Ο Άγγελος Σικελιανός κυλά πηδώντας άσωτα τα κρούσταλλα νερά, γελά στ’ αντίφωνο ψηλά του καταρράχτη.

Ο Άγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στην Λευκάδα 15 του Μάρτη του 1884. Όπως αναφέρει ο Γεράσιμος Γρηγόρης [1], η γέννησή του συνοδεύεται από ένα σπάνιο φαινόμενο -που η λαϊκή παράδοση του δίνει μεγάλη σημασία-, το φαινόμενο της «προσωπίδας» ή «Σκέπη της Παναγίας»[2], καθώς θεωρείται πως φέρνει τύχη και δοξα. Πρόκειται για μία κατάσταση, κατά την οποία μια λεπτή ημιδιάφανη μεμβράνη καλύπτει το πρόσωπο του νεογέννητου. Ο ποιητής, αναφέρεται στην περίπτωσή του, στον «Αλαφροΐσκιωτο»[3]«Το πρόσωπό μου εφύλαγεν η προσωπίδα η διάφανη, που η μάνα μου, από την όψη μου αγάλι-αγάλι βγάζοντας, εχαμογέλα αχνή να με γνωρίσει[…]». Στα τέλη του 19ου αιώνα, η γενέθλια γη του ποιητή, διατηρούσε ζωντανή την παράδοση. Ακούστε, ακούστε με! Αν ετρέμανε/στην κούνια τα βυζασταρούδια,/εμένα με νανούρισαν,/των αντρειωμένων τα τραγούδια. Η ατμόσφαιρα του ’21, η ποίηση του Βαλαωρίτη και του Σολωμού, ο κόσμος των θρύλων, οι μνήμες της παλιάς αριστοκρατικής τάξης και η ζωή του πληθυσμού της υπαίθρου, υπήρξαν τα πρώτα βιώματα του ποιητή.

Εμέ, λεχώνα η μάνα μου,

στην μπόρα τη μαρτιάτικη

που ‘χε τα ουράνια ανοίξει,

εσκώθη και με πήρε στην αγκάλη της

τον πρώτο κεραυνό για να μου δείξει!

 

Αναφέρει ο Robert Levesque [4], μια θύμηση του ίδιου του ποιητή από τα παιδικά του χρόνια: «Στο νησί που γεννήθηκα στην Λευκάδα», διηγείται ο Άγγελος Σικελιανός στους φίλους του, «οι σεισμοί είναι συχνοί. Όταν ήμουν μικρός τους φοβόμουνα, γιατί πίστευα πως αυτός ο θόρυβος έβγαινε απ´ την ντουλάπα, αλλά ευθύς μόλις έμαθα πως η γης η ίδια χοροπηδούσε, η χαρά μου δεν είχε πια όρια. Ήθελα να ορμήσω έξω, για να συγκεράσω τη χαρά μου με τη χαρά της μάνας-γης· δεν μπορούσαν να με συγκρατήσουν[…]». 

 

 

Ο Σικελιανός, διαμόρφωσε τον χαρακτήρα του κυρίως από την ατμόσφαιρα της οικογενειακής επτανησιακής παράδοσης, της γαλλικής και ιταλικής γραμματείας, -τα κείμενα αυτά υπήρχαν στην πατρική βιβλιοθήκη-, οπότε και ανατράφηκε μέσα σε ένα πνευματικό περιβάλλον. «Κατάγομαι εξ οικογένειας, η οποία σημαντικώς εκαλλιέργησε τα γράμματα και τας καλάς τέχνας» [5],  δήλωνε. Κατά την διάρκεια του αγώνα του ’21 και στα χρόνια που ακολούθησαν, φιλοξενήθηκαν στο σπίτι του πολλές οικογένειες κυνηγημένων αγωνιστών. Ο ποιητής, σημειώνει για την προσφορά της οικογένειάς του στην πατρίδα: «Με την έκρηξιν της Ελληνικής Επαναστάσεως, η οικογένειά μου εθυσίασε περί τα τρία εκατομμύρια. Εθυσίασε δε και αίμα…Η πνοή και η ζωή του ’21, λειτούργησε σαν ακοίμητο μνημόσυνο». Και αλλού: «Το σπίτι μας το περιέβαλε ατμόσφαιρα θρησκευτική και συναίσθηση προς την πατρίδα και τον άνθρωπο, μιας αποστολής ευρύτερης»· αποστολή, που διακατείχε τον Σικελιανό όλη του την ζωή.

Ω χώματα της γης μου!

Χώμα Λευκαδίτικο,

πρωτόχωμα

τιτάνια ζύμη του κορμιού μου

του ίδιου μου του ακοίμητου μυαλού!

Η προσωπικότητα του πατέρα του, θα επιδράσει βαθιά στον ψυχισμό του ποιητή[6]. Διηγείται ο ίδιος: «Η τύχη μου ωστόσο, ήταν να έχω για πατέρα έναν άγιο άνθρωπο

χωρίς καμιά εξωτερική φιλοδοξία, απίστευτα εσωτερικό και μελετηρό…Συχνά ο 

πατέρας μου, στους πρώτους μου ενθουσιασμούς για την ελληνική αναγέννηση στους μακρινούς περίπατους που πάντα μ´ έπαιρνε μαζί του, όταν στις παιδικές κουβέντες μου για την ελευθερία, -που την έβλεπα ως τότε μόνο στην επική μορφή της και την νόμιζα άρτια δίχως να υποπτεύομαι πως χωρίς μια ριζική πνευματική αυτονόμηση αυτή δεν υπάρχει…, αυτήν την έννοια αντέθεσε στους

παιδικούς ενθουσιασμούς μου. Τα λόγια αυτά, ήτανε για μένα σπόρος όπου δούλεψε χρόνια μέσα στην ψυχή μου[…]».

Η φιλομάθεια του Σικελιανού τον οδήγησε στην μελέτη διαφόρων έργων, όπως του

Ομήρου, των Λυρικών ποιητών, των Ορφικών, των Τραγικών, αλλά και των ευρωπαίων στοχαστών.

Ο ίδιος, στην ομιλία του με τίτλο  «Η φύση και η αποστολή του λυρισμού» [7], ανέφερε για τον εαυτό του: «Για έναν άνθρωπο, που απ´ τον καιρό που γνώρισε τον κόσμο…έχει καταβροχθίσει ολόκληρες βιβλιοθήκες, ούτε κι έπαυσε ποτέ του να εποπτεύει, και στους τέσσερις ορίζοντες του κόσμου, πως κινείται αδιάκοπα το πνεύμα επί της γης[…]»

 

 

 

Δεκατριάχρονος ακόμη μαθητής, γράφει τα πρώτα του ποιήματα –Σε μια τρανή τα μάτια μου/που κλείνει ανατριχίλα/μου ξεφυλλίζεται η ψηχή/μέσα στο φως, γαλάζια [8]-, και το 1901 εισάγεται στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ωστόσο τα μαθήματα δεν τον ελκύουν, σύντομα τα αφήνει στην άκρη και στρέφει το ενδιαφέρον του προς το θέατρο, αφού την ίδια περίοδο γνωρίζεται με τον πρωτοπόρο ανανεωτή του νεοελληνικού θεάτρου, συγγραφέα και ποιητή Κωνσταντίνο Χρηστομάνο και την «Νέα Σκηνή» του, ποθώντας να γίνει ηθοποιός· Ανέφερε ο Χρηστομάνος για την καλλιτεχνική αυτή προσπάθεια [9]: «Η αναγέννησις της δραματικής ποιήσεως και της σκηνικής τέχνης εν Ελλάδι. Σεις οι επίλεκτοι μεταξύ των Ελλήνων δημιουργών θα ποθήσετε και θα συντελεσέτε την παραγωγήν έργων υπερόχου ποιητικής συλλήψεως. Θα επιδιώξωμεν από κοινού όλοι την μόρφωσιν προσώπων ικανών να διερμηνεύσουν τα τοιαύτα έργα κατά τας απαιτήσεις ανωτέρας σκηνικής τέχνης.

Θα υψώσωμεν δια δημοσιευμάτων και διαλέξεων το πολύ πλήθος μέχρι του αναβάθρου του θρόνου της Καλλονής και της Αληθείας, μέχρι του σημείου όπου φθάνουν τα κράσπεδα της πορφύρας των. Θα αποβλέψωμεν τέλος προς την πρότυπον επί σκηνής αναβίβασις των έργων του παρ’ ημών μέλλοντος να καταρτισθή δραματολογίου[…]«. Γράφει ο Μιχαήλ Ροδάς στο 380 τεύχος της «Νέας Εστίας»: «Για την επιτυχία της «Νέας Σκηνής», συνεργάστηκαν και προσωπικοί φίλοι του Χρηστομάνου, οι ποιητές Άγγελος Σικελιανός και…[…]».

Ο θίασος της «Νέας Σκηνής», ξεκινάει τις παραστάσεις του στο θέατρο «Βαριετέ» με την «Άλκηστη» του Ευρυπίδη, με τον Σικελιανό να λαμβάνει μέρος στον Χορό και την αδερφή του Ελένη να κρατά τον ρόλο της θεράπαινας.

Παρότι ο Σικελιανός έπαιξε σε κάποιες παραστάσεις από το 1901 έως το 1903, θα διαπιστώσει πως δεν ήταν αυτός ο προορισμός της ζωής του. (Ο πόθος του απέτυχε, αλλά γονιμοποίησε την σύλληψή του για την αναβίωση του αρχαίου δράματος με τις «Δελφικές Εορτές» που εμπνεύστηκε). Ήδη, το 1902, δημοσιεύονται τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Διόνυσος» και «Παναθήναια» και κατόπιν στο περιοδικό «Νουμάς» [10]Παντρεύονται δυο σύννεφα/μες στη σιγή τη στοιχειωμένη/η μαύρη νύχτα είναι νουνός/βρυκόλακες οι καλεσμένοι[…]. Και μολονότι ο στίχος του είναι τεχνικά δουλεμένος, ο νεαρός τότε δημιουργός, έχει επίγνωση πως βρίσκεται σε  ένα πειραματικό στάδιο αναζητήσεων, και θεωρώντας αυτά τα ποιήματα «ατελή», δεν τα συμπεριλαμβάνει στον «Λυρικό Βίο α ‘ «.

Τον Νοέμβρη του 1903, έρχεται στην Αθήνα η διάσημη χορεύτρια Isadora Duncan, η οποία «αναζητάει το πνεύμα στις στάσεις των αρχαιοελληνικών αγγείων» [11], και συγκινεί τον Σικελιανό, ο οποίος αντιλαμβάνεται πως ο σύγχρονος χορός δύναται να αξιοποιήσει την παράδοση του αρχαίου δράματος δίχως καμιά αισθητική παρέκκλιση.

Το 1904 ξεκίνησε την πορεία του προς μια πιο μεγαλειώδη γραφή, μέσα από τις σελίδες του «Ακρίτα», και τον Αύγουστο του 1906, η συνάντησή του με την αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, θα αποτελέσει έναν σημαντικό σταθμό για την ζωή του. Εξομολογείται ο ίδιος: «…μου λέει να παντρευτούμε, της λέω άκουσε με, εγώ τώρα γνωρίζω τη ζωή…και την άφησα εκείνο το βράδυ…και έφυγα για την Αίγυπτο όπου έγραψα σε μια εβδομάδα τον Αλαφροΐσκιωτο…σε μια τέντα στην έρημο…λόγω τιμής [12]».

Ο «Αλαφροΐσκιωτος», η πρώτη μεγάλη σύνθεσή του, αποτελείται από 60 μικρές ενεπίγραφες ενότητες και 2293 στίχους [13]· εκδόθηκε το 1909 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Αναφέρει ο Πρεβελάκης στα «τρία κεφάλαια βιογραφίας» [14]: «Ο Σικελιανός προσχωρεί, μαζί με πολλούς άλλους συγχρόνους του, στο διονυσιακό κίνημα. Από κείνη τη στιγμή, ο βίος του δεν εμφανίζεται πια ως διαδοχή ποικίλων εμπνεύσεων, άλλα ως συνεχής διονυσιακή μέθη. Ο Ποιητής -λέγει- διαισθάνεται πως ζει, κι από παιδί, σε μυστική συμβίωση με το Παν. Οφείλει λοιπόν να φτάσει «τόλμα τε και σθένει και θρασεία πνέων καρδία στην κατάγνωση της μείζονος ζωής και της ψυχής του και του κόσμου». Από το βασικό τούτο αίτημα προσδιορίζεται η απόλυτη στάση του μέσα στη ζωή. Η δημιουργική πράξη του είναι εκδήλωση θεμελιακού ενστίκτου. Το δημιούργημα του ισοδυναμεί με αυθόρμητη διάχυση της ψυχής του, χωρίς κανέναν ειδολογικό περιορισμό. Τούτο εξηγεί γιατί ο «Αλαφροΐσκιωτος», δεν ανήκει σε κανένα λογοτεχνικό είδος. Είναι ένας ποταμός από εντυπώσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα, που ξεχύνονται με θεϊκή αμεριμνησία[…]».

Μάνα, φωτιά με βύζαξες/κι είναι η καρδιά μου αστέρι;

Ο «Αλαφροΐσκιωτος», αναφέρει ο Λίνος Πολίτης [15], «είναι σαν μια λυρική αυτοβιογραφία του έφηβου ποιητή, ένα ποίημα γεμάτο νεανική αίσθηση και ευδαιμονία, ένα θαυμαστό ξεχείλισμα ενός λυρισμού που αναβρύζει αθόλωτος και πλουσιοπάροχα από τις πιο γνήσιες και μυστικές πηγές. Ο ποιητής έχει συσσωρεύσει μέσα του ένα πλήθος από άμεσες εμπειρίες που τις ένιωσε καθώς γύριζε απόλυτα ελεύθερος, σε μια ολοκληρωτική επαφή με τη φύση, στους γιαλούς και στους ελαιώνες του πατρικού του νησιού…Η φύση, -το νιώθεις παντού-, δεν είναι ένα ξένο αντικείμενο που ο ποιητής το θεάται με θαυμασμό ή το λατρεύει, αλλά υπάρχει ανάμεσά τους μια «λαγαρή επικοινωνία», που έχει τον χαρακτήρα μιας άσκησης βαθιάς και ευλαβικής».

Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος,

του γυρισμού, στη μεγάλη

της αμμουδιάς απλωσιά.

Στην καρδιά μου

τα βλέφαρά μου κλεισμένα·

και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου…

Αυτή η δράση του έργου του Αλαφροΐσκιωτου, που τοποθετείται μέσα σε έναν φυσικό κόσμο και η επικοινωνία αυτή της φύσης και του ποιητή, -σημειώνεται και στον πρόλογο του «Λυρικού Βίου α’ «, –«από παιδί προσπέφτοντας αυθόρμητος ικέτης μπρος στη φύση, δεν μετέφερα ποτέ μαζί μου ούτε μια σκέψη, ούτε ακόμα και μια λέξη μαθημένην a priori  απέναντί της, που να μπορεί να σταθεί ωσάν εμπόδιο κι ως σκιά στη μεταξύ μας λαγαρή επικοινωνία [16]…».

 

Κι όπως «η ίδια η φύση είναι ένα ιερό αμόλυντο και απαραβίαστο, όπου μέσα του ιερουργεί η γενική δύναμη και είναι επιπλέον η γη η γενέθλια των μυθικών μορφών και των ηρώων», -κατά τον Στέφανο Ροζάνη [17]-, έτσι και ο Σικελιανός, δεν είναι ένας απλός φυσιολάτρης ποιητής, αλλά αναπτύσσει, -όπως αναφέρει σε κείμενο του για τον ποιητή, ο Γιάννης Μηλιάδης [18]-, μια «βιωτική σχέση» με τη φύση. Συνεχίζει ο Ροζάνης στην ερμηνευτική του ανάγνωση: «η ρωμαλέα, υγιής φύση της γενέθλιας Γης του Σικελιανικού οραματισμού δεν έχει έγνοιες, προθέσεις ή σκοπούς. Ξετυλίγεται αμέριμνη και θαυμαστή μέσα στην ανεμελιά της μπροστά στα εκστατικά μάτια του θεωμένου. Είναι ένα θαύμα και όχι μια εμπειρία υπέρβασης· ένα θαύμα που κάνει τον θεώμενο να οραματίζεται την ενεργητικότητα της παντοδύναμης παρουσίας της φυσικής γης που κείται εδώ, συγκεκριμένη και απτή, χωρίς να βασανίζεται από τους ανέμους και τις πνοές του πνεύματος· χωρίς να τη διαπερνά άλλο ρίγος εκτός από το ρίγος του θαυμαστού της κάλλους: ο ανασασμός της θάλασσας, η βοή του σκαθαριού και η σιωπή του κάμπου. Ουδέ καν μια Κοσμογονία δεν διεκτραγωδεί αυτή η ρωμαλέα, υγιής φύση·[…]Διότι η Κοσμογονία έχει συντελεσθεί σε χρόνο άχρονο· και ο χρόνος όπως και ο τόπος αυτής της φύσης της ρωμαλέας είναι συγκεκριμένος· είναι το εδώ, ο αιώνιος παροντισμός της. Η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ριγμένη μέσα στη φύση του Σικελιανού· δεν μετέχει σ’ αυτή παρά μόνον με την εκστατική ματιά της, με την εκστατική της αίσθηση καθώς αναπνέει το μυρωμένο αγέρα της, και νιώθει να την αγκαλιάζουν τα σιωπηλά νερά της. Γι’ αυτό και η ύπαρξη λησμονιέται μέσα στο θαύμα το φυσικό· και αυτή η λησμονιά είναι «βαθύτερη απ’ το θάνατο, βαθύτερη απ’ τον ύπνο[…]».

«Ο λαός του «Αλαφροΐσκιωτου», ξεπηδά μέσα από τη μήτρα της φύσης· είναι το ρωμαλέο χοϊκό δημιούργημα της υγιούς φύσης του Σικελιανικού οραματισμού. Και όπως το σώμα λατρεύεται ως φυσική ορμή, έτσι και ο λαός: ως ρωμαλεότητα και υγεία, ακατάβλητη ενέργεια ισοσθενής με το θαύμα το φυσικό».

Mια βοή φτάνει απόμακρα·

και άξαφνα,

σαν πανί το σκαρμό που έχει φύγει,

χτυπάει· είν’ ο αγέρας που σίμωσε,

είν’ ο ήλιος που δει μπρος στα μάτια μου

– και ο αγνός όχι ξένα τα βλέφαρα

στην υπέρλευκην όψη του ανοίγει. 

«Ο Σικελιανός, ανανεώνει την παράδοση, σπάζοντας την ακαμψία του παραδοσιακού στίχου, ενώ ταυτόχρονα ξαναγυρίζει κάθε τόσο στα παλιά ατροφικά μέτρα…Μα η ουσιαστικότερη ανανέωση έρχεται απ’ την εσωτερική του πνοή και το περιεχόμενό του, από τη νέα όραση που αποκαλύπτει μαζί με τη νεότροπη, για την ώρα εκείνη, ρυθμική κίνηση του απελευθερωμένου στίχου του, καθώς συγχωνεύει μέσα του τον αρχαίο με το νέο Ελληνισμό και το φυσικό περιβάλλον του τόπου με την πνευματική μας παράδοση, βαθαίνοντας στις εθνικές ρίζες, ώσπου να συναντηθεί με το παγκόσμιο ανθρώπινο κύτταρο[…]», αναφέρει ο Κώστας Στεργιόπουλος[19].

Πετιώμαι απάνω. H αλαφρότη μου

είναι ίσια με τη δύναμή μου.

 

Στον ίδιο τόνο, κινείται και ο ποιητής Θανάσης Χατζόπουλος [20], ο οποίος αναφέρει: «Σε επίπεδο μορφολογικό, ο Σικελιανός με τον Αλαφροΐσκιωτο σπάει την φόρμα, διαλύει τον στίχο, δίνει στίχους ανομοιοκατάληκτους και βάζει την ποίησή του να ακολουθεί έναν εσωτερικό ρυθμό που δεν έχει να κάνει πάντα, ούτε με το μέτρο, ουτε με την ρίμα. Τα χρησιμοποιεί και τα δυο, αλλά δεν τα χρησιμοποιεί με τους τρόπους του Παλαμά…Ο Σικελιανός είναι ο πρώτος που αποτόλμησε την έξοδο από την παραδοσιακή φόρμα, έστω κι αν αυτό δεν έγινε με τον συστηματικό και τον ρητό τρόπο που έκανε η γενιά του ’30[…]».

 

Xρυσόφρυδη, χρυσόφρυδη,

ω κρύα κερύθρα αμαύλιστη,

σε μιας κορφής κλεισμένη

την αγερόχρωμη σπηλιά,

από θυμάρι, από λυγιά

και δρόσο μαζεμένη !

Η Εύα Πάλμερ στο μεταξύ, γοητεύτηκε τόσο πολύ από τον Σικελιανό που άρχισε με γρήγορους ρυθμούς να προσαρμόζεται στην ζωή του νησιού και να μαθαίνει την ελληνική γλώσσα. Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1907 στην Αμερική, και τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε ο γιος τους Γλαύκος. Η σχέση της Πάλμερ με τον Σικελιανό, περιγράφεται από τον Τάκη Δημόπουλο, -προσωπικό φίλο και ερμηνευτή του έργου του ποιητή-, ως ένα «γεγονός προετοιμασμένο μυστικά και σχεδόν προκαθορισμένο από τη μοίρα»[21].

Xρυσόφρυδη· σε κέρδισα                 

στορώντας παραμύθια,

ακοίμητος νυχτόημερα,

στη γλαυκομάτα αλήθεια·

που έστησε αυτί προσεχτικό,

στο μέτωπό μου εκάρφωσε

τα μάτια της ασάλευτα,

εκεί που φλέβες δύο

σμίγουν τη βρύση της φωτιάς

με της πηγής το κρύο·

που χαμογέλασε βαθιά                 

κ’ είπε: «Ω καλέ, πώς χαίρονται

τα φρένα μου, η ψυχή σου

την κλήρα που ακολούθησε

– κ’ είναι βαθιά δική σου –

του ασύγκριτου άντρα που ήτανε

σ’ όλα βαρύς, μεγάλος,

στην πράξη ήταν πολύγνωμος,

στο μύθο ως κανείς άλλος!»

Η σωζόμενη αλληλογραφία του Άγγελου Σικελιανού με την Εύα, αποτελεί μαρτυρία για όλα τα συμβάντα της ζωής τους που μαζί μοιράστηκαν [22].

 

Ο Κλέων Παράσχος, σκιαγραφεί λεπτομερώς το προφίλ του ποιητή [23]: «[…]Γύρω του είχε δημιουργηθεί ένας μύθος. Είχα ακούσει να μιλούν για την ομορφιά του, για τις βασιλικές χειρονομίες που είχε στο σκόρπισμα του χρήματος, για έρωτες και για ταξίδια, για ένα σωρό περιστατικά, παράξενα, μισοπιθανά, μισοαληθινά…Από κοντά είδα ότι κρατιόταν άνετα στο ύψος του θρύλου του. Είχε μιαν ομορφιά Απολλώνια…και ανάδινε ολόκληρος κάτι το βαθιά ποιητικό. Η βροντερή του φωνή και το ηχερό του γέλιο…ήταν απόλυτα συντονισμένα με την όλη προσωπικότητα, ήσαν τα πιο αδρά φανερώματα μιας πλουσιότατης ζωικής αναύρας…Μου μένει ακόμη στο νου, ο τρόπος που είχε ο Σικελιανός να δείχνει οικειότητα, κρατώντας πάντα την απόσταση. Το ντύσιμό του κομψό, φανέρωνε κάποια επιτήδευση…μα το κύμα της ζωής πηδούσε ακράτητο από μέσα του και παράσερνε όλους και όλα…Η ομιλία του ήταν ένας κρουνός χαράς κι ευτυχίας, μα πολύ «τεντωμένη», πολύ αδιάπτωτα κρατημένη στη διαπασών, αυστηρή πάντα και σοβαρή, με λίγα παιγνιδίσματα, μ´ αριούς τόνους ζεστούς και οικείους…Η πίστη στον εαυτό του ήταν απέραντη…Το μεταφυσικό πρόβλημα το ´χε λύσει. Θάνατος δεν υπήρχε για τον Σικελιανό. Όλα ήσαν ζωή[…]».

«[…]Τον Σικελιανό εγώ τον εγνώρισα όχι σα «βασιλόπουλο», σαν ένα παιδί μπαμπίνι με τη γυναίκα του, τη ζόρκα. Να εξηγηθώ. Ζόρκα τη λέγαμε, γιατί ήμουν κι εγώ ένας γαβριάς από κεινούς που την παίρναμε από πίσω άμα ερχόντανε στη Χώρα. Τη λέγαμε ζόρκα, γιατί έτσι που ήταν ντυμένη, με μια χλαμύδα, όπως έμαθα αργότερα πως λένε «χλαμύδα» εκείνο το πράμα που ‘χε, και από μέσα μάλλον φαινόντανε το κορμί της και δεν έμοιαζε με τη φορεσιά και το ντύσιμο από τις γυναίκες που είχαμε εμείς. Ήταν κατά συνέπεια εμείς να την κάνουμε ζόρκα, γιατί ζόρκα ήτανε, δεν ήτανε ντυμένη μια φορά, τώρα κανένας δε θα μπορούσε να μας πείσει ότι αυτή η γυναίκα είναι ντυμένη -έτσι που την βλέπαμε [24][…]».

 

Μετά τον γάμο, το ζευγάρι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, γνωρίστηκε με τους φιλολογικούς κύκλους, ο Σικελιανός πήρε μέρος στην ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου»,  και αργότερα δημοσίευσε τον «Δελφικό Ύμνο».

Την επίσημη είσοδο του Σικελιανού στα γράμματα, θα προετοιμάσουν τρεις ομιλίες που θα εκφωνήσει στις αρχές του 1909 σε μια αίθουσα της οδού Σταδίου, με τίτλους «Κήρυγμα ηρωισμού», «Παν ο μέγας» και «Ο Ομηρικός Οδυσσεύς». «Με έναν «Γυρισμό», όπως στον Αλαφροΐσκιωτο, ξεκινούσε την πρώτη διάλεξή του ο Άγγελος Σικελιανός. Επιστροφή από τη Φύση, το Λόγο, το Μύθο και την αυτοδιδαχή. Την Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 1909, ενώπιον ολιγάριθμου ακροατηρίου ομοτέχνων -επιλογή που δεν αποκρύπτει την πεποίθηση ότι το άγγελμά του συνελήφθη και λειτουργεί «in modo che non s’accorgano che le menti esercitate e profonde»- ο εικοσιπεντάχρονος ποιητής θα αποπειραθεί να εξιστορήσει το πνεύμα ζωής που συνέχει τις πράξεις και τη δημιουργική του έκφραση, την εγρήγορη συνείδηση και τη διάπυρη ορμή της νεότητας [25][…]».

Τα επόμενα χρόνια, ζει και διαμένει με την Εύα Πάλμερ στο Παρίσι, και όταν επιστρέφει ντύνεται στο χακί και υμνεί τον ελληνικό στρατό με ποιήματα που δημοσιεύει σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής.

Εκείνον τον καιρό, ο διάδοχος Κωνσταντίνος, ελκύει τον θαυμασμό του ποιητή.

Η «σχέση» αυτή του Σικελιανού με τον Κωνσταντίνο έχει διακυμάνσεις[26]. Γράφει ποιήματα για την είσοδο του ως απελευθερωτή στα Ιωάννινα, για την μετέπειτα σύγκρουσή του με τον Βενιζέλο, για την απομάκρυνσή του από την Ελλάδα το 1917, αργότερα όμως θα αποκηρύξει αυτά τα αφιερωματικά ποιήματα, πιστεύοντας ότι υπερτίμησε έναν μέτριο ηγέτη και άνθρωπο.

Στην έφημερίδα «Καθημερινή» [27], δημοσιεύεται μια επιστολή του Άγγελου Σικελιανού προς τον Ίωνα Δραγούμη.

«Αξιότιμε Φίλε,

Αν άργησα υπερβολικά κι ελπίζω όχι ασυγχώρητα να σας πω τη βαθιά μου τιμή για το βιβλίο σας «Όσοι Ζωντανοί» και να σας σφίξω εγκάρδια το χέρι, σας παρακαλώ να το αποδώσετε στην  καθόλου βιαστικήν υπόληψη που του ώφειλα.

Καθώς ίσως θα ώφειλα ν’ απαντήσω με μια λέξη στο λοξό ερώτημα σας για την ανθρώπινη μου πίστη: «Είμαι τετρακάθαρα Εθνικιστής». Μόνο που και πάλι βιαστικός ο λόγος μου, όσο δεν τον φανερώνει το έργο που αφιέρωσα τη ζωή μου. Και το λέγω μόνο με την απλή ιδέα πως αν συναντιέται με την σκέψη σας, δε δείχνει παρά μία απ’ τις εσώτερες αφορμές της εκτίμησης μου. Θα ήθελα και ό,τι άλλο ετυπώσατε· αλλά καθώς σε λίγο και πολύ πιθανό να περάσω στην Ελλάδα για κάμποσο, θα σας δώσω διεύθυνση απ’ αλλού, αν δεν τύχει να σας ιδώ. Μένω ωστόσο με τιμή.

Άγγελος Σικελιανός».

Η γνωριμία το 1914 με τον Νίκο Καζαντζάκη, θα αποτελέσει μια νέα σελίδα για την ζωή του. Η πλατιά παιδεία και οι οραματισμοί του κρητικού συγγραφέα, συμπλέουν με την ψυχοσύνθεση του Σικελιανού. Η Ελένη Καζαντζάκη, στο βιβλίο της «Ο ασυμβίβαστος», σκιαγραφεί τους δυο φίλους, γράφοντας: «Ο Ιόνιος βάρδος, γλυκός κι αστραποβόλος, κατανυκτικός σαν τους πρίγκιπες της Αναγέννησης, καλύτερα σαν αρχιερέας κάποιας ασιατικής θεότητας, με τη φαρδομάνικη πάλλευκη μεταξωτή πουκαμίσα του…και ο Κρητικός, γιος χωρικού με τις λεπτές κλειδώσεις, ντροπαλός, ντυμένος από τα ξημερώματα με το μπλαβό ντρίλινο παντελόνι της αργατιάς και το πορτοκαλί του πουκάμισο…κι οι δυο άνετα μπρος στους ισχυρούς ή τους απόκληρους της γης μας, κι οι δυο πάνω από το κοινό μέτρο, κι οι δυο άρχοντες στο γέλιο [28] […]».

Γράφει ο Καζαντζάκης στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο [29]: «Ήταν πολύ ωραίος και το ´ξερε. Ήταν μεγάλος λυρικός ποιητής, και το ‘ξερε. Είχε γράψει ένα μεγάλο τραγούδι θαμαστό, ποιητική ατμόσφαιρα, στίχος, γλώσσα, αρμονία μαγική, δε χόρταινα να το διαβάζω και να το χαίρουμαι. Ήταν ο ποιητής ετούτος από το γένος των αϊτών, με το τίναγμα των φτερών έφτανε στην κορυφή…Αληθινά, από την πρώτη στιγμή που τον είδα, ένιωσα πως ο νέος αυτός τιμάει το ανθρώπινο γένος[…].

Δε θέλω απ’ όλους τους καρπούς· μα εκειούς που ωριμασμένοι

είν’ έτοιμοι να πέσουνε κι απ’ τα πουλιά ‘γγιγμένοι…

 

Kαι να ποτίσω τη βραγιά κηπάρης Σου· να σκύψω

στο ρυάκι, ωσάν τον κότσυφα, την όψη μου να νίψω·

 

κάτου από τ’ άσπρα Σου, Kυρά, ν’ αναπαυτώ σταφύλια,

στο πεύκι που Σου υφάνανε τα πλήθια χαμομήλια,                 

 

Kήπε αρχαγγέλων, π’ αλαφρά ξεφτέρουγα ανεμίζουν

τις ζωγραφιές που σβήσανε, για να δροσολογίζουν !

 

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, -με συστατική επιστολή του τότε πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου-, οι δύο φίλοι βρέθηκαν για προσκυνηματική επίσκεψη στο Άγιον Όρος. Στην αίτηση που καταθέτουν, αναφέρουν [30]: «Σεβαστοί επίτροποι, εκδραμόντες εις Άγιον Όρος με τον σκοπόν να μελετήσωμεν εκ του σύνεγγυς τα ιερά κειμήλια, άτινα διετήρησαν αι ιεραί του Άθω μοναί, έχοντες δε προς πραγμάτωσιν του σκοπού μας τούτου ιδίαν σύστασιν του πρωθυπουργού της Ελλάδος, κ. Ελευθερίου Βενιζέλου, παρακαλούμεν υμάς όπως διευκολύνητε ημάς εις τούτο, διατάσσοντες όπως μας δειχθώσι τα υπό φύλαξιν τοιαύτα χρυσόβουλα κ.λ.π, πεποιθότες ότι εκπληροίτε ως ημείς αυτοί ιεράν εθνικήν υποχρέωσιν…».

Ο Καζαντζάκης, όπως αναφέρει ο Ι.Μ Χατζηφώτης [31], αποφάσισε να πραγματοποιήσει το ταξίδι όταν είδε στο σπίτι του Σικελιανού ένα λεύκωμα με φωτογραφίες από τον Άθω. Γράφει ο Καζαντζάκης και πάλι στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Έκλεισα τα μάτια, φούχτωσα ψαχουλεύοντας ένα βιβλίο…Ήταν ένα μεγάλο λεύκωμα με φωτογραφίες: Μοναστήρια, καλόγεροι, καμπαναριά…απάνω από τον γκρεμό και κάτω μια θάλασσα άγρια. Το Άγιο Όρος, φώναξα… Είσαι έτοιμος; είπε. Να βάλουμε τα σιδερένια μας ποδήλατα, δράκοι δεν είμαστε; Να βάλουμε τα σιδερένια μας ποδήλατα, να πατήσουμε το Άγιον Όρος».

Οι πρώτες εικόνες που αντικρίζουν πλησιάζοντας προς τον Άθω εντυπωσιάζουν τον Καζαντζάκη: «Με τα σακίδια στη ράχη, ακουμπώντας στα χοντρά ραβδιά μας, ανηφορίζαμε ανάμεσα από πυκνές, μισογυμνωμένες καστανιές και σκίνα και πλατύφυλλες δάφνες το καλντερίμι που έφερνε στις Καρυές. Ο αέρας, έτσι μας φάνηκε, μύριζε μοσκολίβανο. Σαν να ’χαμε μπει σε τεράστια εκκλησιά με θάλασσα, με δάση καστανιές, με βουνά και αποπάνω αντί για θόλο, ένας ξέσκεπος ουρανός[…]». Στις 29 Νοέμβρη, μέσα από την μονή Καρακάλου, σημειώνει και πάλι: «Το βράδυ στα κρεβάτια μιλούμε για την ουσία της υπέρτερης επιθυμίας μας να δημιουργήσουμε Θρησκεία. Τα πάντα ωριμασμένα. Α! Πώς να μπορέσουμε να εξωτερικεύσουμε ό,τι ιερότερο και βαθύτερο έχουμε[…].

Για την αγρυπνία που ακολούθησε στην Μονή Ιβήρων, ο Σικελιανός στο «Αγιορείτικο ημερολόγιο», γράφει: «Το κατέβασμα με τις καμπάνες…σαν να μας εβάσταγαν αγγέλοι απ’ τις μασχάλες…Η αυλή στο φεγγάρι… Λιβάνι με ροδόνερο[…]», και αλλού, περιγράφει τον κοινοβιακό δείπνο: «Μακριά αίθουσα. Οκτώ κολόνες – μακριά τραπέζια δεξιά. Οι πατέρες τρώνε σιωπηλοί. Μικρά κανατάκια πράσινα μπροστά τους. Όταν μπήκαμε, ένας γάτος πήδηξε και διασκέλισε ήσυχα κάτου απ’ τα τραπέζια. Αριστερά, κεφαλή των τραπεζιών, κάτω απ’ την εικόνα του Ιησού. Τρεις βωμοί στο βάθος. Αριστερά μια Παναγιά, στο μέσον εικονοστάσι[…]», συμπληρώνοντας, έπειτα, συνεπαρμένος από το τοπίο: «Ο περίπατός μας ως εκεί. Καταχνιά. Τα κυπαρίσσια εχώριζαν. Οι γυμνές καστανιές. Οι κισσοί. Όλη η χορταριασμένη αυλή στην καταχνιά». «Στο Αγιορείτικο Ημερολόγιο «η μυστική συμβίωση με το Παν» είναι διάχυτη σε κάθε σελίδα. Υπερευαίσθητες, οι αισθήσεις σκιρτούν στο παραμικρό ερέθισμα: στη δροσιά του νερού, στη μυρωδιά του δεντρολίβανου, στους πιο διαφορετικούς ήχους (χαρούμενο σήμαντρο, σφυράκι του ηγούμενου, κόχυλας του ρώσικου μοναστηριού…). Το κάθε δέντρο, το κάθε φυτό, είναι μήνυμα: το έλατο, η λεύκα, το κυπαρίσσι, η βαλανιδιά, ο κισσός, ο άγριος μενεξές, η δάφνη…Βαθύτατο μουσικό κάλεσμα της ζωής, η τέλεια ταύτιση με τα στοιχεία, η πανθεϊστική έξαρση του ποιητή, είναι συναφής με την αρχαιολατρία του και τη χριστιανική του αντίληψη». «Έξελθε ψυχή και κρίνον κατ’ αξίαν». Miniature. Η ψυχή σα βρέφος βγαίνει από το στόμα. Άγγελος, με μία ορμή φτερούγας αντίστροφη, όλη δύναμη, την παίρνει απ’ τα δύο χέρια, μαζί πιασμένα απ’ το σφυγμό. Τριγύρω μοναχοί μαζεμένοι και φοβισμένοι βλέπουνε. Στο κεφάλι ένας σκύβει με δέος και προσοχή, λοξοβλέπει ο δεξιά μοναχός (ο πρώτος, οι άλλοι σφιγμένοι απάνω του)…

Κι η πέρδικα η κοκκινοπόδαρη στο βράχο απάνου λυγιστά επροβόδα.
Όλος ο νους μου ανάπνεε ρόδα
 [32].

Στα σχέδια τους ήταν να επισκευτούν τις Ινδίες, την Σοβιετική Ένωση και την Ιερουσαλήμ και να ιδρύσουν ένα πνευματικό «κοινόβιο». Ωστόσο, οι προσανατολισμοί της ζωής και του έργου τους αλλάζουν, με τον Σικελιανό να αφοσιώνεται στην Δελφική προσπάθεια. Οι ισχυρές προσωπικότητες και των δύο, ευνοούν την μεταξύ τους επικοινωνία, αλλά συνάμα επιφέρουν στην συνοδοιπορία τους, προστριβές. Τον Απρίλη του 1921, ο Σικελιανός ταξιδεύει στα Ιεροσόλυμα μόνος, -πραγματοποιώντας την επιθυμία του να γνωρίσει τους τόπους που περπάτησε και μαρτύρησε ο Ιησούς.

Κυριακή, Πάσχα 18 Απριλίου 1921

Χάραμα όνειρο. Λέω πως έσμιξα και πως μετάλλαξα μ´ ολόκληρη τη φύση και πως τώρα πια βαδίζω προς το μέγα Πλήρωμα. Πηγαίνω πάλι στο όρος των Ελαίων[…]«[32 *]

Το 1923, ο Καζαντζάκης έχοντας σχεδόν τελειώσει την «Ασκητική» του, αρχίζει να αισθάνεται απομακρυσμένος ως προς τον φίλο του, και σημειώνει στις «Επιστολές προς Γαλάτεια»: «Έγραψα στο Σικελιανό πως οι δρόμοι μας πια αλλάξανε»,  γράφει, και ψέγει τον τρόπο ζωής που διάγει ο Σικελιανός : «Σαν ψεύτικη, σαν ασύγχρονη μου φαίνεται η ζωή του [33]…».

Οι μελετητές του έργου του Καζαντζάκη, θα πουν πως ο «χωρισμός» αυτός, -που θα κρατήσει πάνω από είκοσι χρόνια-, έχει σαν λόγο τις ιδεολογικές τους διαφορές.

Η δεκαετία αυτή, είναι παραγωγική για την ποίηση του Σικελιανού. Μετά την παρουσίαση των πρώτων «Επινίκων» που συνέθεσε με αφορμή τους βαλκανικούς πολέμους, ακολούθησε ο «Πρόλογος στη Ζωή», πέντε συνθεσεις, -«Συνείδηση της γης μου», «Συνείδηση της φυλης μου», «Συνείδηση της γυναικας», «Συνειδηση της πιστης», «Συνείδηση της προσωπικης δημιουργίας»- σε τέσσερις τόμους, και τα «Λυρικά», -μετρικά παραδοσιακά ποιήματα-, που περιεχονται στον πρωτο τομο των απάντων του.

Ω άνθρωποι,

στην κορυφή της Πασχαλιάς

τ’ αηδόνι ακόμα τραγουδά,

και τραγουδά!

Κι ο κορυφαίος μες στο ναό του

ως άσπρος ταύρος,

στ’ άμφια μέσα τα χρυσά,

στην αιώνια χλόη,

στο πλάι τ’ ακοντιστή Αϊ-Γιώργη

οπού φρουμάζει τ’ άλογό του

στης Ανάστασης ορμώντας την αυγή,

μεράζοντας το αντίδωρο

ανασαίνει γαληνά!

Η πέμπτη «Συνείδηση», γράφτηκε ή ξαναδουλεύτηκε αργότερα, την χωρίζει μεγάλη χρονολογική απόσταση από τις προηγούμενες-, και τυπώθηκε ολόκληρη το 1946, στον δεύτερο τόμο του «Λυρικού βίου», μαζί με τις άλλες τέσσερις. Για την πέμπτη «Συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας», ο Γ.Π Σαββίδης, στην «Επιθεώρησις Ηώς», γράφει: «Η σύγκριση με τις τέσσερις προηγούμενες, με πείθει πως τούτη έμεινε μισοτελειωμένη [34]«.

Το 1917, ο θάνατος της αδελφής του Πηνελόπης, τον φέρνει πιο κοντά στη «αίσθηση» του θανάτου. Σ’ αυτή την ατμόσφαιρα θρήνου και απώλειας και με «πάτημα» τον δεκαπεντασύλλαβο του Κορνάρου και του Σολωμού-, γράφει το ποίημα «Μήτηρ Θεού» με την λεπτή του ποιητική έκφραση, -που αρχικά πρωτοδημοσιεύτηκε στα πέντε τεύχη του περιοδικού «Λόγος»· τον Μάη του 1917 ξεκίνησε η δημοσίευση του Β´ άσματος) [35]. Η φύση και η θρησκεία, ο θάνατος και ο κοσμικός έρωτας, τα οποία αποδίδονται με το σχήμα της μεταφοράς, αποτελούν τους κύριους άξονες του έργου. «Το ποίημα ανεπαίσθητα, μουσικά, περνά από τη ζεστασιά των αρχικών στίχων στην κεντρική ιδέα του θανάτου, ο πόνος της πεθαμένης αδερφής και η γλυκιά παρουσία της μάνας του Χριστού ενώνονται μυστικά και συμπυκνώνονται σε μια οργανική ενότητα», αναφέρει ο Λίνος Πολίτης [36].

Γράφει ο Σικελιανός [37]«[…]όσοι διαβάζοντας τους στίχους της Μήτηρ Θεού ως εδώ, εφαντάστηκαν πως εξυπηρετώ ένα ένστικτό μου εφήμερο, ευδαιμονικό, μια νάρκωση της θέλησής μου κι έδωσαν μιαν άβουλη «κατάνυξη» αφορμή τους, απατήθηκαν. Δεν αδικώ κανένα. Και για τούτο, μοιάζει να όφειλα δυο λόγια[…]».

 

Όπως αναφέρει ο Κ. Μπουρναζάκης [38], «[…]Σύμφωνα με αξιόπιστη μαρτυρία, η Μητέρα του Θεού γράφτηκε στα τέλη του 1916. Την άρχισε στο Μέγα Σπήλαιο, τη συνέχισε στην Μονή του Οσίου Λουκά της Βοιωτίας και την τέλειωσε στην Αθήνα».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη του Ερ. Γ. Καψωμένου με υπότιτλο  «Μήτηρ Θεού [39]: «Ο μηχανισμός της μυθοπλασίας, -ένα από τα διακριτικά γνωρίσματα της ποίησης του Σικελιανού-, είναι η ικανότητά του να ανιχνεύει το μέγιστο μέσα στο ελάχιστο, το καθολικό στο επιμέρους, το πνευματικό μέσα στο εμπειρικό, τον πολιτισμό μέσα στη φύση.

Ο Σικελιανός, γράφει ο Ερ. Γ. Καψωμένος, «κατ’ αντιδιαστολή προς το κυρίαρχο δυτικό πρότυπο, προτείνει και προβάλλει ως καταλύτη πολιτισμικής ανανέωσης ένα συγκροτημένο εναλλακτικό πρότυπο οικουμενικού πολιτισμού, ένα πρότυπο συμμετοχικού και ειρηνικού πολιτισμού, που βασίζεται στην ισορροπία φύσης-κουλτούρας, ατόμου-κοινωνίας, μυστικισμού-ορθολογισμού. Η δελφική οικουμενικότητα με τα σημερινά δεδομένα ίσως, να μην αποτελούσε ένα ουτοπικό σικελιανικό όραμα».

Η «Μήτηρ Θεού» κατά τον Κ.Θ Δημαρά [40], «μέσα στην απλή μορφή του ζευγαρωτού δεκαπεντασύλλαβου, δίνει την λύτρωση από τον θάνατο…Η μεγάλη έκταση που έχει το ποίημα αυτό, η οποία θα μπορούσε να ωθήσει στο τόσο φυσικό για τον Σικελιανό ξεχείλισμα του λόγου, δεν τον παρέσυρε· ο σφιχτοδεμένος στίχος, η λιτή μέσα στον πλούτο της φράση, ταιριάζουν με ακρίβεια στην υψηλή έμπνευση[…]», ενώ ο Ανδρέας Καραντώνης, σε άρθρο του στην «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» [41], έγραψε για το «Μήτηρ Θεού», πως «είναι το ασύγκριτο τεχνικό αριστούργημα του Σικελιανού, που μας δίνει κι όλας το μέτρο της λυρικής του εσωτερικής ευαισθησίας και της ψυχικής του μουσικότητας».

Το ίδιο διάστημα, συνθέτει και το έργο «Το Πάσχα των Ελλήνων», το οποίο παρουσιάζεται στο περιοδικό «Οι Νέοι». Στο «Πάσχα των Ελλήνων»σημειώνει και πάλι ο Δημαράς [42], «η ατομική εμπειρία του ποιητή, κυρίαρχη ακόμη στη «Μητέρα του Θεού», υποχωρεί εμπρός σε μια πιο αντικειμενική σύνθεση. Ο ενιαίος ελληνισμός, παίρνει ένα νόημα μυστικό και σμίγει με τον μύθο του ανθρώπου. Οι μορφές της θρησκείας, της ιστορίας και της μυθολογίας γίνονται σύμβολα καθολικά. Κι όπως ενώνει τις θρησκευτικές παραδόσεις σε μία, κι όπως εξαίρει το νόημα του ανθρώπου, έτσι ισορροπούν εδώ το επικό και το λυρικό στοιχείο, το μουσικό και το πλαστικό[…]».

Το έργο του αυτό, έμεινε ανολοκλήρωτο. Η μαρτυρία του ποιητή στον πρόλογο του «Λυρικού βίου», ίσως αποτελεί απάντηση σ´αυτό: «Αλλ´ η ποίηση μου, -καθαρή υπαρξιακή διαλεκτική, οργανική και άμεση επαλήθευση του πιο ενδόμυχου πνευματικού παλμού μου, ξένη απόλυτα προς κάθε ευφήμερη εξωτερική φιλοδοξία-, δεν μπορούσε βέβαια να υποταχθεί σε σχέδιο a priori οργανωμένο μιας οιασδήποτε προσπάθειας λογοτεχνικής…από την ώρα που η τριγύρω μου καθολική κινούμενη ιστορία, μ´ έκανε να στρέψω ολόκληρη την προσοχή μου -όχι έξω, αλλά στο κέντρο της ανένδοτης ροής των γεγονότων, που υπάκουαν σε συνθήματα εντελώς διασπαστικά[…]».

(Λευκάδα, Ιούνιος 1925. Ο ποιητής απαγγέλλει την «Ωδή στον Βαλαωρίτη»)

Το Πάσχα των Ελλήνων, αποτέλεσε την αφετηρία για τα ποιήματα που ακολούθησαν, και τα οποία συμπεριέλαβε στα «Ορφικά»,ποιήματα της δεύτερης σειράς των «Λυρικών», γραμμένα ανάμεσα στο 1927 και το 1942.

Αυτά τα ποιήματα, -που ο Σικελιανός έγραψε στον πυρετό της Δελφικής προσπάθειας και στα χρόνια του μεσοπολέμου-, ήταν η «πνευματική» του «πρόταση» στην ιστορική συγκυρία. Η ιδέα αυτή, που η υλοποίησή της υπήρξε ένας απ’ τους στόχους του πνευματικού του προσανατολισμού, δεν αποτελούσε την νοσταλγία ενός προσκυνητή του αρχαίου πνεύματος, αλλά έμπνευση ενός ανθρώπου, που μέσα από την γη και την παράδοση, οραματίστηκε την συνένωση όχι μόνο της φυλής του, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας με κέντρο τους Δελφούς, πιστεύοντας ότι το αρχαίο ελληνικό πνεύμα ήταν ικανό να επιφέρει την πνευματική και ηθική εξύψωση των ανθρώπων.

«Με την προσπάθεια των Δελφών, δοκίμασα να σκώσω τα μάτια του Ελληνικού λαού και μ´έναν τρόπο όλου του κόσμου, προς το πολικό της πλέριας πανελλήνιας αλλά και παγκόσμιας μόρφωσης αστέρι[…]».

Τον Μάιο του 1927, εγκαινιάστηκαν οι Δελφικές γιορτές με τον «Προμηθέα Δεσμώτη» σε μετάφραση του Ι. Γρυπάρη. Στον Αρχαιολογικό Χώρο των Δελφών, νέοι με αρχαιοπρεπή ενδύματα και αναμμένους πυρσούς στα χέρια παρατάσσονται στα σκαλιά που οδηγούν στο Αρχαίο Θέατρο. Θεατές με ψάθινα καπέλα συνωστίζονται στα σκαλιά, ο Α. Σικελιανός εκφωνεί λόγο στο κοινό. Στη συνέχεια η διδασκαλία της παράστασης του Αισχύλου «Προμηθέας Δεσμώτης», ξεκινά. Στο σκηνικό που αναπαριστά βράχο, ο Ήφαιστος καρφώνει τον Προμηθέα, τον οποίο συγκρατούν το Κράτος και η Βία. Ο χορός των Ωκεανίδων βγαίνει στη σκηνή, η Ιώ με μάσκα ανεβαίνει στο βράχο και απευθύνεται στον Προμηθέα· ακολουθούν και πάλι η είσοδος του χορού στη σκηνή…Το απόγευμα της δεύτερης ημέρας των εορτών νέοι με αρχαιοπρεπή ενδυμασία και πλήρη οπλισμό παρουσιάζουν επίδειξη πολεμικού χορού (πυρρίχιου) στο Αρχαίο Στάδιο των Δελφών. Ακολουθούν σκηνές από αγώνα δρόμου με τη συμμετοχή «οπλιτών» που κρατούν ασπίδες…[43].

Τις εκδηλώσεις παρακολούθησαν διανοούμενοι και δημοσιογράφοι απ’ όλα τα μέρη της γης, οι οποίοι εξέφρασαν διθυραμβικά σχόλια. Ανάμεσα σε αυτά όμως, υπήρχαν και αρκετά αρνητικά. Στον «Νουμά», παραλλήλισαν τον Σικελιανό με τον Μουσολίνι [44], εξ αφορμής μιας φράση της «Δελφικής Έκκλησης» [45]μέρος μιας σειράς αυτοτελών εκδόσεων σχετικά με τη Δελφική Ιδέα και τις εορτές-, η οποία μιλούσε για τη δημιουργία μιας νέας «δελφικής γενιάς», και στον «Ριζοσπάστη» έγραφαν πως «η προγονοπληξία ήταν ανέκαθεν λόξα της αστικής Ελλάδας…Η περιβόητη δελφική προσπάθεια δεν είναι παρά ένας παθολογικός μυστικισμός της αστικής τάξης που καταρρέει και ζητάει παρηγοριά στο ένδοξο παρελθόν [46]…».

Οι γιορτές είχαν απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να απονεμηθούν -μετά από εισήγηση του Παλαμά-, από την Ακαδημία Αθηνών, «εις το ζεύγος Άγγελου και Εύας Σικελιανού διά την γενναίαν προσπάθειαν προς ανασύστασιν των Δελφικών αγώνων», δύο αργυρά μετάλλια. [47]

Η Δελφική Έκκληση απευθύνεται σ’ αυτούς που αγγίζουν συνειδητά την ώριμη πνευματική τους ηλικία. «…Αληθινά, δεν πρόκειται πια να διεγείρουμε μέσα στον Άνθρωπο τις πρώιμες μέθες μιας οιασδήποτε εφηβότητας, ούτε στο πνεύμα του, ούτε στο κορμί του, δεν πρόκειται να τον ερεθίσουμε όπως ερεθίζουν τα κυνηγετικά ζώα προς λείες φανταστικές, ούτε ν’ αναρριπίσουμε μέσα του τις πλάνες ντροπιασμένων γερατειών.» [48]

«Ελάτε αδελφοί μου όλοι εν πνεύματι και βοηθήστε να οικοδομήσουμε μαζί αυτόν τον πρώτο μικρό ναό της Αναγέννησης του Ανθρώπου. Ελάτε και βάλτε άφοβα το πόδι σας μαζί μου, στο τραχύ αυτό μονοπάτι του Κρόνου…Βοηθήστε να απολυτρώσουμε την ανθρωπότητα…που από σκαλί σ´ άλλο σκαλί έχει χαμηλώσει το μυαλό της, χαμηλότερα απ´ όλων των ζώων και βοηθήστε με να την κάνουμε να ξαναποχτήσει τη μεγάλη μνήμη των Μουσών…Υπάκουσε μας, Δαίμονα! Και σήκωσε το έργο μας ολόαγνο κατά τη θέλησή μας[…]».

Για τις δεύτερες Δελφικές γιορτές, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Θ. Ξύδη [49], «οι Σικελιανοί ξόδεψαν τόσα χρήματα, όσα θα ήταν αρκετά για να αγοραστεί όλη η Αττική».

«[…]Είμαι το Γνώθι Σαυτόν, το Μηδέν Αγαν, είμαι η Χρυσή Τομή και η Τετρακτύς και ο ‘Ακμων, είμαι το προμήνυμα του νέου χορού του καθαρμού απάνω απο το πτώμα του φιδιού, που θρέψαν στη σπηλιά της γήινης ύλης, σκοτεινοί ληθαργημένοι αιώνες.

Περιμενω πια την πιο μεγάλη λύτρωσή μου. Θέλω να σαρώσω με μια υπέρτατη αντίσταση, ο,τι μάταιο κι ο,τι σάπιο, απο το χώμα. 

Μη μου κλείτε πια τα στήθη Σας, τη σκέψη Σας και την ακοή Σας. Ξεκινήστε. Εβγάτε να συναντηθούμε στην μεγάλην άπλα, που ό,τι τώρα στη φωνή μου Σας φαντάζει φοβερό, αυτού που βρίσκεστε κλεισμένοι, είναι το Μέλος και το Μέτρο και ο Ρυθμός, οπ’ ώχει πλάσει, ό,τι ανώτερο, γλυκύτερο κι αδρότερο στο λαό Σας και στους λαούς όλου του κόσμου.

Είμαι ο ποταμός της Φωτεινής Αγιότητας, που Σας καλεί να ξαναβαφτισθείτε, στα προαιώνια κρουσταλλένια νάματά του.

Βοηθήστε με, να σας βοηθήσω.

Δεν μ’ ακούτε; Ο βρυχηθμός μου έχει πια ωριμάσει μες στους αιώνες.

Μην αργείτε.

Ελάτε, ελάτε.

Ως πότε πια θα να σας κράζω;»

 

Μέχρι και το 1933, γίνονται απελπισμένες προσπάθειες για κρατική οικονομική ενίσχυση. Ο Σικελιανός, σε αλληλογραφία με τον Γάλλο ελληνιστή Mario Meunier, ενημερώνει σχετικά με τα σχέδια του και ζητά «βοήθεια»: «Να συγκεντρώσετε στην Ιδέα της ίδρυσης ενός Διεθνούς Πανεπιστημίου, όσο το δυνατόν περισσότερες γνώμες εκ μέρους ενός μεγάλου αριθμού Γάλλων συγγραφέων, καλλιτεχνών,επιστημόνων, να μου τις αποστείλετε…Το πανεπιστήμιο για το οποίο σας μίλησα την άλλη φορά…πρέπει να είναι μια εστία Αρείων ή Ορφικών αρχών, εμψυχωμένη εκ νέου από τη διερεύνηση του κλασικισμού[…][50]».

 

Για το «Δελφικό πανεπιστήμιο, ο ποιητής κάνει αναφορά [51] και στον «Πεζό Λόγο Β´: «Το Δελφικό πανεπιστήμιο θα ´θελα να χρησιμεύσει ως ένα πρώτο συγκεντρικό σημείο της φωτισμένης αφοσίωσης αυτής των Εκλεκτών στα πλήθη, στην οποία η πειθαρχία του πνεύματος θα υποστηρίζονταν διαρκώς απ´ τη λανθάνουσα αρμονία των καρδιών και από μιαν αδιάκοπη ανταλλαγή των αντιλήψεων μεταξύ των Εκλεκτών και των μαζών[…]».

Ο Νίκος Αιγηνίτης, (προϊστάμενος της «υπηρεσίας Διεθνούς Επικοινωνίας Σπουδαστών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» και γενικός γραμματέας της «Δελφικής Ένωσης»), προτείνει στην Εύα Πάλμερ, σε ένα γράμμα του με ημερομηνία «Athènes le 27 Φεβρουαρίου 1933», να προβάλει την Δελφική Ιδέα διεθνώς.

Όπως αναφέρει στο γράμμα:

«Ευγενεστάτην Κυρίαν

Ε. Α. Σικελιανού

Ενταύθα

Η καθ’ ημάς «υπηρεσία Διεθνούς Επικοινωνίας Σπουδαστών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων» (αρ. 7 Ν. 5334) επιθυμεί να γνωρίζη εν λεπτομέρεια το πρόγραμμα των καλλιτεχνικών παραστάσεων, αίτινες θέλουσι λάβουν χώραν ενταύθα. Το αξιόλογον αυτόν γεγονός θέλομεν ανακοινώσει εις πάσας τας οργανώσεις Σπουδαστών του κόσμου ως και εις τα αρμόδια γραφεία της Διεθνούς Ομοσπονδίας Σπουδαστών, μεθ’ ης η ημετέρα υπηρεσία ευρίσκεται εν στενή επαφή και φιλικοτέραις σχέσεις. Δεν παραλείπομεν να ανακοινώσωμεν υμίν ότι ιδρύσαμεν και «Ένωσιν Ελλήνων Σπουδαστών» δια τας μετά της αλλοδαπής σχέσεις έχει αναλάβει η καθ’ υμάς υπηρεσία. Συνημμένον πέμπομεν αντίγραφον σχετικής αποφάσεως προς πληροφορίαν. Εν τέλει παρακαλούμεν όπως επιτραπή ημίν να προτείνωμεν την ανάθεσιν της αντιπροσωπεύσεως της Δελφικής Ενώσεως παρά ταις Οργανώσεσι των Σπουδαστών του κόσμου εις την καθ’ ημάς υπηρεσίαν, ήτις και άλλοτε (κατά το εν Βουκουρέστιον συνελθέν συνέδριον της Δ.Σ.Σ.) επιφορτίσθη να διασώση την Δελφικήν Ιδέαν τοις σπουδασταίς και διανοούμενοις εν γένει. Εν αναμονή υμετέρας απαντήσεως, ην ελπίζομεν ευνοϊκήν.

Διατελούμε μετά βαθυτάτου σεβασμού και ειλικρινούς προς το υμέτερον Έργον αφοσιώσεως.

Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας.-

Αιγηνίτης

Γενικός Γραμματευς της Δελφ. Ενώσεως».

 

 

(Το γράμμα βρίσκεται στο Αρχείο Εύας Σικελιανού στο Μουσείο Μπενάκη). [52]

Tο 1932 ο Σικελιανός, επηρασμένος ακόμα απ’ το θέατρο, έγραψε και σκηνοθέτησε, με την συνεργασία της Εύα Πάλμερ, τον «Διθύραμβο του Ρόδου», την πρώτη από τις τραγωδίες του. Ο ίδιος την θεωρεί, -όπως αναφέρει στην «Θυμέλη»-, «ως απαρχή μιας τελειωμένης δημιουργικής εργασίας, ένα ξεκίνημα απλής αλλά ατράνταχτης πίστης [53][…]».

Αναφέρει ο Γιώργος Πράτσικας [54]«: «Όταν έγραφε στα 1932 τον διθύραμβο του Ρόδου, συνεπαρμένος απ´ τη φλόγα που τον θέρμαινε, τέλειωσε το έργο σε μία εβδομάδα…Ήταν η πρώτη φορά καθώς μου ´λεγε, που δοκίμαζε αυτό το είδος του ποιητικού λόγου με περιεχόμενο αποκλειστικά λυρικό…Ο «Διθύραμβος» πρωτοπαίχτηκε 24 Απρίλη 1933, στους δυτικούς πρόποδες του Φιλοπάππου , κοντά στην αρχαία Κοίλη οδό, όπου τότε είχαν ξεχυθεί χιλιάδες κόσμου για να παρακολουθήσουν την νέα προσπάθεια του ποιητή[…]».

(Επιστολή του ποιητη στον Πράτσικα, σχετική με το έργο)

 

Ο Σικελιανός πίστευε πως η τραγωδία, αποτελεί «την ύψιστη των ηρωικών κοινωνικοπνευματικών λειτουργιών, την υπέρτατη μορφή κοινωνικοπνευματικού Οργίου». Καταθέτει κάποιους από τους στοχασμούς του στο περιοδικό «Νέα Εστία»:

«Δεν το κρύβω», έλεγε, «ολότελα πως λογαριάζω τον εαυτό μου ανάμεσα σε κείνους που πιστεύουν πως η Τραγωδία θα ξαναγεννηθεί, και πως η νέα τούτη γέννα της -αν, όπως ξέρουμε, όποια γέννα είναι αιματηρή-, δεν είναι δυνατό παρά να αναδυθεί μες απ´ το περισσότερο αίμα που να χύθηκε ποτέ στην ιστορία. Άλλο το ζήτημα αν θα βγει με τον χιτώνα της αλυμμένο μες σ´ αυτό, σαν τους χιτώνες των Αγίων στην Αποκάλυψη[…][55]».

Τα χρόνια μετά το 1935 ο Σικελιανός, δοκιμασμένος από την διάψευση των δελφικών του οραμάτων, γράφει μια σειρά από ποιήματα, -που στα «Άπαντά» του, αποτελούν το τον τόμο «Λυρικά Β΄»-, τα οποία έχουν μια πιο εξομολογητική διάθεση.

«Η κριτική για το ουτοπικό όραμα του Σικελιανού, καταρρίφθηκε από την επικαιρότητα που πήραν τις επόμενες δεκαετίες τα γραπτά του», έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος [56]. «Ο Σικελιανός, συγκρότησε ένα όραμα για τον κόσμο, που μόνο οι κοντόφθαλμοι και ανιστόρητοι του καιρού του το καταδίκασαν ως ουτοπικό. Όπως οι μεγάλοι ποιητές, έβλεπε πιο πέρα από τα πήλινα πόδια της εποχής του. Βιώνοντας με πάθος το παρόν, ανακάλυπτε τις βαθιές ρίζες του και ανακαλούσε τις ζωντανές δυνάμεις του λαού του, να αναλάβουν την ευθύνη του μέλλοντος. Η σύνθεση που πρότεινε, ούτε ουτοπία ήταν, ούτε ποιητικό σχήμα[…]».

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία

του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,

δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα

με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,

μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου

του κόσμου, τωρινού και περασμένου,

μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου

του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα

δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες

ο φόρος της ψυχής…

Έγραψε και η Εύα Σικελιανού σχετικά με το «προφητικό όραμα» του Σικελιανού: «Ο Σικελιανός δεν ένιωθε τον εαυτό του μόνο στην προαίσθηση του για τις συμφορές όπου βυθίζονταν ο κόσμος. Η διαπεραντική του διαίσθηση, του αποκάλυψε και άλλα προφητικά πνεύματα σ´άλλες χώρες, που πρόβλεπαν επίσης πόλεμο στον πόλεμο, καταστροφή στην καταστροφή κάθε μια πιο φοβερή και πιο απέραντη απ´ την άλλη, και τούτο όξυνε την αναζήτησή του για μιαν αληθινή έξοδο από το μακρό καθαρτήριο που ήξερε πως απειλούσε τον κόσμο [57][…]».

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει…»

μα «αν είν’ η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως…

μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,

τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός…»

νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,

νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!…

Το ποίημα «Γιατί βαθιά μου εδόξασα», γράφτηκε στις 27 Αυγούστου 1937. Η ποιητική «αδελφοποίηση» του Σικελιανού με τον θάνατο, γίνεται σε μια καίρια στιγμή της ζωής του, -καθώς στα μέσα του μήνα Σεπτέμβρη, ο ποιητής αντιμετωπίζει ένα καρδιακό επεισόδιο.

Την ίδια χρονιά, η Εύα Πάλμερ έφυγε στην Αμερική για να βρει χρηματοδότες για την συνέχιση των Δελφικών γιορτών, αλλά τελικά έμεινε μόνιμα εκεί για την υπόλοιπη ζωή της, συνεχίζοντας την δράση της ως σκηνοθέτης, χορογράφος και δασκάλα θεάτρου. Ο Σικελιανός, θα αφοσιωθεί στην ποίηση και στη νέα σύζυγό του, την Άννα Καραμάνου, που γνώρισε ένα χρόνο μετά.

Γράφει στην Εύα Πάλμερ τον Μάρτη του 1939:

«Τέλος Μάρτη 1939, Αθήνα

Ζωή και λατρεία όλης μου της ζωής, Ιβάκι!

Ευτυχώς ακόμη που το Ιβάκι γνωρίζει λίγο το πρόσωπο για το οποίο πρόκειται. Είναι η κ. Άννα Καραμάνη που είχες συναντήσει τέσσερις-πέντε φορές στο σπιτάκι στα Πατήσια. Εγώ δεν την είχα καν ιδεί τότε, αλλά θυμάμαι πως κάποια στιγμή, μιλώντας μου για την επιθυμία σου να περάσεις ένα καλοκαίρι στο Πήλιο, μου μίλησες δι αυτήν με λίγα λόγια τρυφερά. Από τότε δεν άκουσα τίποτε κι από κανέναν ως την ημέρα που δέχτηκα αιφνίδια την επίσκεψη της Χάρης που μ’ έκανε ένα πλάσμα θαυματουργά αναγεννημένο. Πολύ αργότερα έμαθα για τα μονοπάτια της ζωής της, μονοπάτια μικρά και πραγματικά μοναχικά κι απομακρυσμένα απ’ τους κοινούς δρόμους, και μεταξύ άλλων (τόσο θαυμαστά και λεπτά, όπως τα νεύρα και οι φλέβες του σώματός της) την πραγματική ευλάβεια που είχε για σένα, ανάβοντας το καντήλι του σπιτιού της στο βουνό μόνο μπροστά σε δυο εικόνες, της Παναγίας και της δικής σου [58][…]». 

 

«Οι παρακάτου σελίδες γραφήκανε το χειμώνα του 1938 για να χρησιμέψουν σαν εισαγωγή στη μελετώμενη έκδοση του ως τότε συντελεσμένου λυρικού μου έργου, σε έξη τόμους με το γενικό τίτλο «Λυρικός Βίος». Στο μεταξύ οι εκδοτικές συνθήκες δεν ευνοήσανε αυτό το τύπωμα, που κανείς σήμερα δεν ξέρει πότε θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Επειδή όμως οι σελίδες τούτες (στη μορφή που πρωτογράφηκαν) παραμένουν σαν ένας γενικότερος προσανατολισμός στην ουσία του Λυρισμού, κι ανταποκρίνονται για μένα πάντα στο αίτημα μιας πλατιάς κατοπινής ανάπτυξης της Ποιητικής μου, για το λόγο αυτό νομίζω πως μπορώ να τις προσφέρω […] σήμερα, και σ’ όσους ξέρουν κάπως την πορεία της ποίησής μου και σ’ αυτούς που την αγνοούνε, σαν κεφάλαιο που, αν και οργανικά αλληλένδετο με το έργο μου, είναι άλλο τόσο στην πνευματική του ουσία απρόσωπο και γενικά «ανθρωπολογικό[…]».

Α. Σ. [1942] [59]

 

Τα «Γράμματα στην Άννα», είναι ο τίτλος του βιβλίου που εκδόθηκε το 1980 (από τις εκδόσεις «Ίκαρος»), και περιλαμβάνει τις ερωτικές επιστολές του ποιητή προς την δεύτερη σύζυγό του.

Στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου, η Άννα Σικελιανού γράφει: «Πολλά, πάρα πολλά χρόνια στερήθηκα αυτά τα γράμματα, γιατί όταν τ’ άγγιζα… με καίγανε σαν αναμμένα κάρβουνα. Κάλλιο να μένανε εκεί στα κατάβαθα φυλαγμένα και μόνο η μνήμη μου να διαλέγει τα πιο τρυφερά, τα πιο καυτερά, πότε να με φωτίζουν και πότε να με παρηγορούν. Τρελές σκέψεις, τραγικοί δισταγμοί, η ωριμότητά μου και η δύσκολη ζωή μου πολεμήσανε για την τύχη τους. Να την πάρω μαζί μου αυτή τη μυστική περιουσία ή να την αφήσω για πατήματα και σ’ άλλους, να βρούνε το δρόμο το χαμένο; Θα δεχτούν οι άνθρωποι να φτερουγίσουν μαζί τους ή θα προτιμήσουν τον πεζόδρομο[…]Γυρίσαμε στην Αθήνα και στήσαμε το «σπίτι μας» στο διαμέρισμα της οδού Πάνου Αραβαντινού 1, όπου ζήσαμε όλα μας τα χρόνια[…]Μόλις τελειώσαμε την εγκατάσταση του σπιτιού, ξαναγυρίσαμε στο νησί μας με το γλαυκό φως. Αν ήξερα να ζωγραφίζω, σ’ αυτή τη γωνιά θε να τοποθετούσα τον παράδεισο[…]Όσο βαριά και να κοιμάται ο Άγγελος, στην παραμικρή μου κίνηση ξυπνάει και είναι έτοιμος για τη ζωή, να πει χίλια χάδια, να σηκωθεί να βγούμε στα χωράφια, ν’ απαγγείλει, να φάει, να γελάσει, να θυμηθεί τι του έγραφα ή τι μου έγραφε, κι εγώ σχεδόν λαχανιασμένη και σαν μέσα σ’ όνειρο να προσπαθώ να τον προλάβω σ’ αυτόν τον καλπασμό! Πηγαίνομε ως το Μουσείο του Άργους, για να μου δείξει το τρυφερό μαρμάρινο κεφαλάκι ενός παιδιού, κι άλλη φορά ως το θέατρο της Επιδαύρου. Στέκει στη μέση της ορχήστρας και μου απαγγέλλει· δεν είναι ψέμα ή ονειροφαντασία αν πω πως η παρουσία του και η φωνή του γεμίζουν το θέατρο από πλήθος και συγκίνηση… Αυτό θα το δω χίλιες φορές στη ζωή μας, ν’ αλλάζει με την παρουσία του ένα τοπίο ή ένα φτωχόσπιτο και να σε μεταφέρει σ’ άλλα μάκρη ή σ’ ένα χώρο αλλοτινού κόσμου[…]Ήρθε ο καιρός να ετοιμαστούμε για το γάμο μας. Τέλειωσαν οι διατυπώσεις, τα χαρτιά, οι αποφάσεις. Ο Άγγελος θέλει να γίνουν όλα με τη μεγαλύτερη επιμέλεια κι επισημότητα για το μυστήριο που περιμέναμε τόσον καιρό… Κι όταν τελειώσαμε τις ετοιμασίες, αποτραβηχτήκαμε για λίγες μέρες περισυλλογής στο νησί μας. Γυρίσαμε το Σάββατο στην Αθήνα με καθαρά μάτια και καθάρια την ακοή από σιωπή και συγκέντρωση. Την Κυριακή μεταλάβαμε στο εκκλησάκι της Πλάκας που ’χε τη εικόνα της Αγίας Άννας… Και τη Δευτέρα τ’ απόγεμα 17 Ιουνίου 1940, ημέρα του Αγίου Πνεύματος, φορέσαμε τα νυφικά μας και πήραμε το δρόμο που ’χει «σημάδι του ιερό την Ελευσίνα». Μπήκαμε στον αρχαιολογικό χώρο, λίγο πριν πέσει η νύχτα, κι όχι δεν ήταν όνειρο η «θεία ετούτη μέρα»[…]Διαβήκαμε το δρομάκι ανάμεσα «σ’ ορατά κι αόρατα», και φτάσαμε στο εκκλησάκι της Παναγίτσας που βρίσκεται πάνω στο λόφο. Ο παπάς έδειξε έναν μικρό βωμό ακριβώς έξω από το εκκλησάκι κι είπε στον Άγγελο πως αυτή ήταν η «Αγέλαστη Πέτρα», όπου κάθισε η Δήμητρα να συλλογιστεί την κόρη της. Άλλο δεν ήθελε ν’ ακούσει ο Άγγελος, να γεφυρώσει τη ζωή μας με τ’ αόρατα, κι ο γάμος μας δεν έγινε στο εκκλησάκι μέσα, παρά στο βωμό της Δήμητρας. Είχε νυχτώσει πια και μόνο το φεγγάρι μεσούρανα κι οι λαμπάδες που τις κρατούσαμε μόνοι μας, με τρεμάμενη τη φλόγα τους και την καρδιά μας, φωτίζανε το μυστήριο. Και μπροστά στο θάνατο μπορώ να το πω: Δεν έγινε ποτέ ωραιότερος γάμος![…]».

«Σάββατο, 16.4.1938, Αθήνα

Άννα μου!

Η ζωή μου όλη έχει κριθεί. Δεν Σου την έδωσα. Σου δόθηκε απ’ την πρώτην ώρα μ’ όλες της τις ρίζες… 

Άννα, η ζωή μου έχει κριθεί. Να ξέρω μόνο πως τη θέλεις, πως μπορεί να μπει ποτιστική κι ακοίμητη στο περιβόλι της ψυχής Σου!…»

«2.7.1939, Αθήνα

Είσαι δική μου, είμαι Δικός Σου! Αυτό μονάχα με γεμίζει, αυτό μονάχα με στυλώνει, αυτό μονάχα με κρατάει στη γη! Οι ρίζες τού είναι μας είναι μπλεγμένες κάτω από το χώμα κι ολοένα μπλέκονται και σμίγουνε κι αναζητιώνται και τυλίγονται και πιάνονται κι ένας χυμός μονάχα ανηφορίζει βουίζοντας στις φλέβες μας…»

«24.2.1946, Φανερωμένη της Σαλαμίνας

Πνοή και ζωή μου μοναχή!

Το ξέρεις πως εδώ όλα είν’ Εσύ, κι η γη κι η θάλασσα και τα βουνά κι ο αέρας, όλα…, όλα, ζωή και όνειρο είσ’ Εσύ! Μα η Παρουσία είν’ ακόμα τόσο πιο βαθιά σε τούτη τη σιωπή, που δεν μπορεί να τη μετρήσει ο λόγος. Είν’ ακόμα πιο βαθιά και πιο βαθιά. Τη νύχτα ονειρευόμουνα πως μου φυτρώσανε φτερά στους ώμους και πετούσα ελεύθερα από πάνω από τη θάλασσα, σα γλάρος, να ’ρθω να Σε βρω…[60]».

 

Απ’ το 1940 έως και το 1951, ο Σικελιανός αναζητάει μια ποίηση που θα ξανατοποθετήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του σύμπαντος, και από την άλλη, -συγκλονισμένος από τα γεγονότα της δεκαετίας αυτής-, προσπαθεί εναγωνίως να την εντάξει στο στρατόπεδο της ελευθερίας-δικαιοσύνης.

Όχι πια λόγια,

όχι τα μάταια, τα τριμμένα λόγια του Έπους!

Με τη λόγχη Σας μόνο,

με τη λόγχη Σας και με την ψυχή Σας,

με τη λόγχη Σας και με την ψυχή μας,

γυμνές και τις δυο,

ας ορμήσουμε χέρι με χέρι πιασμένοι,

στον υπέρτατο αντρίκιο χορό μας,

για την Έφοδο του Ύψους!

Γράφει ο Ελύτης για τον ποιητή: […]χωρίς να παραλείψουμε την περίπτωση του Άγγελου Σικελιανού, που χάρη σε μια ιδιοσυγκρασία ισχυρότατη, ετοίμαζε πλούσιες εκπλήξεις και προεκτάσεις[…][61]

Νά, Σας το ‘δωσα τ’ όνομα!

Μάταια τώρα, τα λόγια είναι τ’ άλλα!

Φτάνουν πια,

Φτάνουν πια δω και μπρος, τ’ άλλα λόγια, αδερφοί μου,

τα τριμμένα, τα μάταια τα λόγια, όποιου Έπους!

Σημειώνει η Ρίτσα-Φράγκου-Κικίλια: «Ερευνώντας στο Αρχείο Αγγελου Σικελιανού του Μουσείου Μπενάκη έπιασα στα χέρια μου ένα τετράδιο 130 σελίδων…το εξώφυλλο του οποίου έφερε την εγγραφή «κατάταξη της ύλης του έργου / Τ.Κ.Σ.»…βρισκόμουν μπροστά στο προσχέδιο ενός μεγαλόπνοου πεζού έργου…Η βασική πρόθεση του ποιητή, υπήρξε να επαναλάβει για μια φορά ακόμη, πως ο μοναδικός τρόπος για να ξαναβρεί η ανθρωπότητα τον «πρώτο της εαυτό»…Για τον Σικελιανό, «κατορθωμένο Σώμα» σημαίνει τον άνθρωπο τον μυημένο στα μυστήρια της Σκέψης και της Πράξης· εκείνον που διαθέτει ένα σώμα «εσωτερικό», ανοιχτό στα μηνύματα των καιρών, κυρίως των μελλοντικών. Το «Κατορθωμένο Σώμα», για πρώτη φορά δημοσιεύεται στην ποιητική αυτοανθολογία του Σικελιανού, «Αντίδωρο», το 1943[…]». [62]

Το έτος 1943, τυπώνεται και η τραγωδία του «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη». Ο Σικελιανός ισχυρίζεται, πως είχε έτοιμες δυο τραγωδίες με τον Δαίδαλο, γιατί γράφει στον Πέτρο Χάρη: «[…]Αγαπητέ Χάρη…με τον τίτλο «Δαίδαλος», έχω γραμμένες δυο μου τραγωδίες, τον «Δαίδαλο στην Κρήτη» που τυπώνω αυτή την ώρα και τον «Δαίδαλο στην Σικελία» που θα τυπωθεί έπειτ´ από λίγο. Οι τραγωδίες αυτές, αυτοτελείς, συνέχονται όμως μεταξύ τους άρρηκτα, και για τον λόγο αυτό, όταν θα παιχτούνε, θα παιχτούν σε δύο απογεύματα, η μία μετά την άλλη. Ο μύθος τους, βαθύτατος κι απλούστατος μαζί, όπως κάθε αιώνιος μύθος, είμαι βέβαιος οτι βρίσκεται στο ομαδικό υποσυνείδητο, και είναι έτοιμος να προβληθεί λυτρωτικά στο επίπεδο της Αιώνιας Μνήμης, που ´ναι η τέχνη για όλες τις ανθρώπινες ψυχές. Καμιά φορά ένα «τίποτα», ειν´ αρκετό να τον ξυπνήσει μέσα τους. Αλλ´ασφαλώς αυτό το «Τίποτα», ειν´ ολόκληρη η ευθύνη του ποιητή[…]».[63]

Στην τραγωδία του «Δαιδάλου στην Κρήτη», ο Δαίδαλος αντιπροσωπεύει το πνεύμα στην καθαρότητά του και την σύγκρουσή του με την βία, η οποία ολοένα συνεχίζεται μέσα στην Ιστορία.

Δηλώνει ο Θ. Ξύδης: «Εάν υπάρχει ποιητής στην νεότερη Ελλάδα που αναζωογόνησε στην ποίηση του τον αρχαίο μύθο, αυτός είναι ο Σικελιανός…Τον μύθο ο Σικελιανός τον είδε σαν έναν τρόπο εκφράσεως ψυχικού περιεχομένου. Με τον μύθο επιδιώκει κάθε φορά να καταστήσει έμψυχο το άψυχο [64][…]».

Nυχτιές αφέγγαρες, θερμό που με γεμίσατε αίμα,

και πλούσιο, μαντικό

το πνέμα μου στεριώσατε ― αλύγιστο ένα ρέμα,

βαθύ, πολεμικό ―

 

και στην ψυχή μού θρέψατε τους στοχασμούς, ως θρέφει

σε θεία κληματαριά

η αδρή απονύχτερη δροσιά τσαμπιά τρανά σα βρέφη,

πανώρια και βαριά!

Βλέποντας ο Σικελιανός τον φασισμό να απλώνει στην Ευρώπη, ενώνει την ποίησή του με τον απελευθερωτικό αγώνα, εκφωνεί στο ραδιόφωνο το «εμβατήριο» του, και το 1941 εντάσσεται στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, -βοηθώντας στην προπαγάνδισή του με πέντε χειρόγραφα ποιήματα, με τίτλο «Ακριτικά», -τα οποία κυκλοφορούν παράνομα σε εκατό αντίτυπα-, δημοσιεύοντας παράλληλα σε έντυπα του απελευθερωτικού αγώνα, -όπως στην εφημερίδα «Ελευθερία»-,  και άλλα ποιήματα για το «Νέο Εικοσιένα» -όπως ό ίδιος αποκαλεί το ΕΑΜ.

Στις 28 Φεβρουαρίου 1943. Η εφημερίδα «Καθημερινή», αναγγέλλει το πένθιμο γεγονός:

«Απέθανε χθες την πρωίαν ο ποιητής Κωστής Παλαμάς…Η κηδεία θα γίνη σήμερον Κυριακήν και ώρα 11 π.μ εκ του Ιερού Ναού του Α ‘ Νεκροταφείου. (Στην φωτογραφία, ο Άγγελος Σικελιανός ρίχνει λουλούδια στον τάφο του. Δίπλα του διακρίνεται η Μαρίκα Κοτοπούλη. Παρόντες, οι Γιώργος Θεοτοκάς, Ηλίας Βενέζης,  Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Κατσίμπαλης και άλλοι).

«Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα», είπε ο Σικελιανός.

 

 

Γράφει ο Λουντέμης στον «Εξάγγελο» του: «[…]Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα. Πώς το ‘μαθαν; Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα; Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης; Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια…Ο Λ α ό ς!

Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη. Είναι αδύνατο -και τώρα- να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί[…] [65]«.

Ο Γιώργος Ντέμας, φοιτητής τότε, περιγράφει στον συντάκτη Γιώργο Μανιάτη: «…Όλο κρατιέμαι και όλο σπρώχνω. Η νεκρώσιμη ακολουθία έχει αρχίσει. Σπρώχνω να μπω στην εκκλησία. Μπαίνω. Σπρώχνω να περάσω μπροστά. Λέω και ψέματα, πως ο νεκρός είναι συγγενής μου. Σπρώχνω. Χοροστατεί ο Δαμασκηνός. Τελειώνει. Φτάνω μπροστά…Για μια στιγμή δεν ακούγεται τίποτα. Και τότε ακούγεται ο Σικελιανός. Βγαίνει μπροστά και πάνω απ’ τον νεκρό απαγγέλλει βροντές»:

Ηχήστε οι σάλπιγγες…

Καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα

Βόγγα, Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές,

στης Λευτεριάς ξεδιπλωθήτε στον αέρα!

«Η βροντώδικη φωνή ραγίζει, θαρρείς, τους τοίχους. Και τις καρδιές. Φλάμπουρα, νομίζω, ξεπετάγονται από παντού. Οι ανάσες κρατιούνται. Τα δόντια σφίγγονται. Και οι γροθιές σφίγγονται. Οι «προσκυνημένοι» κάνουν σύσταση να μη συνεχιστεί το κακό…Και το βουητό έγινε ανάταση. Δεν ξέρω, μου φαίνεται πως είμαι ο Σπάρτακος. Μου φαίνεται πως θα ριχτώ πάνω στους λύκους και πάνω στους προδότες. Όλοι νομίζουμε έτσι. Όλοι στέκουμε άφωνοι, ανταριασμένοι. Με την αντάρα στα μάτια γυρίζει κι ο Σικελιανός σ’ εμάς:-Ελάτε δω, σεις οι νέοι, οι φοιτητές, φωνάζει. Σε σας ανήκει, εσείς να τον πάτε. Όταν τελείωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, ο Σπύρος Μελάς, ο Άγγελος Σικελιανός και νέα παιδιά σήκωσαν το φέρετρο και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο της ταφής. Την ώρα που θα εναπόθεταν το φέρετρο μέσα στη γη, πλησίασε ο αντιπρόσωπος του κατακτητή να καταθέσει στεφάνι. Τότε ο λογοτέχνης Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο: «Σε γνωρίζω από την κόψη…». Ακολούθησε το συγκεντρωμένο πλήθος, «πρώτα δειλά» –περιγράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος–, ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε «Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος»· αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε «Ζήτω η Ελευθερία»[…] [66]«.

 

Ο ποιητής έβγαζε εμψυχωτικούς λόγους σε πολλές εκδηλώσεις, απήγγειλε στο Ηρώδειο τον Αύγουστο του 1944, τον αντάρτη «Αστραπόγιαννό» του, και έκανε μια ομιλία με θέμα «Προς μια αποφασιστική πνευματική στροφή». Ο σκοπός του Σικελιανού, έμεινε ίδιος στα χρόνια του Εμφυλίου.

Στο επίγραμμά του, με τίτλο «25 Μάρτη 1821-25 Μάρτη 1946», έγραφε:

Του αγώνα μας πρωτόφλεβα, καρδιά του Εικοσιένα,/ για να σε χαιρετίσουνε ορθό είναι σηκωμένοι/ γυναίκες, γέροντες,/ παιδιά κ’ εγώ στη σύναξή τους/ για βιαστικό αντροκάλεσμα, για σημερινό σημάδι[…]

Δεν είναι τούτο πάλεμα σε μαρμαρένια αλώνια/ εκεί να στέκει ο Διγενής και μπρος να στέκει ο Χάρος/ Εδώ σηκώνετ’ όλ’ η γη με τους αποθαμένους/ και με τον ίδιο θάνατο πατάει το θάνατό της.

Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα.
Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ τον κόσμο!
Τι, ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι α, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες το αίμα! […]

[…] Ομπρός, οι δημιουργοί!… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στηλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!

Καταθέτει ο Μίκης Θεοδωράκης για το «πνευματικό εμβατήριο»: «Ήταν Χριστούγεννα και η γυναίκα μου μαζί με τα παιδιά έφυγαν για την Αθήνα κι έμεινα μόνος – απομονώθηκα γιατί έγραφα το «Εμβατήριο».Έξω είχε ενάμισι μέτρο χιόνι. Κάποιος καλός χωρικός εκεί, ο Λάμπρος Μπιτούνης, μου έφερνε με την άδεια της Χωροφυλακής σούπα και φαγητό. Οι φρουροί απ’ έξω κρύωναν και φώναζαν «Κύριε Μίκη, δεν θα βγείτε για βόλτα;»· λέω «γράφω μουσική». Τελικά, σε μια άγρια καταιγίδα μπήκαν κι αυτοί μέσα…λέω «παιδιά, φάτε, πιείτε, αλλά αφήστε με να τελειώσω. Έγραφα λοιπόν το «Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα». Το συνέθετα, έβαζα τις συγχορδίες, το τραγουδούσα στο πιάνο…κάποια στιγμή σηκωθήκανε κι άρχισαν να τραγουδούν κι αυτοί μαζί μου…Κι όπως ήμασταν έτσι κόκκινοι, γεμάτοι τσίπουρο, πάμε στο καφενείο…Μόλις μπαίνουμε μέσα, ένας χωροφύλακας -καλή του ώρα- άρχισε να λέει: «Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω απ’ την Ελλάδα». Του λέω «τρελάθηκες;» λέει «πάμε σπίτι όλοι, να σας παίξει ο Μίκης το καινούργιο του τραγούδι». Κι όπως είμαστε, ξαναπήγαμε σπίτι απάνω, κι έτσι έγινε η πρώτη συναυλία του έργου με ακροατήριο τους φρουρούς μου…
Εκεί πάνω φρουροί και φρουρούμενοι ήταν ένα πράγμα[…]». [67]

Συγκλονισμένος από τις ενδοαντιστασιακές συγκρούσεις, αισθάνεται ότι μπορεί να προσφέρει με τον ποιητικό του λόγο, και γράφει τον Δεκέμβριο του 1943, το ποίημα «Το μήνυμά της», όπου αναπαριστά την Ελλάδα, σα μια γρια μάννα που θρηνεί για τα παιδιά της, τα οποιος σκοτώνονται μεταξύ τους και ζητά την συμφιλίωση. Το ποίημα του Σικελιανού δημοσιεύτηκε τιμητικά στο κέντρο της πρώτης σελίδας των «Καλλιτεχνικών Νέων». [68]

Αχ, πώς το πάθαν τούτο τα παιδιά μας;
Αδέρφια να σκοτώνουνε τ αδέρφια!…
Τα παιδιά μου να σφάζουν τα παιδιά μου!
Μήνυμα απλό σας στέλνω,
από το στόμα της αιώνιας Μάννας,
που τη λέμε Ελλάδα…
Μήνυμα απλό Σας γράφω,
από τα σπλάχνα της αιώνιας Μάννας,
που τη λέμε Ελλάδα…
Μήνυμα απλό Σας κράζω,
από τα βάθη του πόνου της,
αδέρφια της Ελλάδας…
Σώνει η σφαγή, που τυραννάει τη Μάννα!
Σώνει η σφαγή τη Μάννα μας που σφάζει!
Κι αχ, ακούστε με, αδέρφια της Ελλάδας!

                       

Το ποίημα αυτό, προκάλεσε κάποιες αντιδράσεις. Για «Το μήνυμά της», ο υπολοχαγός του ΕΛΑΣ Δημήτριος Κρέμος, στο βιβλίο του «Το ημερολόγιο ενός Ελασίτη», έγραψε: «Δυστυχώς, δεν είναι μόνο ο απλός κόσμος που δεν κατάλαβε, κατά βάθος, το νόημα του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα του ΕΑΜ…Με το ποίημα του αυτό ο Σικελιανός, συμπαραστάθηκε στη βρετανική και τη γερμανική αντικομμουνιστική προπαγάνδα, και, έμμεσα, χτύπησε τον αγώνα του λαού, ενάντια στους κατακτητές και τους συνεργάτες[…]».[69]

Το 1944, κυκλοφόρησε και η Σίβυλλα, (παρότι γράφτηκε το 1940), και είναι αφιερωμένη στην Άννα Σικελιανού. «Της Άννας Σικελιανού, που παραστάθηκε άγρυπνη στη γένεση της τραγωδίας αυτής», γράφει στην πρωμετοπιδα ο ποιητής.

 

 

Κεντρικό πρόσωπο του έργου, είναι η Δελφική αρχιέρεια και μάντισσα. Το έργο είναι συμβολικό, και γράφτηκε έπειτα από μελέτη Ελλήνων και Λατίνων αρχαίων συγγραφέων, του Πλούταρχου, του Παυσανία, του Δίωνα, του Κάσσιου, του Λουκιανού, του Σένεκα και άλλων. [70]

Έγραψε για το έργο ο τύπος της εποχής:

Ο Παντελής Πρεβελάκης, αναφέρει ένα περιστατικό από την φιλική τους σχέση: «Ένα πρωί που ο Σικελιανός με επισκέφτηκε στο σπίτι μου, μου διηγήθηκε τ’ ονειρό του της περασμένης νύχτας, όπου είχε δει δυο άλογα, «το μαυροχήτη Αρίωνα και τον ξανθό Δημογοργόνα», να τριποδίζουν στο δρόμο της Ελευσίνας. Το όνειρο δεν είχε ακόμα μετουσιωθεί σε ποίημα. Χωρίς να πω λέξη, πήρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα βιβλίο και του έδειξα το Δυο άλογα του Giorgio de Chirico, το ένα μαύρο, το άλλο λευκό, που βαδίζουν με αναμαλλιασμένες χαίτες στην Ιερά Οδό, με φόντο την Ακρόπολη των Αθηνών…».

«…Ο Σικελιανός έμεινε μια στιγμή άναυδος. «Πώς είναι δυνατό; Αυτά ακριβώς τα άλογα είδα στ’ ονειρό μου!». Όπως είναι γνωστό, το ποίημα «Αττικό», που γεννήθηκε υπό αυτές τις περιστάσεις μου έκαμε την τιμή να μου το αφιερώσει [71][…]».

Στα δυο μας τ´ άλογα, αδερφέ,

το μαυροχήτη Αρίωνα

και τον ξανθό Δημογοργόνα, πα στη στάλα του αθάνατου μεσημεριού,

στης Ελευσίνας τριποδίζαμε το δρόμο, κουβεντιάζοντας αργά,

σα δυο παλιοί ιερείς των Αθηναίων, καβάλα[…]

 

(Το εξώφυλλο της έκδοσης των Ακριτικών το 1944, που ακολούθησε την χειρόγραφη κυκλοφορία του 1942 στην Αθήνα. Η χειρόγραφη έκδοση στο Κάιρο, κυκλοφόρησε με αυτόγραφο πρόλογο του Γ. Σεφέρη).

Το 1945 θα είναι υποψήφιος με τον Νίκο Καζαντζάκη για την Ακαδημία Αθηνών και το 1946 θα προταθεί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, (όπως και ο Καζαντζάκης), με πρωτοβουλία σημαντικών προσωπικοτήτων των «ξένων» γραμμάτων, του Πολ Ελιάρ, του Αντρέ Ζιντ, του Χένρι Μίλερ, του Ευγένιου Ο’ Νηλ και άλλων.

Ο Καζαντζάκης ζήτησε από τον Σικελιανό «να θελήσει να ενωθούν τα ονόματά τους αναπόσπαστα, γιατί, στην αγάπη, ένα πράμα, μοιραζόμενο, διπλασιάζεται. Και η τιμή για την Ελλάδα θα ‘ταν διπλή». [72]

Η υποψηφιότητά του θα υπονομευθεί από την τότε κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, που με διάβημά του στην Σουηδική Κυβέρνηση, προειδοποίησε πως «η βράβευση του Σικελιανού, θ’ αποτελέσει βράβευση της αριστεράς παρατάξεως στην Ελλάδα».[73]

Οι αντιδράσεις όμως για τη συνυποψηφιότητα Καζαντζάκη-Σικελιανού ήταν πολλές. Χαρακτηριστικό είναι το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «Εστίας», με τίτλο «Μια Διεθνής Απάτη» (31 Αυγούστου 1946).
«Οι δύο ποιηταί του ΕΑΜ –αφού εισέπρατταν επί έτη τα γερμανικά επιδόματα των προδοτικών κυβερνήσεων Τσολάκογλου και Ράλλη- εσκέφθησαν ότι καλόν θα ήτο να εκμεταλλευθούν και την εν τω εξωτερικώ δόξαν της εθνικόφρονος Ελλάδος από τα δύο ιστορικά της «Όχι».
Υπέβαλαν, λοιπόν υποψηφιότητα εις την Στοκχόλμην δια…το βραβείον Νόμπελ! Και ο μεν κύριος Σικελιανός, τον οποίον ο ελληνικός λαός, -εξαιρέσει μικρού κύκλου ιδιωτικών φίλων-, αγνοεί ως ποιητήν ή συγγραφέα και γνωρίζει μόνον ως ακατανόητον…μυστηριογράφον, εφρόντισε να περισυλλέξει τας υπογραφάς των Γάλλων λογοτεχνών, τους οποίους είχε φιλοξενήσει, δαπάναις της δόλιας Ελλάδος, όταν παρίστανε τον Απόλλωνα εις τους Δελφούς…». [74]

Ο Σικελιανός, μεταξύ 1945 και 1947, γράφει το έργο «Ο θάνατος του Διγενή. Στο προλογικό του σημείωμα ο ποιητής αναφέρει: «[…]Η μυθική μορφή του Διγενή, δεν πήρε όλη της τη σημασία για με, παρά μονάχα όταν έπειτα από το διάβασμα όλων των γνωστών ως το 1942 κειμένων, η μονογραφία του Βέλγου βυζαντινολόγου Henri Gregoire…μου την εφώτισε ως την κορυφαία μορφή[…]».[75]

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, στην απόπειρα ανάγνωσης του έργου αυτού, αναγνωρίζει μόνο τα εξωτερικά γνωρίσματα της δομής της αρχαίας τραγωδίας, ενώ τονίζει πως λείπει η «ύβρις», η οποία έχει αντικατασταθεί από το «σκάνδαλο». «Ο θάνατος του Διγενή», χαρακτηρίζεται από τον ίδιο ως «ηθολογία», ως μια «moralite», ως η «αναπαράσταση του αγώνα ενός μάρτυρα του πανανθρώπινου μαρτυρολογίου». [76]

K’ έπειτα γίνηκε σιωπή. 

Kανείς δεν είχε τι να πει…

Mα ακούονταν σιγανές λαλιές,

σα να τιτίβιζαν φωλιές

μέσ’ από δάση…

 

(Ο θάνατος του Διγενή, ραδιοφωνικό θέατρο)

Mα ο Mιχαήλ, πού ‘χε καρδιά 

σαν τα λιοντάρια ή τα παιδιά,

χρόνο το χρόνο,

σε κάποια λόγια δολερά

πίστη χαρίζει και φτερά,

και το μισό του δίνει θρόνο…

Kι ως ρώταγαν πολλοί «σε ποιον;»

παίρναν απάντηση κρυφή:

«Στο δολοφόνο!» 

 

 

Ο Χριστός στην Ρώμη τυπώνεται το 1946. Αναφέρει η μελετήτρια του έργου του Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια: «Η σημαντικότερη και πιο δημιουργική συμβολή του Σικελιανού στον Χριστιανισμό…

Επίσης, τελείως εξαιρετικά για τον Σικελιανό, ετούτη η τραγωδία, δεν έχει ατομικό πρωταγωνιστή». [77]

 

Η τραγωδία διαδραματίζεται τον 1ου αιώνα μ.Χ., λίγα χρόνια μετά την σταύρωση του Χριστού και σ´ εκείνο το χρονικό σημείο, όπου η πυρκαγιά του Νέρωνα καίει εκ θεμελίων την πόλη. Στο έργο αυτό ο Σικελιανός εξυμνεί τον βασανισμένο λαό, τον οποίο στηρίζει ο Χριστός, -ως ένα πρόσωπο που έχει μέριμνα του τους αδύναμους-. Κατά τον πεζογράφο Πέτρο Χάρη, «ο προφητικός και υψηλός τόνος της τραγωδίας υπάρχει εκ παραλλήλου με την ανθρώπινη θερμοκρασία, με την ανθρώπινη πίστη κι αγωνιστικότητα». [78]

15 του Ιούλη του 1946, ο Σικελιανός υπέστη μια μικρή αιμάτωση. Έγραφε σχετικά στην Εύα Πάλμερ: «Ένα βράδυ, στην πλατεία Συντάγματος έπεσα άπνοος μπροστά σε κάποιο καφενείο. Η Άννα ήταν μαζί μου. Με έφεραν με ταξί στο σπίτι. Ένα γάγγλιο, στο κάτω μέρος της παρεγκεφαλίδας, το οποίο συνδέεται με τα νεύρα της αριστερής πλευράς (χέρι, στήθος, κοιλιά και, κυρίως, πόδι) υπέστη κάποια μικρή αιμάτωση[…] [79]».

Ο Σικελιανός γνώριζε και είχε αποδεχτεί πως η υγεία του είναι εύθραυστη. Στην πρώτη του ομιλία που είχε δώσει για τον Παλαμά, -στην αίθουσα του «Παρνασσού» στις 3 Απριλίου 1936, είχε πει:

«[…]Η ασθένεια είναι το κέντρισμα προς μιαν ανώτερη συνολική ισορρόπηση της έννοιας και της αίσθησης της ζωής. Είναι οι κνησμοί και οι αγωνίες και τα οιδήματα, είναι οι φλογεροί ιδρώτες και τα ρίγη που, κατά τον απόλογο του Πλάτωνα, προηγούνται απ’ το ξεφύτρωμα των ζωντανών και αυθεντικών φτερών στους ώμους της ψυχής[…] [80]», γιατί ήθελε να βλέπει την αρρώστια του ως μία κρίση αναγέννησης και ανάτασης. Ο Σεφέρης, θυμόταν μια επίσκεψή του στο νοσοκομείο, μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο. «Είδα το μαύρο, ήταν απόλυτα ωραίο», του είπε ο Σικελιανός [81].

(Επτά σχεδόν χρόνια μετά την κήρυξη του πολέμου του 1940, έπαυσε επίσημα η Ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων. Το Φεβρουάριο του 1947 υπογράφηκε στο Παρίσι η συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Ιταλίας και των συμμάχων. Η Ελλάδα επικύρωσε τη συνθήκη και ήταν πλέον δυνατή η πολυπόθητη ενσωμάτωση του Αιγαιοπελαγίτικου συμπλέγματος στη «μητέρα πατρίδα «. Η ελληνική Βουλή ψήφισε το σχετικό νόμο  με τη συμβολική ημερομηνία 28 Οκτωβρίου 1947. Η ένωση ήταν γεγονός. Από το 1945 πληθαίνουν τα συνέδρια και οι διασκέψεις που συγκεντρώνουν ιθύνοντες, διανοητές, επιστήμονες και φιλοσόφους που συζητούν το κοινό μέλλον των ευρωπαίων πολιτών.

Στο Montreux της Ελβετίας, από τις 27 μέχρι 31 Aυγούστου 1947, οι οπαδοί της ομοσπονδιακής ευρωπαϊκής ιδέας (Union européenne des fédéralistes (UEF)) υποστηρίζουν την ανάγκη δημιουργίας μιας ομοσπονδιακής ευρωπαϊκής κυβέρνησης. Ανάμεσά τους ο Άγγελος Σικελιανός προτείνει την υιοθέτηση της ελληνικής ως πανευρωπαϊκής γλώσσας. Δεν γνωρίζουμε εάν ο καταβεβλημένος ποιητής παρακολούθησε τις εργασίες και αυτού του συνεδρίου.

Μία καρτ ποσταλ από το αρχείο Σικελιανού ( ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ) μαρτυρεί την παρουσία του ποιητή στη Γενεύη λίγες μέρες πριν από την έναρξη των δύο διαδοχικών συνεδρίων. Η ημερομηνία είναι 17 Αυγούστου 1947 ενώ παραλήπτες της κάρτας είναι ο κύριος και η κυρία Χρήστου Ευελπίδη στην οδό Πλουτάρχου στην Αθήνα).

Η τραγωδία «Ασκληπιός «, που περιέχεται στον γ´ τόμο της «Θυμέλης», έμεινε ανολοκλήρωτη. Ο Γ. Π Σαββίδης, υπενθυμίζει:»…ο Σικελιανός πέθανε ενώ αγωνιζόταν να τελειώσει τον «Ασκληπιό» [82]. «Ο πρόλογος στην ημιτελή αυτή τραγωδία, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Νέα Εστία», τα Χριστούγεννα του 1952.

[83]

Στις 4 Ιούνη του 1951, από λάθος της οικιακής βοηθού του, αντί για το φάρμακό του λαμβάνει απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Ο Σικελιανός έφυγε πικραμένος από την επίσημη μετεμφυλιακή Ελλάδα, στις 19 Ιούνη του 1951. «Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε [84][…]», θα δηλώσει ο Νίκος Καζαντζάκης μετά τον θάνατό του.

Ο Σεφέρης τον αποκάλεσε «Άρχοντα της λαλιάς μας», ενώ ο Παλαμάς τον θεωρούσε περισσότερο φιλόσοφο παρά ποιητή. «Διονυσιακός», «ερωτικός», «λυρικός», «ελληνολάτρης», «θιασώτης», «ιεραπόστολος μιας θρησκευτικής ιδεολογίας». Πίσω από την παραδοσιακή ποιητική, μέσα από τα σύμβολα του αρχαίου και του λαϊκού πολιτισμού, του χριστιανικού και του ανατολικού, υπήρξε όλα αυτά αλλά κυρίως υπήρξε «ανθρωποκεντρικός». Με έναν ανθρωπολατρευτικό ψυχισμό, που του αποκαλύφθηκε από την Ελληνική φιλοσοφία και τον μετουσιώσε καλλιτεχνικά.

 

Το 1976, ο Μενέλαος Λουντέμης εκδίδει το βιβλίο «Ο Εξάγγελος (Α. Σικελιανός)», από τις εκδόσεις Δωρικός, έργο αφιερωμένο στον ποιητή. Ο τίτλος του έργου, δείχνει την άποψη που είχε ο Λουντέμης για τον Σικελιανό, -τον θεωρούσε πνευματικό άνθρωπο που είχε αναλάβει να διαφωτίζει το κοινωνικό σύνολο για όσα εκείνο δεν μπορούσε να δει-, γι ´αυτό και του απέδωσε την ιδιότητα του συγκεκριμένου προσώπου, αυτού, που στην αρχαία τραγωδία ανακοίνωνε στους θεατές όσα φριχτά είχαν συμβεί. Γράφει ο Λουντεμης: «[…]Ήταν θεός; Ήταν άνθρωπος; Πού να το ξέρεις…Δεν έκανε κανένα θάμα. Για άνθρωπος, ωστόσο, του ‘πεφτε κάπως λίγο. Δεν έκανε καμιάν ασκήμια. Ήταν Ποιητής. Αυτό τα λέει όλα. Πάντως, για την σκιαγραφία του, δεν πρόκειται να δανειστώ ξένες γνώμες, ούτε ν’ ανατρέξω σε ξένα ερανίσματα. Ο Άγγελος Σικελιανός θα ζήσει μέσα σ’ αυτές τις σελίδες όσο έζησε και στη ζωή του. Μνήμη του είναι η μνήμη μου. Να γιατί με τόσον πόνο -και με τόσην ευλάβεια- αρχίζω τούτο το γραφτό. Όχι έργο, όχι βιογραφία, μα μια κατάθεση ψυχής, ένα ευλαβικό αφιέρωμα σ’ έναν που ήρθε σ’ εμάς περπατώντας πάνω απ’ τις κορφές, και κατόπι χάθηκε μες τους αστερισμούς των μεγάλων προγόνων του Στίχου [85][…]».

 

Xαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.

Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε

τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία,

μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι

της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,

που γέρνει πια, με θείαν αταραξία! 

 (Ο ποιητής με την σύζυγό του Άννα, κατά την επίσκεψή τους στην Αιξωνή του Πικιώνη)

 

Ο Πρεβελάκης, σε παλαιότερο κείμενό του (κατά την έκτη επέτειο του θανάτου του ποιητή), έγραψε: «Οι αυριανοί θιασώτες της ποιησής του, θα σκύψουν δίχως άλλο πάνω στις προσωπογραφίες του, και θ’ αναζητήσουν το συναίσθημα του θαυμασμού που εμείς δοκιμάζαμε όταν τον αντικρίζαμε. Αυτό το υψηλό καθαρό μέτωπο, -που τον κάνει να μοιάζει τον Προφήτη Ιωήλ του Μιχαηλάγγελου-, θα υποβάλλει πάντα την ιδέα της μεγαλοφυϊας. Ο τρόπος που κρατούσε το κεφάλι του πάνω στο στιβαρό του λαιμό. Το ιερατικό του παράστημα. Το χαμόγελο που αποτυπώθηκε στη νεκρική προσωπίδα του – όλα αυτά θα μαρτυρούν συναίσθημα, εκείνο που θα τον ξαναφέρει ανάμεσά τους με όλο τον παλμό της ζωής, οι μεταγενέστεροι θα έχουν να το αναζητήσουν μέσα στην ίδια την ποίησή του: στην έξαρσή της, στη μεγαλοδωρία της, ακόμα και στην αναπνοή που απαιτεί η εκφώνησή της [86][…]».

 

Ένα μονάχα μένει Δαίδαλε…Να νοιώθεις

τη δυναμή Σου, όπως ετούτη τη σφραγίδα,

βαθιά να μπαίνει μες στη σάρκα των πραγμάτων.

 

«Τέτοιοι άνθρωποι, δεν ξαναγίνονται, κύριε [87]…»


 

 Παραπομπές:

[1]Αφιέρωμα στον ποιητή σε σκηνοθεσία Μαίρης Ρ. Κουτσουρή,αρχείο ΕΡΤ

Γεράσιμος Γρηγόρης «Η Λευκάδα και ο Σικελιανός»-Αιτωλικά Γράμματα 1 (1960-61) 228-231, Πνευματική Κύπρος, 1961

[2]Αλέξανδρος Τζεφεράκος-Το φαινόμενο της «Προσωπίδας»

[3]Αλαφροΐσκιωτος-Λυρικός Βίος Α ‘,εκδ. Ίκαρος, 1965

[4]Robert Levesque-Τα παιδικά χρόνια του Σικελιανού,μεταφ. Ανδρέας Ανδρεόπουλος, Νέα Εστία τεύχος 611

[5]Κέντρο Ελληνικής γλώσσας-ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα

[6]Αφιέρωμα στον Άγγελο Σικελιανό,αρχείο ΕΡΤ

[7]Η φύση και η αποστολή του λυρισμού-ανακοίνωση και παρουσίαση Ρίτσας Φράγκου-Κικίλια, Νέα Εστία, τεύχος 1281

[8]Ανέκδοτα ποιήματα και γράμματα, Επιμέλεια-παρουσίαση Βιβέτ Τσαρλαμπά-Κακλαμάνη,εκδ. Εστία, 1981

Επίσης, ο ποιητής μαρτυρά για τα πρώτα ποιήματα, σε συνέντευξη στην Α. Καραβία στην εφημερίδα Αθηναΐκα Νέα, 22/11/1934

[9]Μιχάλης Ροδάς-Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος και η Νέα Σκηνή,περιοδικό Εστία, τεύχος 379,380

[10]Εθνικό κέντρο βιβλίου

[11]Μαρία Τσούτσουρα-Η αισθητική του Χορού από τον 19ο αιώνα στις Δελφικές γιορτές-Θέματα λογοτεχνίας-τεύχος 18-21, 2001

[12]Αρχείο ΕΡΤ

[13]Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

[14]Πρεβελάκης Π-Άγγελος Σικελιανός, τρία κεφάλαια βιογραφίας κι ένας πρόλογος, εκδ. ΜΙΕΤ, 1984

[15]Λίνος Πολίτης-Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας-εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., 1995

[16]Λυρικός βίος Α ‘, επιμέλεια Σαββίδης Π. Γιώργος, εκδ. Ίκαρος, 2008

[17]Στέφανος Ροζάνης-ερμηνευτικές σημειώσεις,Η σιωπή του Κένταυρου:μια ανάγνωση του Αλαφροΐσκιωτου-Ελληνικά Γράμματα, 1997

[18]Γιάννης Μηλιάδης-Αυτός και η φύση-περιοδικό Νέα Εστία τεύχος 617, 1952

[19]Κώστας Στεργιόπουλος-Μια ματιά στη ζωή και την ποίηση του Σικελιανού. Περιδιαβάζοντας, τ. Α΄. Από τον Κάλβο στον Παπατσώνη, Κέδρος, Αθήνα 1982

[20]Ντοκιμαντέρ, αρχείο ΕΡΤ

[21]Κ. Αθ. Παπαγεωργίου-Άγγελος Σικελιανός. Εύα Palmer-Σικελιανού. Δελφικές Εορτές. Ειδικόν αφιέρωμα της επιθεωρήσεως ΗΩΣ. Δεύτερη έκδ., εκδόσεις Παπαδήμας, Αθήνα 1982

[22]Άγγελος Σικελιανός-Γράμματα στην Εύα Πάλμερ Σικελιανού, επιμ. Κώστας Μπουρναζάκης, εκδ. Ίκαρος, 2008

[23]Κλέων Παράσχος, Νέα Εστία, τεύχος 196

[24]Απόσπασμα από το έργο «Δυο κείμενα του 1984 του Τάσου Κατσή (1903-1987) με τις αναμνήσεις των ψαράδων για τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού στο νησάκι του Άι Νικόλα (1902-1910)», της Βιβέτ Τσαρλαμπά-Κακαλμάνη. Είναι δημοσιευμένο στο: «Επετηρίς Τόμος ΙΒ 2009-2011» της Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2013.

[25]Κύρηγμα ηρωισμού-Σικελιανός Άγγελος, επιμ. Κώστας Μπουρναζάκης, εκδ. Ίκαρος, 2004

[26]Αφιέρωμα στον Σικελιανό, αρχείο ΕΡΤ

[27]Εφημερίδα «Καθημερινή», 6/7/1997

[28]Ελένη Καζαντζάκη-Ο ασυμβίβαστος-επιμ. Π. Σταύρου-εκδ. Καζαντζάκη, 1998

[29]Νίκος Καζαντζάκης-Αναφορά στον Γκρέκο-επιμ. Ν. Μαθιουδάκης-πρόλ. Νίκη Σταύρου-εκδ. Καζαντζάκη, 2014

[30]Αναδημοσίευση από «Κιβωτός της Ορθοδοξίας»

[31] Ι.Μ. Χατζηφώτης-Το προσκύνημα στον Άθω του Σικελιανού και του Καζαντζάκη,(σαράντα μέρες του 1914), εκδ. Ίρις

[32]Άγγελου Σικελιανού-το Αγιορείτικο Ημερολόγιο,εισαγωγή-φιλολογική επιμέλεια Ιωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζιου, Ακαδημία Αθηνών, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1988.

[32 *]Ιερουσαλήμ-Ανέκδοτο ημερολόγιο Απρίλιος-Μάιος 1921, επιμ. σχόλια Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, εκδ. «Ελληνικά γράμματα», 2001

[33]Επιστολές προς Γαλάτεια-Νίκου Καζαντζάκη, προλ. Έλλη Ἀλεξίου, β έκδοση, εκδ. Δίφρος, Αναδημοσίευση από Cretablog

[34]Βιβλιογραφικά στον Σικελιανό-Επιθεώρησις Ηώς,αφιέρωμα Εύας Σικελιανού,1966

στο περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 46

[35]Κώστας Μπουρναζάκης-Χρονογραφία Άγγελου Σικελιανού, εκδ. Ίκαρος, 2006

[36]Λίνος Πολίτης-Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. ΜΙΕΤ, 9 ´ έκδοση, 1998

[37]Περιοδικό ο «Λόγος», αρ. 3, Νοέμβριος 1917 (από Κ. Μπορναζάκη, περ. Διαβαζω 424)

[38]Κώστας Μπουρναζάκης, για το «Μήτηρ θεού» στο αφιέρωμα για τον ποιητή στο περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 424

[39]Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος-εισαγωγή στην ποίηση του Σικελιανού,Επιλογή Κριτικών Κειμένων, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

μελέτη του Ερ. Γ. Καψωμένου-Μήτηρ Θεού,Ο μηχανισμός της μυθοπλασίας, 1993

[40]Κ.Θ Δημαράς-Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Γνώση, 9 ‘ έκδοση, 2000

[41]Ανδρέας Καραντώνης-Αγγλοελληνική επιθεώρηση, Λυρικός Βίος τόμος Γ ‘, Νοέμβρης-Δεκέμβρης, 1947

[42]Κ.Θ. Δημαράς-Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας-Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας-9 ‘ έκδοση, εκδ. Γνώση, 2000

[43]Αρχείο ΕΡΤ για τις Δελφικές γιορτές

[44]Περιοδικό Νουμάς, Ιούνιος 1930, (αναπαραγωγή πληροφορίας από aroma Lefkadas)

[45]Άγγελος Σικελιανός-Δελφική Έκκληση 1930, Πεζός Λόγος, τόμος Β΄ (Δελφικά Κείμενα 1921-1951), φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης,εκδ. Ίκαρος, 1980

[46]Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 5/5/1930 (αναπαραγωγή πληροφορίας από aroma Lefkadas)

[47]Αναδημοσίευση από theatrowordpress

[48]Πεζός Λόγος Β ‘, 228 (Δελφική έκκληση 1930), από ΙΑΕΝ (Ιστορικό αρχείο νεολαίας)

[49]Αναφορά Ρίτσας Φράγκου-Κικίλια στο τεύχος 46 του περιοδικού «Διαβάζω»

[50]Σικελιανός Γράμματα τ. Α (1902-1930),επιμ. Κ. Μπουρναζάκης-εκδ. Ίκαρος, 2000

[51]Πεζός λόγος, τόμος Β ‘ επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης, εκδ. Ίκαρος, (α έκδοση), 1980

[52]Αναδημοσίευση από kostastsiambaos.blogspot, Το Δελφικό κέντρο του Άγγελου Σικελιανού

[53]Θυμέλη, επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης, εκδ. Ίκαρος

[54]Γιώργος Πράτσικας-Ο Σικελιανός πάντα ζωντανός, Νέα Εστία, τεύχος 624

[55]Στοχασμοί Σικελιανού γύρω από την ιδέα της αναγέννησης της τραγωδίας, Νέα Εστία, τεύχος 374,378

[56]Κώστας Γεωργουσόπουλος-εφημερίδα «Το βήμα», 3/9/1981

[57]Νέα Εστία, τεύχος 443

[58]Αναπαραγωγή από lolanaenaallo.blogspot

[59]Λυρικός Βίος Α ‘, επιμ. Γιώργος Π. Σαββίδης, Ίκαρος, 2008

[60]Γράμματα στην Άννα, Άγγελου Σικελιανού, πρόλογος Άννα Σικελιανού, εκδ. Ίκαρος 2009

[61]Οδυσσέας Ελύτης-Ανοιχτά χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, 1982

[62]Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια,Το κατορθωμένο σώμα (ένα ακατόρθωτο βιβλίο του Άγγελου Σικελιανού), δημοσίευση εφημερίδα «Το βήμα», 24/6/2001

[63]Νέα Εστία τεύχος 392

[64]Θεόδωρος Ξύδης-Ο Σικελιανός και ο αρχαίος μύθος, Νέα Εστία τεύχος 611

[65]Μενέλαος Λουντέμης-Εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός), εκδ. Δωρικός, 1990

[66]Αναπαραγωγή από το ιστολόγιο «Οι Λαμπράκηδες»

[67]εκπομπή «Εστιν ουν» του Ηλία Μαλανδρή, στο κανάλι Seven X, τον Δεκέμβρη του 1996/ από άρθρο του Βασίλη Αγγελικόπουλου στην εφημερίδα «Καθημερινή»

[68]Περιοδικό «Καλλιτεχνικά νέα», 18/12/1943, τεύχος 28

[69]Δημήτρης Π. Κρέμος-Χρονικό 1941-1944, το ημερολόγιο ενός Ελασίτη-εκδ. Παρασκήνιο, 2001

[70]Θυμέλη τόμος Β ‘, επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδης, εκδ. Ίκαρος

[71]Παντελής Πρεβελάκης-Άγγελος Σικελιανός-Τρία κεφάλαια βιογραφίας κι ένας πρόλογος: Ο Αλαφροΐσκιωτος,Το Αγιορείτικο ημερολόγιο,Το χρονικό της φιλίας Καζαντζάκη-Σικελιανού-εκδ. ΜΙΕΤ, 1990

[72] Από γράμμα του προς τον Παντελή Πρεβελάκη, 18.7.1946./ Αναπαραγωγή από «το βήμα», δημοσίευση 15/10/2000

[73]»Εις μνήμην Άγγελου Σικελιανού», Αναπαραγωγή από το ιστολόγιο aromalefkadas

[74]Αναπαραγωγή από «Πρώτο Θέμα» 7/10/2017

[75]Θυμέλη Γ ‘

[76]Αναπαραγωγή από παραπομπή άρθρου Ρίτσας φράγκου-Κικίλια στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 46

[77]Όπως 76

[78]Πέτρος Χάρης-Οι τραγωδίες του Άγγελου Σικελιανού, περ. Νέα Εστία, τ. 127, τχ. 1503, 15 Φεβρουαρίου 1990, Wikipedia

[79]Αναπαραγωγή από το άρθρο του Δ. Χουλιαράκη, εφημερίδα «Το βήμα», δημοσίευση 6/7/2008

[80]Όπως 71, αναπαραγωγή από asikelianosblogspot

[81]Αναπαραγωγή από άρθρο του Κώστα Μαρδά στο ιστολόγιο NOOZ, 15/3/2016

[82]Πληροφορία από το περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 46

[83]Πρόλογος του Σικελιανού για την τραγωδία του Ασκληπιού, την οποία είχε παραχωρήσει ο διεύθυντης του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών κ. Οκτάβιος Μερλιέ, στο περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 611

[84]Αναπαραγωγή από άρθρο στο Cretalive, 19/6/2017

[85]Όπως παραπομπή 65

[86]Αναπαραγωγή από το ιστολόγιο asikelianosblogspot

[87]Άγις Θέρος, Νέα Εστία, τεύχος 624

 

Πηγές-Βοηθήματα:

  • Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος-Αναζητώντας τον χαμένο ευρωπαϊκό πολιτισμό-εκδ. Πατάκη, 2002 •Βαλέτας Γ.Μ.-Σικελιανός Άγγελος, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 21-εκδ. Πυρσός, 1933 •Αυγέρης Μάρκος-Ο Σικελιανός,Κριτική μελέτη-εκδ. Ίκαρος, 1957 •Ανέκδοτα ποιήματα και πεζά-επιμ. Βιβέτ Τσαρλαμπά-Κακλαμάνη-εκδ. Εστία, 1989 •Γ.Π.Σαββίδης-Λυχνοστάτες για τον Σικελιανό-επιμ. Αθ. Βογιατζόγλου-εκδ. Ερμής, 2003 •Σικελιανός 1884-1951-επιμ. Γερ. Γρηγόρης-επανέκδοση Εταιρείας Λευκαδίτικων μελετών, 1981 •Άγγελος Σικελιανός-Το Αγιορείτικο ημερολόγιο-επιμ. Ι. Χάντζου-Κωνσταντουλάκη-εκδ. Ίδρυμα Ουράνη, 1988•Λίνος Πολίτης-Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας-εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ., 1995 •Σικελιανός Γράμματα τ. Α (1902-1930), τ. Β (1931-1951)-επιμ. Κ. Μπουρναζάκης-εκδ. Ίκαρος, 2000 •Άγγελος Σικελιανός-Γράμματα στην Άννα,πρόλ. Άννα Σικελιανού-εκδ. Ίκαρος, 1980 •Κ.Θ. Δημαράς-Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας-Από τις πρώτες ρίζες ως την εποχή μας-εκδ. Γνώση •Γράμματα στην Εύα Πάλμερ Σικελιανού-επιμ. Κώστας Μπουρναζάκης-εκδ. Ίκαρος, 2008 •Ανέκδοτα ποιήματα και γράμματα-επιμ. Βιβέτ Τσαρλαμπά-Κακλαμάνη-εκδ. Εστία, 1981 •Λία Παπαδάκη-Το εφηβικό πρότυπο και η Δελφική προσπάθεια του Σικελιανού-Γενική γραμματεία Νέας Γενιάς, 1995 •Εύα Πάλμερ Σικελιανού-Ιερός πανικός-επιμ. John Anton-εκδ. Εξάντας, 1992 •Μήτηρ Θεού-επιμ. Σπύρου Βασιλείου-εκδ. Άλφα, 1944 •Ο Χριστός στη Ρώμη-επιμ. Σπ. Βασιλείου, Α. Τάσσος-εκδ. Τα νέα βιβλία, 1946 •Εισαγωγή στην ποίηση του Σικελιανού-επιμ. Ερατοσθ. Καψωμένος-εκδ. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2011 •Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης-Το προσκύνημα στον Άθω του Σικελιανού και του Καζαντζάκη,Σαράντα μέρες του 1914-εκδ. ΙΡΙΣ, 1997 •Νίκος Καζαντζάκης-Αναφορά στον Γκρέκο-επιμ. Ν. Μαθιουδάκης-πρόλ. Νίκη Σταύρου-εκδ. Καζαντζάκη, 2014 •Καζαντζάκης-Σικελιανός-το χρονικό μιας φιλίας-Νέα Εστία, 15 Αυγούστου 1983 •Παντελής Πρεβελάκης-Άγγελος Σικελιανός-Τρία κεφάλαια βιογραφίας κι ένας πρόλογος: Ο Αλαφροΐσκιωτος,Το Αγιορείτικο ημερολόγιο,Το χρονικό της φιλίας Καζαντζάκη-Σικελιανού-εκδ. ΜΙΕΤ, 1990 •Άννα Σικελιανού-Η ζωή μου με τον Άγγελο-εκδ. Εστία, 1985 •Φράγκου-Κικίλια Ρίτσα-Ξαναδιαβάζοντας τον Άγγελο Σικελιανό-περιοδικό Διαβάζω τεύχος 46, 1981 •Κώστας Μπουρναζάκης-Χρονογραφία Άγγελου Σικελιανού-εκδ. Ίκαρος, 2006 •ΠΟ.Θ.Ε.Γ-κριτικά κείμενα •Βικιπαίδεια •Η πύλη για την ελληνική γλώσσα •Καψωμένος Γ. Ερατοσθένης-Άγγελου Σικελιανού Μήτηρ θεού,Ο μηχανισμός της μυθοπλασίας,περ. Πόρφυρας66 (Κέρκυρα), 6-10/1993 •Άγις Θέρος-Τα λυρικά του Σικελιανού-εκδ. Πυρσός, 1935 •Κέντρο νεοελληνικών ερευνών Ε.Ι.Ε •ΕΡΤ αρχείο-Ντοκιμαντέρ για τον Άγγελο Σικελιανό,σκην. Μ. Ρ. Κουτσουρή •ΕΡΤ αρχείο-Ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρρά σε κείμενο του Κ. Μπουρναζάκη •Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας •Roderick Beaton-Εισαγωγή στην ποίηση του Καζαντζάκη •Ελένη Καζαντζάκη-Ο ασυμβίβαστος-επιμ. Π. Σταύρου-εκδ. Καζαντζάκη, 1998 •Συνέντευξη Σικελιανού στην Α. Καραβία-εφημ. Αθηναΐκα Νέα, 1934 •nikiana.wordpress •Γεωργουσόπουλος Κώστας-Η μέθη του μύθου-περιοδικό Η Λέξη 126, 3-4/1995 •Γρηγόρης Γεράσιμος-Σικελιανός 1884-1951 Βίος,Έργα,Ανθολογία,Κριτικές Εικόνες, Βιβλιογραφία-Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1981 •Καραντώνης Ανδρέας-Άγγελος Σικελιανός,Φυσιογνωμίες· Τόμος α και β-εκδ. Παπαδήμας, 1977 •Γ. Π Σαββίδης-Βιβλιογραφικά στο Σικελιανό (1909-1945)-Επιθεώρησις Ηώς7, 1966 •Κουμπάτης Ντίνος-Ο Άγγελος Σικελιανός δίπλα στην Εύα Πάλμερ-εκδ. Οργανισμού Επτανησιακού Θεάτρου •Χατζηδάκη Ευγενία-Συμπλήρωμα στη Βιβλιογραφία Α.Σικελιανού του Γ.Κατσίμπαλη· Για τις Δελφικές Εορτές και την Εύα-Σικελιανός 1884-1951· Βίος, Έργα, Ανθολογία, Κριτικές Εικόνες, Βιβλιογραφία· Επιμ. Γεράσιμος Γρηγόρης-Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1981 •Ξύδης Θεόδωρος-Άγγελος Σικελιανός-εκδ. Ίκαρος, 1973 •Αγγέλα Γιώτη-κέντρο ελληνικής γλώσσας •Αρχείο Αγγελου Σικελιανού-Μουσείο Μπενάκη

Εφημερίδες

  • Γιάννης Δάλλας-εφημ. «Τα Νέα»-20/12/1999
  • Μ. Κλάρας-εφημ. «Η βραδινή»-8/5/1981 •Ελεύθερη Ώρα, 20/9/1981 •Άστυ, 2/7/1901 •Αθηναΐκά Νέα, 22/11/1934
  • Επτά Ημέρες της Καθημερινής, 6/7/1997

Περιοδικά

  • Νέα Εστία, τεύχη

50,52,80,90,99,115,171,195,196,334,374,380,385,392,393,400,401,415-418,443,451,611,617,624,703,745,830,865,936,948,1024,1155,1290,1503,1056,1348,1450,1781

  • Η λέξη, τεύχος 53,126 •Πορφύρας, τεύχος 66
  • Νουμάς, τεύχη 9,335,494,501,503,527
  • Γράμματα, τεύχη 13-14,17-20,21-24,25-27,28-30
  • Αλεξανδρινή τέχνη, τεύχος 3-4
  • Διαβάζω, τεύχη 46,424,
  • Λόγος, τεύχος 3
  • Αγγλοελληνική επιθεώρηση, τεύχος 4

Φωτογραφίες

  • Ε.Λ.Ι.Α
  • Αρχείο Κοσμόπολις
  • Αρχείο Εθνικού Θεάτρου
  • Μουσείο Μπενάκη
  • discovolos58.blogspot
  • Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
  • Αρχείο πολιτισμού
  • cretablog
  • Συλλογή Παναγάκου
  • Πύλη για την ελληνική γλώσσα
  • Koinosparonomastis.blogspot
  • rakopolio
  • Wikimedia
  • Eleni Sikelianos
  • enet.gr
  • Αρχείο Λίας Μιχαλάκη-Καλαντζή
  • Libreria Gozzini
  • ιστοσελίδα «Διάλειμμα»
  • Ευρωπαϊκό πολιτιστικό κέντρο Δελφών
  • Παλαιοβιβλιοπωλείο Λ. Βουγιούκα
  • Παλαιοβιβλιοπωλείο libro d’ oro

* Σημείωση:

Το παρόν κείμενο δεν εκφράζει προσωπικές κρίσεις της γράφουσας για τον Άγγελο Σικελιανό. Σκοπό έχει, να παρουσίασει μερικώς και αποσπασματικά ένα μέρος της ζωής και του έργου του, όπως αυτό έχει καταγράφει στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο.

Το αφιέρωμα, στην αρχική του μορφή, είχε διανθιστεί με αποσπάσματα ποιημάτων του Άγγελου Σικελιανού που περιέχονται στα βιβλία του, αλλά, στην τελική του μορφή, -καθώς τα έργα του συγγραφέα εν γένει δεν θεωρούνται κοινό κτήμα στην Ελλάδα…και δεν είναι διαθέσιμα σύμφωνα με τον Νόμο 2121/1993 άρθρο 29, παρ.1-, χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα ορισμένων ποιημάτων, που βρίσκονται στην «πύλη για την ελληνική γλώσσα» και στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού», καθώς και ποιήματα που έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, τα οποία έχουν ψηφιοποιηθεί.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ειρήνη Καραγιαννίδου
Υπό κατασκευή.