Γατάκια


της Joyce Carol Oates



[Μετάφραση: Νάνσυ Αγγελή]


*

Ο Μπαμπάς μας πήγαινε σπίτι. Τρεις από εμάς καθόμασταν στο πίσω κάθισμα και η Λούλα, που ήταν η αγαπημένη του, στην θέση του συνοδηγού.

Η Λούλα φώναξε, Α! Μπαμπά κοίτα!

Στην άκρη του δρόμου, ανάμεσα στα πατημένα αγριόχορτα, διακρίνοταν κάτι μικρό και μαλλιαρό- λευκό, το οποίο ήταν ζωντανό.

Αχ, Μπαμπά, σε παρακαλώ.

Ο Μπαμπάς γέλασε. Ο Μπαμπάς πάτησε φρένο. Η Λούλα πήδηξε έξω απ’ το αυτοκίνητο. Τρέξαμε πίσω της και ανακαλύψαμε, ανάμεσα στα πατημένα αγριόχορτα, τρία μικρά γατάκια- λευκά, με μαύρες και κανελί κηλίδες.

Πήραμε τα γατάκια στην αγκαλιά μας! Ήταν τόσο μικροσκοπικά, χωρούσαν στην παλάμη του χεριού μας ζυγίζοντας μόλις λίγα γραμμάρια! Νιαούριζαν και μετά βίας είχαν τα μάτια τους ανοιχτά. Αχ! Ήταν το πιο αξιολάτρευτο πράγμα που είχαμε δει ποτέ! Τρέξαμε πίσω στο αυτοκίνητο που μας περίμενε ο Μπαμπάς. Θέλαμε να παρακαλέσουμε τον Μπαμπά να τα πάρουμε σπίτι μαζί μας.

Στην αρχή, ο Μπαμπάς είπε όχι. Ο Μπαμπάς είπε ότι τα γατάκια θα έκαναν ακαθαρσίες μες στο αυτοκίνητο.

Η Λούλα είπε, Αχ, Μπαμπά, σε παρακαλώ. Όλοι υποσχεθήκαμε ότι θα καθαρίζαμε ό,τι ακαθαρσία θα έκαναν τα γατάκια.

Έτσι ο Μπαμπάς συμφώνησε. Ο Μπαμπάς αγαπούσε την Λούλα περισότερο απ’ όλους, αλλά κι εμείς νιώθαμε ευτυχισμένοι που ήμασταν επίσης παιδιά του Μπαμπά.

Στο πίσω κάθισμα είχαμε τα δυο από τα νεογέννητα γατάκια. Μπροστά, η Λούλα κρατούσε στην αγκαλιά της το πιο λευκό γατάκι.

Ήμασταν τόσο ενθουσιασμένοι! Τόσο χαρούμενοι με τα γατάκια! Η Λούλα είπε ότι θα φωνάζει το πιο λευκό γατάκι Χιονούλα, κι εμείς είπαμε ότι θα φωνάζαμε τα δικά μας γατάκια Κολοκυθούλη και  Καρβουνάκι, γιατί ο Κολοκυθούλης είχε πορτοκαλί λεκέδες στο λευκό του τρίχωμα και το Καρβουνάκι είχε μαύρους λεκέδες στο δικό του λευκό τρίχωμα.

Για μερικά λεπτά, ο Μπαμπάς οδηγούσε σιωπηλός. Εμείς δεν σταματούσαμε να μιλάμε! Αν έστηνε κανείς αφτί, μπορούσε ν’ ακούσει τα αδύναμα νιαουρίσματα.

Ξαφνικά, ο Μπαμπάς είπε, Μυρίζω ακαθαρσίες;

Φωνάξαμε όλοι μαζί, Όχι, όχι!

Νομίζω ότι μυρίζω ακαθαρσίες.

Όχι, Μπαμπά!

Τρεις ακαθαρσίες. Τις μυρίζω.

Όχι, Μπαμπά!

(Κι ήταν αλήθεια: Κανένα απ’ τα γατάκια δεν είχε κάνει ακαθαρσίες).

Ο Μπαμπάς, όμως, φρέναρε. Στη γέφυρα πάνω απ’το ποτάμι, εκεί που είναι ένα απότομο ύψωμα, έξω απ’ την πόλη μας και τρία χιλιόμετρα περίπου απ’ το σπίτι μας, ο Μπαμπάς πάρκαρε το αυτοκίνητο και είπε στη Λούλα, Δώσε μου την Χιονούλα. Ύστερα ο Μπαμπάς μας κοίταξε μέσα απ’ τον καθρέφτη του αυτοκινήτου και είπε, Δώστε μου τον Κολοκυθούλη και το Καρβουνάκι.

Αρχίσαμε να κλαίμε. Η Λούλα έκλαιγε πιο δυνατά απ’ όλους. Ο Μπαμπάς όμως της τράβηξε το μικρό γατάκι και τέντωσε το χέρι του στο πίσω κάθισμα κατακόκκινος και συνοφρυωμένος και μας πήρε τον Κολοκυθούλη και το Καρβουνάκι. Δεν είμασταν αρκετά δυνατοί, ούτε αρκετά γενναίοι για να εμποδίσουμε τον Μπαμπά να μας πάρει τα γατάκια και να τα κλείσει μέσα στο μεγάλο του χέρι. Εκείνη την στιγμή τα γατάκια είχαν αρχίσει να  νιαουρίζουν δυνατά και να τρέμουν από φόβο.

Ο Μπαμπάς βγήκε απ’ το αυτοκίνητο και με μεγάλα μπαμπαδίστικα βήματα σκαρφάλωσε το ύψωμα μέχρι τη γέφυρα και πέταξε τα γατάκια πάνω απ’ την προστατευτική μπάρα. Τρία μικροσκοπικά πραγματάκια υψώθηκαν στην αρχή μέσα στον συννεφιασμένο ουρανό κι ύστερα άρχισαν γρήγορα να πέφτουν μέχρι που χάθηκαν.

Όταν ο Μπαμπάς γύρισε στο αυτοκίνητο, η Λούλα είπε κλαίγοντας, Γιατί, Μπαμπά;

Ο Μπαμπάς είπε, Γιατί είμαι ο Μπαμπάς κι εγώ αποφασίζω πώς τελειώνουν τα πράγματα.

 

Το διήγημα «Γατάκια» περιλαμβάνεται στην ενότητα με τίτλο «Καταστάσεις»Από την συλλογή διηγημάτων «Dismember and other Stories of Mystery and Suspense», 2017. Δημοσίευση στο τεύχος Μαΐου 2016 του περιοδικού Vice© 2016 by the Ontario Review Inc.

 


Η Τζόις Κάρολ Όουτς είναι μία από τις πιο καταξιωμένες και πολύπλευρες Αμερικανίδες συγγραφείς. Γεννήθηκε το 1938, στο Λόκπορτ της Νέας Υόρκης, από φτωχή οικογένεια, και ξεκίνησε να γράφει σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, όταν της χάρισαν την πρώτη της γραφομηχανή. Έχει ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα λογοτεχνικά είδη -μυθιστόρημα, διήγημα, ποίηση, θέατρο, λογοτεχνική κριτική, δοκίμιο, ακόμα και παιδικό- και είναι πολυγραφότατη. Από το 1968 έως το 1978, δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Γουίνδσορ του Καναδά και τη δημιουργική αυτή δεκαετία εξέδιδε δύο με τρία βιβλία το χρόνο. Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον του Νιου Τζέρσι. Εκδίδει με το σύζυγό της, Ρέιμοντ Τζ. Σμιθ, ένα μικρό λογοτεχνικό περιοδικό (The Ontario Review). Είναι πολυβραβευμένη και έχει προταθεί δύο φορές για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις, καθώς και με το κορυφαίο βραβείο στην Αμερική, το National Book Award

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Νάνσυ Αγγελή
Η Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων «Μια μέρα απόλυτης ησυχίας», εκδ. Παράξενες Μέρες. Διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και περιοδικά του διαδικτύου και συμπεριλαμβάνονται στις ετήσιες ανθολογίες διηγημάτων «Ιστορίες Μπονζάι», εκδ. Γαβριηλίδης (συλλογικό έργο). Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της βρίσκεται υπό έκδοση και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. Ζει στην Ισπανία.