, άρχισαν να πονούν.
Το δέρμα άνοιξε και το κρέας τριβόταν πλέον ανενόχλητο πάνω στο πέδιλο. Κάθε βήμα κι ένας πόλεμος.
Συνέχισα να περπατάω.
Ώσπου στις 9 το πρωί, ένα χρόνο μετά, μαζί με το κουδούνι του ενοίκιο/συλλέκτη, εμφανίστηκε σαν όραμα και ο Johnny Walker που συνέχιζε απτόητος να περπατά.
Βέβαια αυτός χωρίς φουσκάλες στα πόδια.
Πανικόβλητη άρχισα να στέλνω μυνήματα στο Σαμσών, τον Χαρίλαο και τον δομιανό ότι ήρθε ο Τζόνυ. Τι να κάνω;
Να ρίξω διαφημίσεις; Να ρίξω διάλυμα πάνω στις φουσκάλες; Μήπως όλο αυτό ήταν ένα σημάδι για το ασσοδυο;
Πως θα συνεχίσει να ρέει χωρίς διαφημίσεις; Ο Τζόνυ και οι φίλοι του με γεμάτα ποτήρια πατάνε το κράσπεδο κι έχουν γυρίσει όλο τον κόσμο. Κι εμείς στον άσσο. Και με τη φουσκάλα μαζί, στο ασσοδυο.

Να κάνουμε ένα δείπνο να το σκεφτούμε, είπαμε.
Χωρίς ουίσκυ όμως με την καμία, είπε ένας.

Μάζεψα τα πιάτα ξημερώματα και λιώμα. Που να σταθώ και που να βρεθώ από την κελαριστή γλύκα της ομάδας;
Καλοκαίρι πάλι και συνεχίζω με καινούργιες φουσκάλες. Αυτή τη φορά, χωρίς παπούτσια.
Βεντούζα το φιλί στη γη κι όλα τα δάχτυλα μαζί.

Κίμωνας Θεοδώρου

– Τι; Είσαι στην Ινδία; Να μας στείλεις κείμενο και φωτογραφίες.
– Δεν ασχολούμαι με τέτοια ποταπά, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι το meditation, είχα και στο χωριό μου
– Ετοιμάζουμε site που θα ρίξει το ιντερνέτ, να στείλεις
– Τα αρχίδια μας κουνιούνται, αλλά εντάξει, θέλω
– Θα έχει όνομα έκπληξη
– Φρουίζελeδες τελεία γκρρρρ; Zoiresλolites τελεία xxx;
– Δεν σου λέω, να σκάσεις
– Ίσως στείλω, αν όχι σημαίνει με κράτησαν για πάντα εδώ οι Χάρε Κρίσνα ως μικρό βούδα. Ή μπορεί να προσποιηθώ διάρροια. Σε αφήνω, πάω στο βαζάρι. Ωχ, εννοώ παζάρι, αυτά κάνει η τέχνη, γράφεις παζάρι και ο ηλεκτρονικός δαίμονας το μετατρέπει σε βαζάρι.
– Όρσε να μη στα χρωστάω
– Ευχαριστώ πολύ!

Να, κάπως έτσι έπεσαν οι πρώτες ζαριές. Και όταν βγήκε στον αέρα το ασσόδυο έπαθα ντουβρουτζά. Στην κούνια τού έδιναν βυζί. Τώρα γίνεται ενός, στηρίζεται στα πόδια, μαθαίνει να περπατάει. Όταν μεγαλώσει θα γίνει εφοπλιστής και θα το παντρέψουμε με κανένα καλό ιστότοπο (π.χ. leo.flytzani.κομ) – έτσι είπαμε οι θείες και οι θείοι – άντε, πάντα τα καλύτερα, φτού (κάχλα). Κάποιος να φέρει τη σουλφαμιδόσκονη, έπεσε στα γόνατα και χτύπησε. Θα σηκωθείς, θα μεγαλώσεις, θα ξεχάσεις αλλά δεν θα ξεχαστείς.

Ναταλί Φύτρου


Την τελευταία φορά που μας ήξερες,

μαζί γυρίσαμε απ’ τους βράχους.
Σε ποια σπηλιά νάναι άραγε κρυμμένο
το φως τ’ ουρανού;
Θα κουραστούνε, λες…
Θα κουραστούν πολύ τα μάτια

σε τόση θάλασσα.

Δημήτρης Πέππας / Περιμένοντας

Ειρήνη Γιαννάκη

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ*
Είμαστε εμείς οι αλλοπαρμένοι/οι εξ απαλών ονύχων καταραμένοι/ έχουμε χάσει και θα βγούμε να το φωνάξουμε/ περπατάμε ξυπόλυτοι στα βάτα/προκαλούμε τρικυμίες σε κουταλάκια/ εξαρθρώνουμε τον ίαμβο/ σπάμε τα παΐδια στον ανάπαιστο/ανακατεύουμε την πλεχτή/μουντζουρώνουμε τη ζευγαρωτή/ κάνουμε μονόζυγο απ’ τους διασκελισμούς/εμείς ερωτευθήκαμε διψασμένους τρελούς/μελετάμε καρουζικούς χρησμούς/ψηλαφίζουμε τις πληγές που ανοίξαμε σε ιερές οδούς/είμαστε οι μεγάλοι εντεταλμένοι/ οι μικροί αμφισβητίες/ οι ακροβάτες θαυματουργοί/ οι ψαρωμένοι πυροτεχνουργοί/οι αδικημένοι στις μεγάλες πλατείες/φοραμε καπέλο το καινούριο /και βγάζουμε από μέσα λαγούς /δειλούς αισθηματίες /διάνους οιηματίες/ μεγάλους και τρανούς / του εναλλακτικού εισοδηματίες/ ψάχνουμε τους Μακρήδες της εποχής /για να αφήσουν κοάσματα στο βάλτο της νεκρικής σιγής/κρύβουμε μέσα μας τη γενιά της κρίσης/ κοροϊδεύουμε τη γενιά της οίησης/είμαστε οι σύγχρονοι ραψωδοί της ποίησης/πέρασαν όλοι οι τροχοί και τα όνειρα δεν έχουν ακόμα θεαθεί/γύρω μας αντηχούν τα χάχανα των αναμάρτητων/οι βρυχηθμοί απ’ τις λεοντές των ακαμάτηδων/ είμαστε οι ντροπές των ’90ς/ οι παραφυάδες των ’80ς/ οι αυτόκλητοι σαμποτέρ των ’30ς/νομίζουμε πως φέρνουμε το χάος μα είμαστε οι προπομποί της ήττας/ανεβάζουμε το βόλιουμ για να ακουστεί ο επιθανάτιος ρόγχος της νύστας/ πιο δυνατά/ πιο δυνατά/ πιο δυνατά/έχουμε χάσει και θα βγούμε να το φωνάξουμε/έχουμε χάσει και θα βάλουμε μόνοι μας με καμάρι το κεφάλι στη λαιμητόμο.

*Τίτλος ποιήματος που αποδίδεται στη Λένα Τσούχλου και δημοσιεύεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986) με την υπόδειξη: Χειρ Γεωργίου Μακρή, Πνεύμα Λένα.

Mάριος Σοφοκλέους

Εγχείρημα επαναφοράς της Ποίησης στο πεδίο της Πρόγνωσης.
Τι είναι τα Ταρώ; Δεν είναι ασφαλώς μια θεά… Ούτε ένας πίνακας του Μαγκρίτ. Μήπως τότε μια κατάρα; Μια ευχή; Ή μήπως είναι τέχνη; Με το φτωχό μου στόμα λέω ναι, είναι τέχνη. Η τέχνη να συνδιαλέγεσαι με την αύρα των νεκρών, των δολοφονημένων προγόνων σου· αν βέβαια αξιώνεσαι να έχεις τέτοιους. Αν ήταν βιβλίο το Ταρώ θα είχε άπειρα κεφάλαια πένθους. Αν ήταν τραγούδι θα είχε στίχους για την απώλεια. Κι αν ήταν ρούχο θάταν ματωμένο πουκάμισο. Το διάβασμα των Ταρώ, όπως μου ΄πε τις προάλλες μια ψυχή (24 χρονών γυναίκα…) είναι πόνος. Γιατί είναι η επίγνωση ότι το σώμα σου του παρόντος έχει κιόλας λαβωθεί. Κι ότι το μέλλον θα φέρει κι άλλες ουλές. Κι άλλα σημάδια. (ασσόδυο, πουλάκι μου, μήπως αρχίζεις να πετάς διότι Σε τρόμαξε το χειροκρότημα των δυο κομμένων χεριών της αφροδίτης της μήλου;) Δεν το βλέπεις; Δεν είναι μόνον τα Ταρώ, είναι τα πάντα που «αρχίζουνε μ΄ ένα σπάσιμο» (Καντίνσκυ), με Μία Θραύση (είτε σιωπής είτε θορύβου), και τα πάντα, κατόπιν, εκστομίζουν το je est un autre σαν τον ρεμπώ, σαν τον τρελό που κοιτάζει το χέρι του μουρμουρίζοντας «είν΄ η σειρά σου τώρα να με φροντίσεις» κι έπειτα κλαίει («χαίρετε δάχτυλα τοῦ πατέρα! μελοθάνατος ἤ ὄχι, εγώ ὁ γιός σᾶς χαιρετῶ!»). Γι` αυτό κι εγώ λέω: Σωστός και λάθος ο ορισμός σας κύριε Jodorowsky. Το παρόν είναι μια κυλιόμενη ρωγμή· μέσα από την τέχνη του Ταρώ το μαθαίνει κανείς κι αυτό. Στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει να ζήσει μόνο στον ενεστώτα χρόνο. Γιατί αυτή η «απλότητα» είναι η πολυτέλεια του ζώου (την χάσαμε πριν από πολύ καιρό) ή της ερήμου (δεν την θέλουμε ποτέ). Η α-μνησία απ΄ την μεριά της είναι αυτή η προσποίηση: να νομίζεις πως μπορείς να καταχραστείς τον χρόνο (κι ακόμα περισσότερο: τον κοινωνικό χρόνο) την ίδια στιγμή που σου γίνεται αφόρητος. Υποσκάπτεται ο κόσμος – του – αιώνιου – τώρα (του Θεάματος μήπως;) γιατί είναι απ΄ την κατασκευή του ακρωτηριασμένος· ένα φωταγωγημένο ερείπιο, ένα ετοιμόρροπο σκηνικό σε HD [:τόσα μεγαπίξελ στο χαμόγελο μα στη χαρά κανένα /τόσες ίντσες για τα δάκρυα μα για τον πόνο ούτ’ ένα /ζουμ ιν στη λεπτομέρεια ζουμ άουτ στην ουσία /τι να `κανε; ξέμαθε η αμαρτία]. Λέω: Τα ταρώ που εγώ αγαπώ είναι άνεμος. Στροβιλισμοί, ακατάσχετη ροή πρόσκαιρων αντιστροφών του χρόνου. «Αντιστροφή του χρόνου»; Ναι. Όπως το άλμα στον ουρανό είναι πρόσκαιρη αντιστροφή της βαρύτητας. Αντιστρέφεις την βαρύτητα επειδή έχεις γερά γόνατα. Κότσια που λένε. Κι έτσι μαθαίνεις όχι μόνο όσα σου επιτρέπουν να αιωρηθείς, αλλά κι όλα εκείνα που σε τραβούν προς τα κάτω. Το ίδιο είναι για να μάθεις πώς κατασκευάζεται το μέλλον: χρειάζονται τα κότσια της επίγνωσης και του πόνου για το πως (δεν) κατασκευάστηκε νωρίτερα. Χρειάζονται τα κότσια της εκδίκησης για όλα όσα προηγήθηκαν, για να εμποδιστεί η δημιουργία εκείνου που η ανθρωπότητα χρωστάει ακόμη στον εαυτό της [ :The tarot will teach you how to create a soul]. Μάθε να κατατάσσεις τα πράγματα σ΄ αυτές τις τέσσερις κατηγορίες: Νερό [: κούπες], Φωτιά [: μπαστούνια], Αέρας [: σπαθιά] και Γη [: πεντάκτινα]. Παίζε με τον εαυτό σου το παιγνίδι της καταγωγής των πραγμάτων όσο πιο συχνά μπορείς. (Για παράδειγμα: Ο καθρέφτης είναι πλάσμα του Νερού, το ξύλο της Γης, το τούβλο της Φωτιάς, η ελληνική γλώσσα του Αέρα, ο αληθινός Χρόνος του Νερού κ.ο.κ.) Μπορείς να κατατάξεις και τους ανθρώπους, ανάλογα με το χαρακτήρα τους. Συνήθισε να γράφεις πάντα με αρχικό κεφαλαίο τις λέξεις Σύμβολο, Φύση, Παράδεισος, Χρόνος, Διαφάνεια, καθώς επίσης Ελάχιστο, Ανείπωτο, Ανέλπιστο, Συγκίνηση, Πένθος, Νόημα, Σιωπή, Μεταφορά και τις ανάλογες (όταν είναι στον ενικό αριθμό, βέβαια). Αν σε ρωτήσουν γιατί το κάνεις, εξήγησέ τους. (Όποιος όμορφα εξηγεί ένα ζήτημα , λέει ο βασιλιάς Σολομώντας, είναι σαν να φιλάει τον άλλο στο στόμα.) Ακούγοντας τον εαυτό σου να εξηγεί, θα καταλάβεις κάτι περισσότερο. Να `σαι καλά· να σκέφτεσαι εκείνους που σ` αγαπούν. Να τους ευχαριστείς προκαταβολικά. Όλα τα σύμβολα είναι γαλήνια ∴

[Θραύσματα γραφής: Renato Curcio, Ευγένιος Αρανίτσης, Σαμσών Ρακάς, Alejandro Jodorowsky]

Κωδικός μύησης

Ελένη Παπαδημητρίου

 

Σοφία Σούπαρη

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ