Περπατώντας στην Πειραιώς προχτές τη νύχτα έπεσα πάνω ή ορθότερα μπήκα μέσα σε ένα άγριο ηχητικό περιβάλλον που δεν περίμενα ποτέ να συναντήσω εκεί. Κι ούτε θέλω να το κρατήσω μόνο για τον εαυτό μου. Ακριβώς απέναντι από το Pantheon, με την γιγαντοαφίσα του Ρέμου να στέκει σαν έμβλημα μοναξιάς και αποτυχίας του ελληνικού πολιτισμού, υπάρχει ένα ψηλό κτίριο του ΙΚΑ. Στην κορυφή και λίγο πριν τη στέγη του κτιρίου, πίσω από μια διαφημιστική πινακίδα έχουν βρει καταφύγιο εκατοντάδες νυχτερίδες. Την στιγμή που πέρναγα έκραζαν μαζικά για λόγους που μόνο ως αίνιγμα μπορεί να προσεγγίσει το ανθρώπινο μυαλό: να καλωσόριζαν το επερχόμενο ξημέρωμα; να γιόρταζαν το πέρας της σαββατιάτικης οχλοβοής; Πάντως βγάζανε συριγμούς και μπαινόβγαιναν από την σπηλιά τους φτιάχνοντας ένα από αυτά τα ηχοτοπία που πασχίζει ο μεταμοντερνισμός να ανασυστήσει στα συναυλιακά στέκια. Στάθηκα αποσβολωμένος να ακούω το παράδοξο. Να παρατηρώ το ευγενές -η αληθινή ευγένεια δεν έχει συνείδηση του εαυτού της-. Γινόμουν κάτοχος μιας εξωκαπιταλιστικής συγκίνησης που δικαιώνει τον αλχημιστικό ρου της νύχτας.

Φεύγοντας αναρωτήθηκα γιατί, αν και περνώ συχνά απ’ το σημείο πεζός, δεν το είχα παρατηρήσει ποτέ πριν. Και τότε μνημόνευσα το ποίημα με τα νυχτερίδια της Ιόλης Σαγριάν που είχα διαβάσει εκείνη τη μέρα πριν βγω απ’ το σπίτι και με είχε ενθουσιάσει η ζωικότητά του. Και είμαι απόλυτα βέβαιος πως αν δεν το είχα διαβάσει θα προσπέρναγα το σημείο ως συνήθως. Το παραθέτω λοιπόν γιατί αποτελεί το προσωπικό μου πειστήριο πως η ποίηση είναι ο μόνος δρόμος για να βελτιωθεί το επίπεδο της μειωμένης μας αντίληψης. Και ποιος το ξέρει; Ίσως η ζωή των νυχτερίδων, γεμάτες τεχνολογικά μυστήρια, να ανήκει σε ένα σύμπαν που η ποίηση έχει προϋπάρξει, έχει κορυφωθεί και τώρα απλώς βιώνεται ως μαγική πτήση.

 

Στις θάλασσες σκηνώματα

‘Licht war. Rettung.’ *

Την πρώτη μέρα είπαμε
θα μείνουμε για πάντα εδώ, όλοι θα μας ξέρουν
ως τους ανθρώπους με τα κρεμαστά φύκια.
Τα πρόσωπα μας τόσο φακιδιασμένα,
τα κορμιά μας τόσο ξερακιανά,
με λυγμούς βαθείς κοιτούμε τους ανθρώπους στη μέση της αρμύρας ·
χτυπούμε τα τζέμπια, τέσσερις μέρες, ησυχία παντού
η πραμάτεια μας αφημένη πάνω στο νησί της Κίρκης τώρα πια
επιπλέουν ενδύματα της ανθρώπινης ζωής,
ρόμπες λευκές
και εργαλεία του ανθρώπου τεχνίτη
κοιτώντας το γκριζόψυχρο ουρανό
μετρώντας
τις κινήσεις πριν ξεσπάσει η άραχνη καταιγίδα
μα πώς έγινε ο ουρανός από γαλανός παράδεισος
μια εβένινη κατάρα και γιατί τρέχουν οι άνθρωποι
σα να χουν στα ποδάρια τους φτερά, με υποθέσεις ημιτελείς στα φθαρτά τους μανίκια,
γιατί 
τρέχουν με παπούτσια άλυτα,
γραπώνονται από πέτρες αιχμηρές
κι έτσι όπως δρασκελίζουν πάνω από χέλια
και καβούρια της στεριάς
να ξεσπάει η αγωνία στην καρδιά τους;

Τρεκλίζουν τα γόνατα ενώ φθάνουν οι αστραπές:
τώρα οι κεφαλές τους ηλεκτρίζονται.

Σεληνιασμένοι από συσπάσεις στο φλοιό της ερήμου τ’άστρα τραγουδούν πάνω από του Χαιρήμονα την κοψιά άνθρωποι τρέχουν,

άνθρωποι χάνονται μεμιάς
στην σκιά του γέρου μοναχού που λθε για να στοιχειώσει
τους διαβάτες εκεί οπου εδιχάζετο το ρέμα :
στέκεται ασάλευτος ένας μοναχός με βλέμμα σιβυλλικό
και τραγουδά ύμνους για να φέρει
τον μεγαλό Μαμωνά σε σάρκα.
.
Μακριά από τους ψαλμούς

της ορθόδοξης εκκλησίας περπατά
κάποιος γοργοπόδαρος μυστικής λαογραφίας:
τ’ αυτιά μας τα δαιμονίζουν τώρα κύματα
σα να βρισκόμασταν στην κοιλιά τέρατος θαλάσσιου που ξέρει μονάχα
να βουίζει ασθενικά
μα κάθε μέρα το βάρος στην κοιλιά του
γίνεται όλο και πιο βαθύ διότι οι επισκέπτες
γίνονται ναυαγοί
κι έπειτα κατακάθονται σα
μόνιμοι κάτοικοι
μέσα στο απομεσήμερο οι λόγοι τους γίνονται φύκια ξερά
τα χείλη στερεύουν το υγρό των σωμάτων
γίνεται βάλτος θερμός κι η νόησή τους
αμνιακή λίμνη :
οι πύλες σαν συμπληγάδες κλείνουν ξανά
– μαγκωμένα τα πόδια μας –
στον ουρανό πια αντηχεί
ένας πικρός κλαυσίγελος : παγιδευθήκαμε!
.
Εμείς οι άγγελοι και θαυμαστές της ερημιάς
παγιδευθήκαμε σε ένα αρχέγονο και χθόνιο παιχνίδι.
.
Η θάλασσα ερεθίζεται από την υπόνοια
μιας μεγάλης βροχής, αναστενάζει ενόσω τραβιέται
με βία από την πλημμυρίδα
κι εμείς κυνηγούμε νυχτερίδια με τα πόδια αγριωπά,
σκισμένα από τις βάτους και τις ξερές ακρίδες
κυνηγούμε νυχτερίδια για συντροφιά
μιας κι αναμεταξύ μας
χάθηκε για πάντα το ανθρώπινο, χάθηκε η ομιλία
χάθηκε ο λόγος που μας κρατούσε ευθυτενείς μόνη μας ελπίδα
να μας πατήσουν οι κατσίκες
έτσι όπως τρέχουν ζώα ανήμερα σε όχλους
μόνη μας ελπίδα οι κατσίκες για να ελευθερωθούμε, ενάτη μέρα
στης θάλασσας τους βρυχηθμούς
όλοι θα μας θυμούνται σαν τους ανθρώπους με την άλγη στα πόδια από γύψο:
έντιμοι κολυμβητές
άξια επνίγηκαν στο κύμα!

 

* (Φως ήταν. Σωτηρία)

 

εικόνα εξωφύλλου: Henry Singleton – Ariel on a Bat’s Back (1819), Tate Gallery

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.