Γεβγκένι Γεφτουσένκο

(18 Ιουλίου 1932 – 1 απριλίου 2017)

 

Ο Γεβγκένι Γκάνγκνους γεννήθηκε στις 18 Ιούλη του 1932 στην πόλη Ζίμα της Σιβηρίας, «μια μικρή διασταύρωση σιδηροδρομική κοντά στην λίμνη Βαϊκάλη» [1], «ανάμεσα στα τζάκετ των κατάδικων και τις στρατιωτικές στολές παραλλαγής» [2]Ο πατέρας του Αλεξάντρ Γκάνγκνους, Γερμανός από την Λετωνία, ήταν γεωλόγος, όπως και η μητέρα του Ζινάιντα Γεφτουσένκο, -το επίθετό της οποίας υιοθέτησε ο ποιητής, μετά τον χωρισμό των γονιών του-. Και οι δύο παππούδες του, ο ένας στρατηγός του Κόκκινου Στρατού και ο άλλος μαθηματικός, έπεσαν θύματα του σταλινικού καθεστώτος. «Πολλά χρόνια πριν, ο προπάππος μου, εξορίστηκε στη Σιβηρία, γιατί έφερε έναν κόκκινο πετεινό στον γαιοκτήμονά του. Αυτός είναι ένας ρωσικός τρόπος, για να πούνε οι χωρικοί ότι έβαλε φωτιά στο σπίτι του. Χωρίς αμφιβολία, η μανία μου να ψάχνω γι ´ αυτόν τον κόκκινο πετεινό, όποτε συναντάω κάποιον που έχει την επιτήρηση ενός γαιοκτήμονα, ξεκινάει απ´ αυτό το παλιό περιστατικό» [3]

Ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Μόσχα και στην γενέτειρά του, όπου οι γονείς του συμμετείχαν σε γεωλογικές έρευνες. Μετά το 1944 εγκαταστάθηκε στη Μόσχα μαζί με τη μητέρα του, η οποία κέρδιζε δύσκολα το ψωμί της, στην αρχή δουλεύοντας ως τραγουδίστρια, και κατόπιν ως υπάλληλος.

«Κανένας από την οικογένειά μου δεν πρόσφερε την λέξη «επανάσταση» σαν να έβγαζε λόγο. Η λέξη αυτή λεγόταν ήσυχα, ευγενικά, με μιαν απόχρωση αυστηρότητας. Η επανάσταση ήταν η θρησκεία της οικογένειάς μας» [4]

Στα 15 του χρόνια αποβλήθηκε από το σχολείο λόγω «ανυπακοής», και ξεκίνησε να συμμετέχει -έχοντας ήδη την «εμπειρία»-, σε αποστολές γεωλογικών ερευνών στην Σιβηρία και στην Κεντρική Ασία. Το πρώτο του ποίημα, δημοσιεύθηκε όταν ήταν 16 χρονών, στην εφημερίδα «Σοβιέτσκι σπορτ» (Σοβιετικός αθλητισμός), και μετά την επιστροφή του στην Μόσχα, άρχισε να δημοσιεύει από το 1949 ποιήματα, που είχαν ως θέμα διάφορα επίκαιρα περιστατικά. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι προοπτικές του μέλλοντος» («Razvedchiki Griadushchego»-«The Prospectors of the Future») το 1952, του άνοιξε τις πόρτες της Ένωσης Συγγραφέων, -ο Γιεφτουσένκο ήταν το νεότερο μέλος της-, καθώς και του Ινστιτούτου Φιλολογίας Γκόρκυ, στο οποίο σπούδασε για δύο χρόνια.

Στο βιβλίο του Joshua Rubenstein, -ενεργού ακτιβιστή της Διεθνούς Αμνηστίας με ειδικότητα στα θέματα που αφορούν την πρώην Σοβιετική Ένωση-, με τίτλο «Οι τελευταίες ημέρες του Στάλιν» [5], μας δίνονται μέσα στα λοιπά, πληροφορίες και λεπτομέρειες της «οπτικής» του ποιητή, σχετικά με την κηδεία του Στάλιν. «Νέοι χείμαρροι χύνονταν σε τούτη την ανθρωποπλημμύρα», κατέγραψε ο ποιητής Γεβγκένι Γιεφτουσένκο (Евге́ний Алекса́ндрович Евтуше́нко), o οποίος περιγράφει ένα τελετουργικό απολύτως φρικιαστικό: «Το πλήθος μετατράπηκε σε πελώρια δίνη. Συνειδητοποίησα πως με έσπρωχναν καταπάνω σε ένα μεγάλο φανάρι, το ζύγωνα ασταμάτητα. Ξαφνικά είδα ότι μια κοπελίτσα σπρωχνόταν πάνω στον στύλο. Το πρόσωπό της ήταν παραμορφωμένο και ούρλιαζε. Τα ουρλιαχτά της όμως δεν ακούγονταν ανάμεσα σε όλες τις άλλες κραυγές και τα βογκητά. Μια κίνηση του πλήθους με πήγε προς το κορίτσι· δεν άκουσα μα ένιωσα με το κορμί μου το σπάσιμο των εύθραυστων οστών της, καθώς τσακιζόταν πάνω στο φανάρι. Έκλεισα έντρομος τα μάτια, γιατί δεν μπορούσαν να αντέξω την εικόνα των τρελά γουρλωμένων, παιδικών γαλάζιων της ματιών και παρασύρθηκα παραπέρα. Όταν κοίταξα ξανά, το κορίτσι δεν φαινόταν πλέον. Το πλήθος πρέπει να το είχε ρουφήξει από κάτω. Κάποιος άλλος πιεζόταν πάνω στο φανάρι με το κορμί του να συστρέφεται και τα χέρια του να ‘ναι ανοιχτά σαν πάνω σε σταυρό. Εκείνη την στιγμή ένιωσα ότι πατούσα κάτι μαλακό. Ήταν ένα ανθρώπινο κορμί. […] Είμαστε παγιδευμένοι ανάμεσα στους τοίχους των σπιτιών από την μια μεριά και σε μια σειρά στρατιωτικών φορτηγών από την άλλη[…]». Την συνέχεια του περιστατικού, συμπληρώνει ο ίδιος ο συγγραφέας Τζόσουα Ρούμπινσταϊν: «Όταν ο Γιεφτουνσένκο και άλλοι ικέτεψαν τους στρατιώτες να μετακινήσουν τα φορτηγά, καθώς κεφάλια ανθρώπων τσακίζονταν πάνω στα ατσαλένια πλαϊνά τους, εκείνοι αρνήθηκαν. Δεν είχαν εντολές να το κάνουν. Ο Γιεφτουσένκο δεν έφτασε στην αίθουσα των κιόνων, αλλά γύρισε σπίτι θεωρώντας ότι απ’ όλα αυτά είχε δει τον Στάλιν, «επειδή όλα όσα είχαν μόλις συμβεί – αυτά ήταν ο Στάλιν[…]»

Κι ενώ η πρώτη του συλλογή του άνοιξε τις πόρτες των συγγραφικών κύκλων, -μάλιστα ένα από τα πρώτα του ποιήματα, το «Κάτι μου συμβαίνει», έγινε δημοφιλές τραγούδι-, το 1955, κάποιοι στίχοι του με τους οποίους χαρακτηρίζει τα σοβιετικά σύνορα σαν εμπόδιο στην ζωή του, στάθηκε η αφορμή για να εκδιωχθεί από το Φιλολογικό Ινστιτούτο και να του απαγορευτούν τα ταξίδια.

Επηρεασμένος από τον Μαγιακόφσκι, ο Γιεφτουσένκο αντλούσε τα θέματά του κυρίως από την επικαιρότητα, βάζοντας τον εαυτό του ως «πρωταγωνιστή» του έργου, έτσι που η ποίηση του, να γίνεται κατά κάποιον τρόπο, «πολιτική στράτευση». Οι στίχοι του, που απαγγέλλονταν μπροστά σε πολυπληθές ακροατήριο, κατήγγελλαν -εν ονόματι των επαναστατικών ιδεωδών-, τα κακώς κείμενα της σοβιετικής γραφειοκρατίας. Η στάση του αυτή, σε συνδυασμό με τον εκρηκτικό χαρακτήρα του, τον ανέδειξε «ήρωα» μιας γενιάς, της οποίας κύριο χαρακτηριστικό ήταν η κριτική διάθεση απέναντι στο σταλινικό παρελθόν.

( Τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Στάλιν, ο Νικίτα Χρουστσόφ, αποκάλυψε πώς ο Στάλιν ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση χιλιάδων κομμουνιστών κατά την διάρκεια των εκκαθαρίσεων, και στους μήνες που ακολούθησαν, χιλιάδες πολιτών που φυλακίστηκαν από το Σταλινικό καθεστώς απελευθερώθηκαν, και έγιναν προσπάθειες να σβηστεί η εικόνα του από την Σοβιετική Ένωση. Αν και οι επιφανειακές πτυχές του σταλινισμού αφαιρέθηκαν, το σύστημα που δημιούργησε παρέμεινε. Ο Στάλιν συνέβαλλε στην παγίωση της κομματικής-κρατικής γραφειοκρατίας ως τη νέα άρχουσα τάξη της ΕΣΣΔ. Ήταν ένα σύστημα που οι σοβιετικοί ηγέτες επρόκειτο να το ακολουθήσουν για τα επόμενα έτη, ήταν πρόθυμοι να το υιοθετήσουν προκειμένου να αποτραπεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση των πολιτικών τους. Συγγραφείς όπως ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν και ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, ήταν ελεύθεροι να επικρίνουν τον Στάλιν, αλλά όχι εκείνους την περίοδο της εξουσίας τους. Οι υπερβολές του σταλινισμού είχαν εκλείψει, αλλά η δομή του κομματικού και γραφειοκρατικού κράτους, παρέμεινε μέχρι το τέλος, -που ήρθε με την εμφάνιση του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ την δεκαετία του ’80 και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ τον Αύγουστο του 1991-. )

«Ελευθερόφρων και τολμητίας, ο Γεβγκένι Γεφτουσένκο, αξιοποίησε στο έπακρο το «λιώσιμο των πάγων» της εποχής του Χρουστσόφ, για να φέρει ξανά την ποίηση μπροστά σε τεράστια ακροατήρια, απαγγέλλοντας ποιήματα, είτε στην πλατεία «Μαγιακόφσκι», είτε στο «Πολυτεχνικό Μουσείο», όπως έχει αναφέρει ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. «Ακροβατώντας ανάμεσα στην επίσημη λογοτεχνική σκηνή και τη μη λογοκριμένη ποίηση, ήταν μια ανάσα ποιητικής ελευθερίας που έδινε κουράγιο στους συμπατριώτες του για να αντέξουν τη χθαμαλή ζωή και να βλέπουν μέσα από τη χαραμάδα του λυρικού και ενίοτε σκληρού ποιητικού παραγγέλματος την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον [6].

Μετά τον θάνατο του Στάλιν, λοιπόν, ο Γιεφτουσένκο έγινε σιγά-σιγά ένας πνευματικός ηγέτης της νεολαίας, της οποίας τις καινούργιες ιδέες προσπάθησε να εκφράσει ποιητικά. Διέτρεχε την χώρα του καθώς και πολλές ξένες χώρες, απαγγέλλοντας πληθώρα ποιημάτων του. Η ποίησή του είχε συχνά την πρόθεση να βρει το νευραλγικό σημείο της στιγμής, πράγμα που τον οδήγησε, ανάμεσα στ’ άλλα, να πετύχει την πλατιά απήχηση με τα επικαιρικά θέματά του.

Για τον Γιεφτουσένκο, όπως ομολόγησε ο ίδιος, «ο ποιητής πριν απ’ όλα πρέπει να συμπάσχει«. Και η υπέρτατη συμπάθεια, είναι ο αγώνας για την κατάργηση κάθε αδικίας και σκληρότητας. Αυτή ήταν η φόρμουλα του ουμανισμού του. Γι’ αυτό κι αντέδρασε σε κάθε δογματική αντίληψη, σε κάθε γραφειοκρατική καταπίεση, σε κάθε ύποπτη απιστία, σε κάθε υποκρισία [7].

Είσαι μεγάλη στον έρωτα. 

                                    Είσαι τολμηρή. 

Εγώ σε κάθε βήμα δειλιάζω.

Κακό δε θα σου κάνω, 

Μα αμφιβάλω να σου κάνω καλό.

Συνέχεια νομίζω 

                        πως στο δάσος

χωρίς μονοπάτι μ’ οδηγείς.

Είμαστε στα λουλούδια που κυματίζουν μέχρι τη μέση.

Δεν καταλαβαίνω – 

                        τι λουλούδια είναι. 

Είναι αχρείαστες όλες οι παλιές συνήθειες. 

Δεν ξέρω 

            τι να κάνω και πως. 

Κουράστηκες. 

                        Με παρακαλείς να σε πάρω στα χέρια μου.

Σε κρατάω στα χέρια μου. 

«Βλέπεις,

            Πόσο μπλε είναι ο ουρανός;»

Ακούς, 

            τα πουλιά στο δάσος;

Μα τι κάνεις; 

                        Λοιπόν;

                                    Κουβάλα με! 

Και που να σε πάω;
[8]

«Την ίδια εποχή, βρίσκουμε και ποιήματά του αισθηματικά και συγκινητικά, γραμμένα για τον έρωτα. Ο λυρισμός του χαρακτηρίζεται από την σύζευξη του ρεαλιστικού στοιχείου, της σκυθρωπής ψυχολογίας, με μια σκέψη ανοικτά μαχητική. Η ενεργητικότητα, η ορμή, το σφρίγος του είναι γνήσια. Έχει ζωηρή προτίμηση στην παράτονη ρίμα, που πολλές φορές φθάνει σε μια μόλις αισθητή συνήχηση και, ακόμα, και στη διχοτόμηση της φράσης με τη ρίμα» [9].

Στην Μπ. Αχμαντούλινα

Με μένα να τι γίνεται:
η φίλη μου η καλή δε μ’ επισκέπτεται
όμως πηγαινοέρχονται, δημιουργώντας ζάλη,
διάφοροι άσχετοι και άλλοι.
Κι εκείνη
αναστρέφεται με κάποιους ξένους
και είμαι βέβαιος, το έχει καταλάβει επιτέλους.
Ακατανόητη η γκρίνια η η παλιά,
και οι δυο βασανιζόμαστε σκληρά.
Με μένα να τι γίνεται:
έρχεται κάποια, η αγαπημένη τάχατε
βάζει τα χέρια της γύρω απ’ το λαιμό
με κλέβει απ την άλλη και δεν το πολεμώ.
Μα τότε
πέστε μου παρακαλώ
να κάνει τι, αυτή που προκαλώ;
Αυτή
απ’ την οποία μ’ έκλεψαν δεν έχοντας ιδέα,
για την εκδίκηση θα κλέψει κάποιον για παρέα.
Όχι αμέσως θα ξαφνιάσει
αλλά θα ζει παλεύοντας με το «εγώ»
και ασυνείδητα θα προσχεδιάσει
κάποιον στο μέλλον το κοντινό.
Ω! πόσο ψεύτικες
σπασμωδικές
άχρηστες σχέσεις
και φιλίες δυσαρμονικές!
Μέσα μου νιώθω εξαγρίωση!
Μακάρι, κάποιος
να ’ρθει
ν’ αλλάξει βαθμηδόν,
των ξένων των ανθρώπων
την συνένωση
και απομόνωση
συγγενικών ψυχών! 

[10]

Ο Γιεφτουσένκο υπήρξε από τους πιο δημοφιλείς και γνωστούς ποιητές της Σοβιετικής Ένωσης τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, μαζί με τους Βασίλι Αξιόνοφ, Αντρέι Βοζνισιένσκι και Μπέλα Αχμαντούλινα, η οποία υπήρξε η πρώτη του σύζυγος.


Εύκολα βρίσκεις ένα χέρι γυναικείο,
που είναι ανάλαφρο και δροσερό,
με λίγη τρυφερότητα και συμπόνια
σε κάνει να ξεχάσεις κάτι θλιβερό.

Εύκολα βρίσκεται κανένας γυναικείος ώμος,
για ν’ αναπνεύσεις με τη ζεστασιά,
και ακουμπώντας πάνω του το άσωτο κεφάλι σου
να πέσεις σε βαθιά λησμονησιά.

Εύκολα βρίσκεις γυναικεία μάτια
να καταπνίγουν όλο τον καημό
κι αν όχι όλο, ίσως ένα μέρος,
να δουν το βάσανό σου το καθημερινό.

Όμως υπάρχει τέτοιο χέρι γυναικείο,
που είναι ιδιαίτερα γλυκό
όταν το πονεμένο σου μέτωπο αγγίζει
σαν μοίρα, με πεπρωμένο τραγικό.

Όμως υπάρχει τέτοιος γυναικείος ώμος
μα είναι ανεξήγητο γιατί,
ενώ για πάντα σου ανήκει, όχι για μια νύχτα,
και το ’χεις προ πολλού αυτό δεχτεί.

Όμως υπάρχουν τέτοια γυναικεία μάτια,
που σε κοιτάζουν πάντα μελαγχολικά
και νιώθεις ότι μέχρι τη στερνή σου μέρα
είναι αληθινής αγάπης σημάδια φανερά […]

[11]

Το 1961 έγραψε το περίφημο ποίημά του, το «Μπάμπι Γιαρ», («Baby Yar»-«Babi Yar»), -κυκλοφόρησε στον παράνομο τύπο, (samizdat)-, που σε ελληνική μετάφραση σημαίνει «Φαράγγι της Γιαγιάς». Το Μπάμπι Γιαρ, είναι το όνομα μιας χαράδρας στο Βορειοδυτικό άκρο του Κιέβου, και είναι ιστορικά συνδεδεμένη με εκτελέσεις, -κυρίως Εβραίων Σοβιετικών πολιτών-, κατά την διάρκεια της Ναζιστικής κατοχής της Ουκρανίας, τον Σεπτέμβρη του 1941. Ο Γεφτουσένκο, σ´ αυτό το ποίημα, αναφέρεται, -εκτός από την σφαγή, από τους Ναζί, των Εβραίων του Κιέβου-, στην παραποίηση του γεγονότος από Σοβιετικής πλευράς, στην πλήρη αδιαφορία για τους νεκρούς, -οι αρχές δεν είχαν αφιερώσει ένα μνημείο που να θυμίζει στους ανθρώπους, αυτό το ναζιστικό ανοσιούργημα-, καθώς και στον αντισημιτισμό της Σοβιετικής Ένωσης.

Στο Μπάμπι Γιαρ μνημείο δεν θα βρεις

Βαριά ταφόπετρα η πλαγιά του λόφου

Φοβάμαι. Η ζωή μου είναι θαρρείς,

τόσο παλιά όσο η γενιά του Εβραίου.

Εβραίικο αίμα μέσα μου δε ρέει

Εμένα όμως όλ` οι αντισημίτες

σα να `μαι Εβραίος με μισούν βαθιά

Και ακριβώς γι` αυτό είμαι γνήσιος Ρώσος!

[12]

Όταν διάβασε τους στίχους του «Μπάμπι Γιαρ» στο «Πολυτεχνικό Ινστιτούτο», το ακροατήριο χειροκροτούσε επί 20 λεπτά, και η λογοτεχνική εφημερίδα «Λιτερνατούρναγια Γκαζέτα», το χαρακτήρισε ως ένα από τα ωραιότερα ρωσικά ποιήματα του αιώνα.

Όταν η αλήθεια αντικαθίσταται από την σιωπή, η σιωπή είναι ψέμα.

Στη Σοβιετική Ένωση το ποίημα αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε το 1984, και ο Ντιμιτρί Σοστάκοβιτς, τιτλοφόρησε την 13η Συμφωνία του «Μπάμπι Γιάρ», περιλαμβάνοντας σε αυτήν, -μαζί με το ομώνυμο-, συνολικά πέντε μελοποιημένα ποιήματα του Γιεφτουσένκο. Το δεύτερο ποίημα του Γεφτουσένκο που μελοποίησε ο Σοστάκοβιτς είναι το «Χιούμορ», με το οποίο εξυμνείται η δύναμη του χιουμοριστικού λόγου, το τρίτο τιτλοφορείται το «Μαγαζί», και περιγράφει την εξαντλητική ζωή των ρωσίδων γυναικών, το τέταρτο με τίτλο «οι φόβοι» μιλάει για την παντοδυναμία της αστυνομίας, και το πέμπτο, η «καριέρα», καυτηριάζει έντονα τον αριβισμό [13].

Οι γνώμες είναι μοιρασμένες σχετικά με το πόσο μεγάλο ρίσκο ήταν αυτό το έργο. Αν και το ποίημα είχε δημοσιευτεί στα Σοβιετικά μέσα και δεν είχε ακριβώς απαγορευτεί, παρέμενε αμφιλεγόμενο. Ύστερα από την πρεμιέρα της συμφωνίας, ο Γεφτουσένκο πιέστηκε να προσθέσει μια στροφή στο ποίημά του, όπου να αναφέρει ότι οι Ρώσοι και οι Ουκρανοί επίσης σκοτώθηκαν μαζί με τους Εβραίους στο Μπάμπι Γιάρ [14].

Γράφει ο Ανδρέας Καραντώνης για τον ποιητή: «[…]Σαν να μέθυσε απ´ αυτή τη μυθοποίηση που άρχισε να τον περιτυλίγει, αισθάνθηκε τον εαυτό του σαν πιο δυνατό και πιο κυρίαρχο απ´ ότι πραγματικά ήταν. Κι όταν άρχισε να περιοδεύει στην Ευρώπη, νόμισε πως ήταν πραγματικά ελεύθερος να μιλεί σαν ένας ευρωπαίος συγγραφέας. Μα λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Άξαφνα δέχτηκε κατακέφαλα τους διευθυνομένους πυραύλους από την Μόσχα, του κόμματος που τον αναθεμάτιζε και τον παράδινε στην γενική περιφρόνηση, επειδή, κάνοντας κατάχρηση της ελευθερίας, λησμόνησε πως ανήκει σ´ ένα καθεστώς που δεν επιτρέπει να σπαταλάς τις δυνάμεις σου, παρά μόνο όταν πρόκειται να το υπηρετήσεις. Και οι «παραχωρήσεις» και το «οξυγόνο», ήταν φαίνεται ένα πείραμα μόνο, που αυτοί που το έκαναν, το θεώρησαν επικίνδυνο…Και ο Γιεφτουσένκο «ξυλοκοπήθηκε» πνευματικά στην πατρίδα του, τόσο που χρειάστηκε να αυτοταπεινωθεί ομολογώντας τα «λάθη» του[…] [15].

Στο Μπάμπι Γιαρ μνημεία δεν υπάρχουν. 

Απότομη πλαγιά, σαν μια ταφόπλακα χοντροκομμένη. 

Φοβάμαι.

Είμαι τόσων ετών, 

όσο και ο εβραϊκός λαός. 

Τώρα νομίζω πως– 

Ιουδαίος είμαι. 

Να, περιφέρομαι στην αρχαία Αίγυπτο. 

Να, σταυρωμένος στο σταυρό, αργοπεθαίνω,

και μέχρι σήμερα έχω τα σημάδια των καρφιών. 

Τώρα νομίζω πως – 

Ο Ντρέιφους είμαι. 

Ο μικροαστισμός είναι για ‘με

ο καταδότης και ο δικαστής μου.

Βρίσκομαι πίσω από τα κάγκελα. 

Έπεσα στην παγίδα. 

Κυνηγημένος,

χλευασμένος

συκοφαντημένος

Και κυριούλες με φραμπαλάδες Βρυξελλών,

Τσιρίζοντας, με χτυπούν με τα ομπρελίνα τους στο πρόσωπο.

Τώρα νομίζω πως –

ένα αγοράκι στο Μπελοστόκ είμαι.

Το αίμα χύνεται, απλώνεται στο χώμα.

Φωνάζουν οι ταγοί του πιόματος του καπηλειού

βρωμοκοπούν βότκα και κρεμμύδι κομμένο στα δυο.

Είμαι αδύναμος, μ’ έχουν κλωτσήσει με την μπότα.

Άδικα τους φονιάδες παρακαλώ.

Λένε γελώντας δυνατά:

«Βάρα τους οβριούς, σώσε τη Ρωσία!» –

Βιάζει την μάνα μου ο αλευράς.

Ω, λαέ μου ρωσικέ! –

Ξέρω

πως εσύ

είσαι βασικά διεθνιστής.

Συχνά πυκνά, εκείνοι που ‘χουν τα χέρια λερωμένα,

Το καθαρό σου όνομα βρωμίζουν.

Την καλοσύνη των χωμάτων σου γνωρίζω.

Τι προστυχιά,

δίχως καν μια φλέβα να κουνήσουν,

που οι αντισημίτες βιαστικά σε ανακήρυξαν

«Ένωση του ρωσικού λαού»!

Τώρα νομίζω πως –

η Άννα Φρανκ είμαι,  

διάφανη,

σαν του Απρίλη το κλαράκι.

Αγαπώ.

Τις φράσεις δεν χρειάζομαι.

Εκείνο που θέλω

είναι να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλον.

Πόσα λίγα μπορεί να δεις κανείς,

Μυρίζοντας!

Μας απαγορεύουν τα φύλλα,

μας απαγορεύουν τον ουρανό.

Μπορείς όμως πάρα πολλά να κάνεις –

είναι τόσο τρυφερό

να αγκαλιάζεις τον άλλον σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.

Έρχονται ‘δω;

Μη φοβάσαι – είν’ η βοή

της άνοιξης –

αυτή μας πλησιάζει.

Έλα κοντά μου.

Τα χείλη δωσ’ μου γρήγορα.

Σπάνουν την πόρτα;

Όχι – είναι το λιώσιμο των πάγων …

το θρόισμα των αγριόχορτων πάνω στο Μπάμπι Γιαρ.

Τα δέντρα κοιτάζουν σκυθρωπά,

σαν δικαστές.

Όλα σιωπηλά εδώ κραυγάζουν,

και, βγάζοντας το γούνινο καπέλο,

νιώθω

πως αργά γκριζάρουν τα μαλλιά μου.

Και είμαι εγώ,

σαν πνιχτή, δίχως ήχο, κραυγή,

πάνω από τους χιλιάδες θαμμένους.

Εγώ είμαι –

καθένας από τους εκτελεσμένους γέροντες.

Εγώ είμαι –

καθένα από τα εκτελεσμένα παιδιά.

Τίποτα μέσα μου

δεν πρόκειται να το ξεχάσει αυτό!

Και ας ηχεί η «Διεθνής»,

όταν για πάντα θα θαφτεί

Ο τελευταίος πάνω στη γη αντισημίτης.

Στο αίμα μου δεν υπάρχει ούτε μια στάλα αίμα εβραϊκό.

Με μίσος άγριο εμένα με μισούν

οι αντισημίτες όλοι,

αφού εβραίο με θεωρούν,

γι’ αυτό και είμαι

Ρώσος αληθινός!

[16]

«Δεν το αποκαλώ πολιτική ποίηση», είχε δηλώσει για το «Μπάμπι Γιαρ» ο Γιεφτουσένκο σε συνέντευξή του στο Associated Press, το 2007. «Το αποκαλώ ποίηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ποίηση που υπερασπίζεται την ανθρώπινη συνείδηση ως τη μεγαλύτερη πνευματική αξία», και περιέγραψε πώς έγραψε το ποίημα μέσα σε δύο ώρες, όταν επισκέφτηκε την περιοχή του Κιέβου, αναζητώντας ενδείξεις από το Ολοκαύτωμα -ένα σημάδι, έναν τάφο-, όμως δεν βρήκε τίποτα: «Ημουν σοκαρισμένος όταν είδα ότι οι άνθρωποι δεν διατήρησαν καμία μνήμη», αναφέρει [17].

Το 1963, με την «Πρόωρη Αυτοβιογραφία» του, («Autobiografia»-«A Precocious Autobiography»), -την οποία έγραψε στα γαλλικά-, τόλμησε να διακηρύξει τις αντιρρήσεις του, απευθυνόμενος στο κοινό της Δύσης, το οποίο τον θεώρησε ως έναν από τους ηγέτες του φιλελεύθερου κινήματος στη Σοβιετική Ένωση. Αν και ο Γεφτουσένκο υπήρξε το σύμβολο του αντισυμβατικού τρόπου ζωής στην ΕΣΣΔ κατά την διάρκεια της σύντομης περιόδου της «απόψυξης» που ακολούθησε, -μετά την απόφαση του ηγέτη Νικήτα Χρουτσόφ να προάγει την αποσταλινοποίηση του καθεστώτος όπως προαναφέρθηκε-, ο ίδιος ο ποιητής, μετετράπη κατόπιν σε έναν υμνητή του καθεστώτος και προνομιούχο καλλιτέχνη της ΕΣΣΔ, έως τα χρόνια της πτώσης της [18].

«Η αυτοβιογραφία ενός ποιητή, είναι η ποίησή του. Οτιδήποτε άλλο, μπορεί να είναι μια υποσημείωση μονάχα. Ένας ποιητής, είναι μόνο ένας ποιητής, όταν ο αναγνώστης μπορεί να τον βλέπει με κάθε λεπτομέρεια, σαν να τον κρατάει μέσα στο κοίλωμα της παλάμης του, με όλα του τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις πράξεις. Αν ο ποιητής προσπαθήσει να χωρίσει τον εαυτό του σε δυο μέρη, στον άνθρωπο και στον ποιητή, θα καταλήξει αναπόφευκτα στην αυτοκτονία του σαν καλλιτέχνης» [19]

Η σχέση του με το καθεστώς της ΕΣΣΔ χαρακτηρίζεται μάλλον αμφιλεγόμενη. Ύστερα από προσωπική παρέμβαση του Γ.Γ. του ΚΚΣΕ και Προέδρου των Σοβιέτ, Νικήτα Χρουστσώφ, δημοσιεύεται στην «Πράβντα», -το επίσημο κομματικό έντυπο-, το έργο του, «Οι κληρονόμοι του Στάλιν», («Nasledniki Stalina»-«The Heirs of Stalin»), όπου επικρίνει τις πρακτικές και την απληστία των κομματικών οργάνων: «[…]Ήταν παράξενο και αδιανόητο για μένα, ότι άτομα με κομματικές ταυτότητες στις τσέπες τους, αγαπούσαν τόσο πολύ το χρήμα[…]» [20].

Σ´ αυτό το ποίημα γράφει, πως αν και ο Ιωσήφ Στάλιν είχε πεθάνει, η παρακαταθήκη του συνέχισε να ζει, και παρακαλεί να διπλασιαστεί ή τριπλασιαστεί η φρουρά στον τάφο του, για να μην αναστηθεί μαζί μ´αυτόν και η εποχή του: «Δολοπλοκούσε, είχε απλώς αποκοιμηθεί[…]»Και αλλού: «Διπλασιάστε και τριπλασιάστε τους φρουρούς που φυλάνε αυτήν την ταφόπλακα…Και σταματήστε τον Στάλιν από το να σηκωθεί ξανά» [21]

(«Posle Stalina»-After Stalin»), 1962

Οι απόγονοι του Στάλιν

Σώπαινε το μάρμαρο,

λαμπύριζε βουβά

Το γυαλί.

Σιωπηλή στεκόταν η φρουρά,

μπρούτζινη κόντρα τον άνεμο.

Το φέρετρο άχνιζε ελαφρά.

Η ανάσα από το φέρετρο

έβγαινε,

όταν το μετέφεραν

από τις πόρτες του Μαυσωλείου.

Το φέρετρο έπλεε αργά,

συγκινώντας με τις άκρες του τις λόγχες.

Κι εκείνος ήταν, επίσης, σιωπηλός –

– επίσης! –

μα απειλητικά

σιωπηλός.

Σφίγγοντας σκυθρωπά,

τις ταριχευμένες του

γροθιές,

έσκυψε πάνω του μέσα από την χαραμάδα των ματιών

ένας άνθρωπος

που έκανε το νεκρό.

Θέλησε να θυμάται,

όλους εκείνους,

που τον κουβαλούσαν,-

νεαρούς νεοσύλλεκτους από το Ριαζάν και το Κουρσκ,

ώστε κάποτε, αργότερα, να βρει τις δυνάμεις

να ξανάρθει στη γη,

και να βρει τούτους

τους απερίσκεπτους.

Έμεινε για λίγο σκεπτικός.

Απλά έγειρε λίγο για να ξεκουραστεί.

Απευθύνομαι στην κυβέρνησή μας με την παράκληση:

να διπλασιάσει

να παρατάξει σε τούτη την πλάκα φρουρά

για να μην σηκωθεί ο Στάλιν,

και μαζί με τον Στάλιν, το παρελθόν.

Έντιμα σπείραμε.

Έντιμα δέναμε τ’ ατσάλι,

κι έντιμα βαδίσαμε παραταγμένοι σαν στρατιώτες.

Μας φοβόταν.

Πιστεύοντας στον μεγάλο στόχο,

δεν πίστευε πως τα μέσα θα πρέπει να είναι άξια

της μεγαλοσύνης του στόχου.

Έβλεπε μακριά.

Ήταν σοφός στους νόμους του πολέμου,

απόγονους πολλούς,

άφησε στη γήινη σφαίρα.

Φαντάζομαι –

ότι τάχα μέσα στο φέρετρο

έβαλαν ένα τηλέφωνο.

Σε κάποιον πάλι δίνει εντολές ο Στάλιν.

Πού καταλήγει το καλώδιο αυτού του τηλεφώνου;

Όχι, ο Στάλιν δεν πέθανε.

Πιστεύει πως ο θάνατος

διορθώνεται.

Μπορεί να βγάλαμε τον Στάλιν από το Μαυσωλείο,

πώς όμως θα βγάλουμε τον Στάλιν από τους απογόνους του;

Ορισμένοι απόγονοι στην αποστρατεία τους κόβουν ρόδα

κρυφά όμως πιστεύουν,

ότι οι χρόνοι τούτοι

αποστρατεία είναι.

Άλλοι τον Στάλιν υβρίζουν

από το βήμα,

και τις νύχτες νοσταλγούν τα χρόνια που πέρασαν.

Οι απόγονοι του Στάλιν, σήμερα, προφανώς,

δεν είναι τυχαίο που παθαίνουν εμφράγματα.

Σ’ αυτούς που κάποτε

στηρίγματά του ήταν,

δεν τους αρέσει ο καιρός,

που τα στρατόπεδα είναι άδεια,

ενώ οι αίθουσες που απαγγέλλονται ποιήματα,

είναι γεμάτες.

Η Πατρίδα με διέταξε ανήσυχος να είμαι.

Ας λένε: «Ηρέμησε!» – ήρεμος

δεν μπορώ να είμαι.

Όσο οι απόγονοι του Στάλιν

ζουν ακόμη

πάνω στη γη

θα νομίζω πως ο Στάλιν

είναι ακόμη στο Μαυσωλείο.

[22]

Το 1963 προτάθηκε για το νόμπελ λογοτεχνίας. «Η ποίηση, μας δίνει την λεπτότητα κατανόησης της ζωής», έγραφε. «Δυστυχώς οι άνθρωποι οι οποίοι κατέχουν αυτήν την λεπτότητα, αποφεύγουν την πολιτική σαν επάγγελμα. Νομίζω ότι οι σημερινοί πολιτικοί δεν είναι ικανοί να λύσουν τα πολλά περίπλοκα οικουμενικά και εσωτερικά προβλήματα μόνο και μόνο, λόγω έλλειψης αυτής της λεπτότητας η οποία είναι το μοναδικό νήμα της Αριάδνης στον λαβύρινθο των αποχρώσεων. Η διαπαιδαγώγηση με την ποίηση είναι η σωτηρία των παιδιών μας. Ας κατεβεί στη γη ο Χριστός και μαστιγώσει όλες τις τηλεοράσεις γεμάτες χυδαιότητα, όπως κάποτε μαστίγωσε τους έμπορους μέσα στο ναό, κι ας κελαρύζει από τις ντροπιασμένες οθόνες η ιερή πηγή της ποίησης, για να σώσει τις ψυχές τους από τους πειρασμούς της αισχρότητας. Ως που στον κόσμο υπάρχει τουλάχιστον μια μητέρα η οποία νανουρίζει το παιδί της η ποίηση δεν πρόκειται να πεθαίνει και επομένως δε θα χάσει ο άνθρωπος την λεπτότητα κατανόησης της ζωής» [23].

Στο κοινό της Ελλάδας, είχε γίνει κυρίως γνωστός, μέσω της αποκλειστικής συνέντευξής του στο περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» [24].

Την συνέντευξη είχε δώσει στον ελληνομαθή ανταποκριτή του περιοδικού στην Μόσχα, Ευγκένι Ντβορνικόφ, μετά την επιστροφή του ποιητή από την Κούβα, όπου είχε πάει να παρακολουθήσει το γύρισμα της ταινίας «Εγώ, η Κούβα», της οποίας είχε γράψει το σενάριο.

(Αμερικάνικος δίσκος της Monitor, με τον Γεφτουσένκο
και τον Βοζνεσένκι να απαγγέλουν ποιήματά τους [25])

Παρά τις κριτικές του κατά του Σοβιετικού καθεστώτος, την διαμαρτυρία του για την δίκη του Γιόζεφ Μπρόντσκυ και την καταδίκη εκ μέρους του της εισβολής του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία το 1968, θεωρήθηκε από πολλούς αντιφρονούντες ως ανειλικρινής. Οι «κακές γλώσσες», έλεγαν ότι ήταν απλώς ένας αντιφρονών που δεν έλεγε δημοσίως περισσότερα απ’ όσα οι αξιωματούχοι του Κόμματος μπορούσαν να αντέξουν. «Η ποίηση είναι μια ζηλιάρα γυναίκα που δεν πρόκειται να συγχωρέσει την ανειλικρίνεια. Κι ούτε θα συγχωρέσει ποτέ τίποτα που θα είναι κατώτερο από την αλήθεια», έγραφε ο Γιεφτουσένκο στην αυτοβιογραφία του [26]. Ωστόσο, ο Μπρόντσκι είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι ο Γεφτουσένκο «Ρίχνει πέτρες μόνο προς τα ´κει που έχει πάρει έγκριση» [27], -μάλιστα ήταν εκείνος που παραιτήθηκε από την Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Γραμμάτων, όταν ο Γεφτουσένκο κατέστη επίτιμο μέλος της-, ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, τον θεωρούσε «σταρ» [28], ενώ η Αννα Αχμάτοβα, -η οικογένεια της οποίας είχε βασανιστεί από το σοβιετικό καθεστώς-, δεν τον αποδεχόταν ως ποιητή.

Δε θέλω να μ’ αγαπούν όλοι,
γιατί μέσα μου με τον αγώνα μαζί
βρίσκεται σα σπόρος ο χρόνος
και ίσως κι όλοι οι καιροί.

Δεν κοιτάζω τη Δύση με φόβο
και την Ανατολή σαν τυφλός
κι ούτε σκέφτηκα να προκαλέσω
διμερή το θαυμασμό.

Είναι αδύνατο σε σκληρή μάχη
με το χέρι στην καρδιά
και με το μέρος του θύματος να ‘σαι
και με το μέρος του δήμιου να πας.

Συνεχίζομαι, μπέρδεψα όλους…
Σ’ όλους ν’ αρέσεις δε μπορείς.
Δεν αρέσω στους τσανακογλείφτες
κι ούτε βέβαια στους διασπαστές.

Δε θέλω να μ’ αγαπάει το πλήθος.
Οι φίλοι μου να μ’ αγαπούν.
Εγώ θέλω εσύ να μ’ αγαπάς
και να μ’ αγαπάει κι ο γιος μου.

Θέλω να μ’ αγαπούν εκείνοι
τον αγώνα που δε σταματούν.
Θέλω να μ’ αγαπάει ο ίσκιος 
του χαμένου μου γονιού.

[29]

Η Κούβα («soy Cuba»), μέσα από τα μάτια του ποιητή Γεβγκένι Γεφτουσένκο, που έγραψε το σενάριο, και του σκηνοθέτη Μιχαήλ Καλατόζοφ. Βραβευμένη στις Κάννες, πέρα από ένας ύμνος στην κουβανική επανάσταση, είναι και μια καλλιτεχνική δημιουργία εμπνευσμένη και εμποτισμένη από την αίσθηση που δημιούργησε η ίδια η χώρα -η Κούβα- και ο λαός της, σε δύο ανθρώπους που ήρθαν από πολύ μακριά: τον ποιητή Γεβγκένι Γεφτουσένκο και τον σκηνοθέτη Μιχαήλ Καλατόζοφ: Η νυχτερινή και εξεγερμένη Αβάνα, οι αγρότες που βάζουν φωτιά στις καλλιέργειες για να μην καταλήξουν στα χέρια της UnitedFruitCo., οι φοιτητές που αγωνίζονται ενάντια στο καθεστώς, οι μαχητές του αντάρτικου στρατού του Φιντέλ Κάστρο.

https://youtu.be/IGy6cBXGOuU

Όχι! δε θέλω τίποτα μισό!
Θέλω ολόκληρο τον ουρανό! Τη γη ολόκληρη μπροστά μου!
Πελάγη και ποτάμια, βουνά, κοιλάδες και λαγκάδια,
δικά μου όλα! Δε θέλω να τα μοιραστώ!

Όχι, ζωή! Εμένα δε μου φτάνει το μισό,
ολότελα! Βαστούν οι ώμοι μου, με σιγουριά!
Δε θέλω ούτε το μισό της ευτυχίας
και ούτε το μισό καημό.

Μα θέλω μόνο το μισό το προσκεφάλι
όπου με τρυφερότητα σφιγμένο στην παρειά,
σαν το πεφτάστρι που υπόσχεται πολλά
στο απαλό χεράκι σου η βέρα τρεμοφέγγει.

[30]

(Ο Γιεφτουσένκο με τον Γκίνσμπεργκ το 1985)

Υπότασσε την περηφάνια σου, με άλλα λόγια υπερήφανος να είσαι.
Το λάβαρο, μέσα στο κάλυμμα δεν πρόκειται να ξεθωριάσει.
Μην κλαψουρίζεις πως δε σε καταλαβαίνουν,
κάποιος θα καταλάβει, κάποιος και θα σε εγκωμιάσει. 

Μην προωθείς τον εαυτό σου, θα φθαρθεί
η ευφυΐα σου από την ματαιοδοξία.
Η δίψα αυτοπροωθήσεων μικροπρεπών
μονάχα την αυτοκαταστροφή θα προκαλεί και την ζημία 

Η δόξα, η δυσμένεια είναι σαν επικείμενο κακό
και κολακεύουν τον εγωισμό τον κρύο.
Μη θεωρείς τιμή μεγάλη το παράσημο
μη δέχεσαι και τις φτυσιές σαν αριστείο. 

Μην περιμένεις ψώμισμα απ’ τους καλούς Κακούς
και σαν το μίασμα την λαιμαργία εξαλείφοντας
ν’ αρπάξεις μην επιθυμείς. Αυτός που θέλει όλα και αμέσως
σπεύδει να γίνει τρεμουλιάρης γέροντας. 

Κι αν είσαι σαν την καλαμιά στον κάμπο μόνος,
μην ανυψώνεσαι με την ταπείνωσή σου κάποτε.
Να είσαι λεύτερος με τα λεφτά σαν διακονιάρης,
χωρίς λεφτά μην είσαι άθλιος ουδέποτε. 

Το να φθονείς; Τίποτε δεν υπάρχει πιο χυδαίο.
Την τύχη του πλησίον σου κακόβουλα μη δεις,
την εξυπνάδα τ’ αλλουνού κρυφά να μη φθονείς,
και τη βλακεία τ’ αλλουνού κρυφά να λυπηθείς. 

Μη σε πειράζει γνώμη οποιαδήποτε
μέσα στο γλέντι ή στη δίκη μάλλον.
Μην κυνηγάς την ευτυχία να’ σαι λατρευτός,
να είσαι ικανός ν’ αγαπάς, αν και θα προτιμούν τον άλλον. 

Μη μετατρέπεις το ταλέντο σου στον άσσο-κόζι,
δεν είναι το ατού: στην αρετή και στην ανδρεία, να ποντάρεις.
Με την απλοχεριά όποιος ξιπάζεται είναι κρυφοτσιγκούνης,
με την παλικαριά αλαζονεύεται ο φοβητσιάρης. 

Μην παίρνεις πάνω σου που είσαι μαχητής,
ούτε πως είσαι στον αγώνα ο μεσαίος.
Κι ότι υπόταξες την περηφάνια, μην καμαρώνεις,
αλλιώς θα είσαι τελευταίος. 

[31]

Ο Γιεφτουσένκο υπήρξε μια δυνατή φωνή υπέρ της ειρήνης και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Όταν δολοφονήθηκε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, είχε δημοσιεύσει ποίημα με τίτλο «Πυροβολείς τον εαυτό σου, Αμερική».

«Για αρκετό καιρό, πολλοί Σοβιετικοί, δεν έγραφαν τίποτα για τις προσωπικές τους ιδέες, τα άγχη και τα συμπλέγματά τους, και, πολύ περισσότερο δεν έγραφαν τίποτα για τις δυσκολίες και τα άγχη των άλλων. Εκείνο που έχω στον νου μου, δεν είναι μόνο η υποκατάσταση του «εγώ» με το «εμείς» από την προλεταριακή πνευματική κίνηση -το «εμείς» που τυμπάνιζαν τα έντυπα, πνίγοντας την μουσική της ανθρώπινης ατομικότητας», έγραφε [32].

Αλλά εσύ δε σταματάς να ψευτοζείς
και δε σου αρκεί μονάχα αυτό το χέρι
αυτός ο ώμος και τα λυπημένα μάτια,
πισώπλατα καρφώνεις της απάτης το μαχαίρι.

Και να! ήρθε η νέμεση σκληρή:
Προδότη ! η βροχή ραγδαία σε χτυπά,
Προδότη ! στο πρόσωπο βιτσίζουν τα κλαδιά,
Προδότη! η ηχώ σε ξυλοκοπά.

Χτυπιέσαι, τυραννιέσαι και λυπάσαι
τον εαυτό σου δεν μπορείς να συγχωρείς,
Μονάχα αυτό το χέρι το γλυκό
θα συγχωρεί, αν και ο ίδιος απορείς, γιατί;

Μονάχα αυτός ο κουρασμένος ώμος
θα συγχωρέσει τώρα και πολλές φορές μετά.
Μονάχα αυτά τα μάτια τα θλιμμένα
θα συγχωρούν καμώματά σου ασυγχώρητα.

[33]

Επί πολλά χρόνια η καταστροφή γύρω του ήταν ακραία, εκείνος όμως επέμενε ότι κι αυτό ακόμα πρέπει να το αντέξει. Όταν η Σοβιετική Ενωση διαλύθηκε, μπόρεσε, επιτέλους να την εγκαταλείψει και να πάει στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Τούλσα στην Οκλαχόμα.

Τον καιρό του Γαλιλαίου, ένας συνάδελφός του επιστήμονας

 δεν ήταν πιο χαζός απ’ότι ο Γαλιλαίος.

 Ήξερε πολύ καλά ότι η Γη γυρίζει,

αλλά είχε και πολλά στόματα να θρέψει. 

[34]

Μέσα από τα δάχτυλά μου πέρασε ένα κύμα μαλλιών,μα πού είναι-

το κύμα των μαλλιών σου;

Στη σκιά σου

σαν θηρίο πιάστηκα

Και γονατιστός μπροστά της κυλιέμαι.

Μα η σκιά είναι σκιά.

δεν έχει η σκιά την ζεστασιά της σάρκας,

μέσα στην οποία υπάρχει μια ζεστή ψυχή.

Άσαρκο όραμα,

Άκαρπο μέσα μου μπήκε και μου τρώει την ψυχή.

Σε νίκησα με παιχνίδι και παραλήρημα

και γιατί είμαι ελεύθερος

κι όχι δικός σου.

Τώρα πιστός στην ελευθερία μου είμαι

μάταια το φάντασμα μέσα στο κεφάλι μου φοβάμαι.

Τώρα καταριέμαι εκείνα τα χρόνια

που τον έρωτας ψέμα θεωρούσα.

Τώρα παρακαλώ την σκλαβιά

Μα ελεύθερο μ’ αφήνεις εκδικητικά.

Πόσο πίστευα στα μάτια και την πόρτα σου,

μα έψαχνα μάτια και πόρτες άλλων.

Γιατί μας χρειάζεται το έγκαυμα της απιστίας,

ενώ ο πίστη μας κακομαθαίνει;

Δεν ήξερα ζήλια τι θα πει.

Εσύ την ξύπνησες

μέσα μου, σκίζοντας την καρδιά μου.

Τώρα πια δικός σου για πάντα είμαι.

Νίκησες.

Νίκησες με το να μην είσαι

δική μου.

[35]

Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία

τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις

θυμήσου εκείνο που μουρμούρισες μια μέρα:

«Κι αυτό ακόμα πρέπει να το αντέξω».

[36]

 

Η αγάπη μου θά ’ρθει, ναι,
θ’ ανοίξει την αγκάλη της, θα με κλείσει μέσα,

θα καταλάβει τους φόβους μου, θα δει που έχω αλλάξει.

Μέσ’ απ’ το χυμένο σκοτάδι, από την πίσσα μέσα της νύχτας
θα κλείσει δίχως να κοντοσταθεί με δύναμη την πόρτα του ταξιού,
τις σκάλες θ’ ανεβεί με το αμυδρό φως του φακού της,
που ’χει για μπαταρίες τον έρωτα και την ευτυχία της αγάπης.

Λαχανιασμένη θ’ ανεβεί επάνω, όχι, την πόρτα δεν θα τη χτυπήσει,
θα πάρει το χέρι μου στα χέρια της,
και όταν θα ρίξει το παλτό της στην καρέκλα,
αυτό θα πέσει στο πάτωμα – ένας σωρός χρώματος μπλε.

[37]

Το 1965 ένωσε την φωνή του με την Άννα Αχμάτοβα, τον Ζαν Πωλ Σαρτρ και άλλους διανοούμενους, εναντίον της δίωξης του Γιόζεφ Μπρόντσκι από τις σοβιετικές αρχές. Το 1968 συνυπέγραψε κείμενο εναντίον της επέμβασης στην Τσεχοσλοβακία. Την ίδια χρονιά, άρχισε να διδάσκει ποίηση στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ωστόσο, τόσο ο Μπρόντσκι όσο και άλλοι αντιφρονούντες συγγραφείς, -όπως οι Αντρέι Σινιάφσκι και Γιούλι Ντανιέλ-, οι οποίοι, -αντίθετα με τον Γιεφτουσένκο-φυλακίστηκαν, αμφισβήτησαν την αληθινή του συνείδηση και τον κατηγόρησαν για διπροσωπία.

(Το ποίημα «Η πόλη του Ναι και η πόλη του ‘Οχι», που απήγγειλε ο Γιεφτουσένκο σε Πανεπιστήμιο της Αμερικής μπροστά στον Τζων Κένεντι και που μετέφρασε ο Δ. Σ. Μασούρης σε δημοσίευμα στο περιοδικό «Νέα Εστία» τον Νοέμβρη του 1978).

 

Ποιά είναι η αληθινή η φάτσα του προσώπου;
Σπουδαίο πρόβλημα για την ανθρώπινη τη ράτσα
μέχρι να βρουν την άκρη
με την ίδια τους τη φάτσα.

Άγνωστο στους ανθρώπους είναι

το «εγώ» το δικό τους
Λίγοι είν’ αυτοί που ξέρουν
τον εαυτό τους.

Χουβαρντάς αυτοβαπτίζεται ο σφιχτός,
σαν σοφό τον εαυτό του έχει ο χαζός.
Ο Παντοδύναμος στενοχωριέται καμιά φορά, σκουλήκι είμαι!
Και το σκουλήκι άφοβα σφυρίζει, Θεός είμαι!

Σέρνονται ιταμά τα ερπετά επάνω,
κραυγάζει ο δειλός, γενναίος είμαι!
Μονάχα ο ελεύθερος ο άνθρωπος
πιστεύει: σκλάβος είμαι!

[38]

(The Bratsk Station, 1966)

Δε μου αρέσουν οι εξτρεμιστές…
Βαριέμαι τη φλυαρία και την πνευματική τους διαφθορά.
Ομοίως αναδίδουν δυσοσμία της ρουτίνας
και η ακροδεξιά, και η ακροαριστερά.

Στην κοινωνία μας που είναι ρουτινιέρικη διπλά
όπου επιζητούν την εξουσία με τη βόμβα κάτω απ’ τον κόρφο,
η σωτηρία δεν βρίσκεται ούτε στο «ζήτω!» το φανατικό,
ούτε στο «κάτω!» το μοχθηρό και καταστρεπτικό.

Όμως ανάμεσα στα υπέρ και τα κατά,
σαν να ‘ναι μεταξύ δύο πυρών
η τρίτη βρίσκεται ρουτίνα των μεσαίων:
η λιγόψυχη, σιχαμερή ρουτίνα των παστρικών.

[39]

Το 1977, ο Γιεφτουσένκο κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο, έγραψε το ποίημα «Περιστερώνας». «Ο πρώτος ξένος ποιητής που ένιωσε το δράμα της Κύπρου και το απέδωσε με τόσο τραγικό τρόπο», αναφέρει σε συνέντευξή της η δημοσιογράφος και συγγραφέας Έλλη Παιονίδου. «Είμαστε φίλοι για πάρα πολλά χρόνια», συνεχίζει. «Είχα μεταφάσει το μεγάλο επικό ποίημα «Η μάνα και η βόμβα νετρονίου», («Mama I Neitronaiia Bomba I Drugie Poemy («Mother and Neutron Bomb and Other Poems»). Γραφει ο σύζυγος της, Πανίκος Παιονίδης στο βιβλίο του, όπου αναφέρει περιστατικά με διάφορα «δημόσια» πρόσωπα, με τα οποία ήρθε σε επαφή όταν διατέλεσε γενικός γραμματέας του συμβουλίου ειρήνης: (Μετά την ανατροπή του σοβιετικού συστήματος, ο Γιεφτουσένκο, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη).

“Έψαξα απ’ εδώ κι απ’ εκεί για να τον βρω, και κάποιος Ρώσος διπλωμάτης που είχα γνωρίσει, μού υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου διέμενε. Ήταν κοντά στο Μετροπόλιταν. Πήγαμε στο ξενοδοχείο και τον συναντήσαμε […]Το 1977, ήρθε ο Γιεφτουσένκο στην Κύπρο και ήταν ο πρώτος ξένος ποιητής που έγραψε ποίημα για την Κύπρο, τον «Περιστερώνα». Όλες οι εφημερίδες είχαν δημοσιεύσει τότε το ποίημα του. Είχαμε πάει όλοι μαζί στο Τσακκιλερό, για να συναντήσουμε τον ποιητή Παύλο Λιασίδη. Εκεί, η κόρη του Λιασίδη άρχισε να περιγράφει πώς έχασε τον άντρα της. Είχαν φύγει από το χωριό τους, την Περιστερώνα Αμμοχώστου, και θυμήθηκαν ότι είχαν ξεχάσει τον πεθερό, που ήταν στο περβόλι. Και ξεκίνησε ο σύζυγός της να πάει πίσω για να τον φέρει. Κι όπως έμπαινε στο χωριό, τον τσάκωσαν οι Τούρκοι στρατιώτες και τον δολοφόνησαν. Μαζί του ήταν ένα παιδάκι που ξάπλωσε στην καρότσα και κατόρθωσε να φύγει. Πάνω στην ιστορία αυτή γράφτηκε το ποίημα “Περιστερώνας”, του Γιεφτουσένκο. Από το Τσακκιλερό πήγαμε στη Δερύνεια, όπου ο ίδιος μάς ζήτησε να κάτσει σε ένα ήρεμο μέρος για να γράψει κάτι. Και πήγαμε στο σπίτι του ζωγράφου Γιώργου Σκοτεινού στην Αγία Νάπα. Έκατσε δύο ώρες σε μια αίθουσα μόνο με έργα γύρω του. Ήταν ο «Κύκλος της Καταγγελίας» του Γιώργου Σκοτεινού. Εκεί, έγραψε το ποίημα. Βγήκε από το δωμάτιο και μας το απήγγειλε. Κάτσαμε όλη νύχτα με την Έλλη και το μεταφράσαμε στα ελληνικά. Δημοσιεύθηκε σε όλες τις εφημερίδες στην πρώτη σελίδα, και την επόμενη μέρα η Έλλη το απήγγειλε σε φεστιβάλ ποίησης στη Λευκωσία» [40].

(Γιώργος Σκοτεινός, Νίκη Μαραγκού, Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, Έλλη Παιονίδου)

 

Ώ ομορφιά, στα δυο τεμαχισμένη

σπαρταρούσες, ξεψυχούσες – Αφροδίτη βιασμένη

κάτω από τα βαριά κορμιά των τούρκικων των τανκς.

Μα δεν χάνεται ποτές η ομορφιά,

ακόμη κι η ομορφιά η βιασμένη,

είναι αγνή μπροστά στον εαυτό της,

είναι αγνή και στο θεό μπροστά.

Μιλήστε, χαμένα εσείς χωριά,

μιλήστε εσείς, ρίζες ξεριζωμένες,

μιλήστε, εικόνες ποδοπατημένες

μιλήστε εσείς νηστιές σβησμένες,

που δεν τις άναψε κανείς, τρίτη χρονιά.

Μιλήστε, κούνιες δακρυσμένες

που τρία χρόνια δεν κουνήσατε παιδιά.

Μίλα, καταυλισμέ Τσακκιλερή,

μ’ αυτή την πέτρινη, την τραγική μορφή.

Καταυλισμέ, θυμάσαι; Άνθρωποι έσπερναν λιοστρόφια

από σποράκια που έμειναν ατόφια,

τυχαία, σε κάποια τσέπη κάποιου, εκεί.

Σπόροι από μια ελπίδα μυστική

να ξαναβρούνε τα κλεμμένα.

Να, τα λιοστρόφια ορθώθηκαν  ψηλά,

λυγίζουν το κορμί τώρα βαριά,

στρέφουν τα πρόσωπά τους λυπημένα

από τον ήλιο. Στα κεφάλια τυλιγμένα

έχουν μαντήλια κίτρινης φωτιάς-

ίδιο φωτοστέφανο της Κύπρου

Τα λιοστρόφια με κεφάλια στριμωγμένα μες το πλήθος

σαν μέσα σε ολονυχτία

πίσω κοιτάζουνε με νοσταλγία,

πίσω, στων σπόρων την πατρίδα.

Κοιτάζουνε: Στο χώμα εκεί, στην άκρη

που ρούφηξε το τόσο τους το δάκρυ

γυναίκες βλέπουν μαυροφορεμένες,

 λουλούδια κόκκινα, λουλούδια

που είναι μικρά μνημεία

για τους ξεριζωμένους- ώ, ομορφιά,

πόσο είσαι παντοδύναμη μεσ’ την ανήμπορή σου την αδυναμία

βοήθεια περιμένοντας από την ομορφιά

οι άνθρωποι ομορφαίνουνε κι αυτή τη δυστυχία,

κι αυτή τη δυστυχία.

Πόσο μου είναι οδυνηρό στο σπίτι

Του πρόσφυγα ποιητή.

Πώς να σκεπάσεις με λουλούδια τη δυστυχία, πώς μπορείς;

Παύλο, μια και δεν φτάνουν την τραυματισμένη σου τη γης

οι επίδεσμοί σου, στηρίξου για να κρατηθείς

στην πονεμένη σου φλογέρα,

αχ, τη φλογέρα σου, τον δακρυσμένο κήρυκα του καλαμιώνα,

που δεν σε φτάνει από τα σύνορα εκεί πέρα.

Η κόρη σου, σαν από άλλο κόσμο, να παραμιλά

Περιστερώνα, Περιστερώνα.

Κάπου  σ’ εκείνο το χωριό που ’χει περιστεριού μορφή

κάτω εκεί από τη γη

είναι σκοτωμένος,

ο αγαπημένος.

Στον τάφο του, όμως, ν’ ακουμπήσει δεν μπορεί

ούτε λουλούδι πάνω από τις ξιφολόγχες.

Απ’ τις δυνάμεις της είναι πάρα πάνω αυτό,

οι ερπύστριες κύκλωσαν το τρακτέρ το ειρηνικό,

ούρλιασαν, κύλησαν στο χόρτο το καμένο

το ματωμένο, ώ στάρι,

πώς δεν τον έκρυψες στα σπλάχνα σου βαθειά,

στάρι, που εκείνος σ’ έσπειρε… Και πάει.

Ο δολοφόνος χάθηκε παράνομα, κρυφά.

Περιστερώνα, Περιστερώνα.

Τινάζεται το κλάμα της,  σαν περιστέρι φτερουγίζει.

Μα δεν μπορεί να βρει περιστερώνα.

Κύπριοι πρόσφυγες-παντοτινή ντροπή

για όλο τον κόσμο, και όλοι αυτοί,

που δεν νιώθουν ντροπή, νάναι καταραμένοι, νυν και αεί.

Υπάρχουν κι άλλου είδους πρόσφυγες-ξεδιάντροποι πολλοί:

Πρόσφυγες από την αλήθεια προς το ψέμα,

πρόσφυγες προς την αδιάφορη ευγένεια,

πρόσφυγες  προς τη γαργαριστή τη μουσική,

πρόσφυγες στο ποδόσφαιρο, στην άνετη ζωή,

πρόσφυγες στις πομπώδεις συνεδρίες.

Κιοτήδες πρόσφυγες-δραπέτες της κοινής τους συφοράς,

μα τι θα γίνει αν δεν ξυπνήσει

η ανθρωπότητα, αν δεν βογκήσει

με βογγητό πιο δυνατό από της καμπάνας το σκοπό

για τον αγώνα;

Περιστερώνα, Περιστερώνα!

Ακούτε; Κάτω από το τανκ βογκά η εικόνα

Περιστερώνα, Περιστερώνα!

[41]


«Υπάρχουν πολλοί άλλοι ποιητές που εξακολουθούν να γράφουν, ακόμα κι όταν η ζωή τους δεν έχει πια καμιά σχέση με την ποίηση, προσπαθώντας να παρουσιαστούν στους άλλους σαν κάτι διαφορετικό από ´κείνο που είναι στην πραγματικότητα. Τότε όμως είναι μόνο γι ´ αυτούς ποίηση αυτό που γράφουν. Η ποίηση δεν μπορεί να εξαπατηθεί. Και τους εγκαταλείπει»
, αναφέρει στην αυτοβιογραφία του [42]

[…]Δεν πρέπει να φοβάσαι την βαριά ποινή,
Αλλά να φοβάσαι την ευτυχία την φτηνή.
Δεν πρέπει να φοβάσαι να είσαι έντιμος και δαρμένος,
αλλά να φοβάσαι να είσαι ψεύτης και χορτασμένος!

Στους φόβους στα μούτρα γελάστε,
μόνο την δική σας τη δειλία πρέπει να φοβάστε!

[43]

«Είναι το φεστιβάλ του Καστέλ Πορτσιάνο (28-30 Ιουνίου 1979), φεστιβάλ διεθνούς ποιήσεως. Έχει μεσολαβήσει ό,τι μεσολαβήσει, έχει υπάρξει εκείνο το φανταστικό Σάββατο όπου γίνεται το θαύμα, 30.000 άνθρωποι ενώνονται όλοι μαζί, εκεί στην πιάτσα, γίνεται τελικά η ποιητική βραδιά. Την άλλη μέρα, όλοι ευτυχισμένοι, κατά το μεσημέρι, έχουμε ξυπνήσει, έχουμε πιάσει τους ήλιους βλέπεις κόσμο ο οποίος φεύγει, πάει, έρχεται αλλά και μερικοί οι οποίοι δεν το’ χουνε κέφι και πολύ πολύ να κουνηθούνε. Οπότε έχω αράξει εγώ με τον Φερλινγκέτι -δεν ξέρω πως, ήταν πάντως πολύ συμπαθητικός άνθρωπος, η κοπέλα του και τα λοιπά…Εγώ, ο Γκόρπας, η Σαρλότ, ο Φερλινγκέτι, η κοπέλα του και μιλάμε- λέμε διάφορα πράγματα. Περνάει έτσι ωραία ο χρόνος, περνάν και κάτι Γερμανοί, μας χαιρετάνε. Κάποια στιγμή, χωρίζουμε. Παίρνουμε το τρενάκι και ανεβαίνουμε στη Ρώμη. Όλα αυτά γίνονται σε μια παύση των γυρισμάτων της «Πόλης των γυναικών» (La città delle donne» (1980) του Φελλίνι. Έχουμε διακόψει απ’ την Παρασκευή, μια μεγάλη σκηνή εκεί που είναι το σπίτι του Κατσόνε, εκεί που είμαστε γύρω ένα πλήθος και κοιτάμε. Εγώ είμαι, τώρα, σε πρώτο πλάνο. Μόλις πάω στο στούντιο λοιπόν τη Δευτέρα το πρωί –»Έλα, έλα Τόρνες Το…Το …δεν μπορώ να το πω αυτό το επίθετο», έχει το νεύρο του πρωί πρωί ο Φερντερίκο. «Τόρνες» του λέω. «Ναι, Τορνές» -στήνεται το πλάνο, ο Ροτούνο ετοιμάζει τα φώτα, αλλά αργά αργά, σιγά σιγά τα φώτα ψήνεται εκεί αργά. Δουλεύαμε στο «θέατρο 5». Μόλις έμπαινες από την κεντρική πόρτα στο χώρο που γυρίζαμε υπήρχε ένα τεράστιος διάδρομος για να φτάσει στο σπίτι του Κατσόνε, αλλά έβλεπα απ’ το πλατώ, γιατί ήταν ένα χώρισμα πλεξιγκλάς…Και βλέπω, λοιπόν τουριστικά ντυμένο, τον Γιεφτουσένκο, με τον οποίο είχαμε συγκρουστεί στο συνέδριο των ποιητών, να μπαίνει στο στούντιο, φουλαράκι και τα λοιπά, φωτογραφική μηχανή, και να πηγαίνει κοντά στον Φελλίνι. Αγκαλιές, φιλιά (γνωρίζονται από παλιά) και, κάποια στιγμή ο Φελλίνι γυρίζει να δει τι γίνεται: «Έλα Τορνές, πάμε», ξέρω γω, ας πούμε. Οπότε κι ο Γιεφτουσένκο συγκεντρώνει το βλέμμα του εκεί που είναι γυρισμένη η κινηματογραφική μηχανή, και ξαφνικά βλέπει εμένα σε πρώτο πλάνο. Και «του τη δίνει». «Πως είναι δυνατόν», θα σκέφτηκε, «το Σάββατο μ’ αυτόν τσακωνόμαστε στο Καστέλ Πορτσιάνο και τώρα σε πρώτο πλάνο σε ταινία του Φελλίνι;» .Τρελάθηκε. Τον είδα που χάθηκε έτσι, είπα «στάσου μην πάθει τίποτα!»,  πήγα και τον βρήκα: «Γεια σου, τι κάνεις Γιεφτουσένκο». Αυτός τι να πει: «Α, καλά ευχαριστώ». Αυτά με τον Γιεφτουσένκο και την ταινία του Φελλίνι…Αλλά για να δείτε τι εντύπωση του έκανα, έγραψε ένα άρθρο στο «Λιτερνατούρναγα Γκαζέτα» το οποίο το διάβασα, μου το φέρανε. Ήτανε ολόκληρο κομμάτι. Και με αναφέρει: «Ο Έλληνας Σταύρος», λέει και δείχνει να με παίρνει στα σοβαρά» [44].

Το βιβλίο «Βατόμουρα της Σιβηρίας», (Yagodnyye Mesta»-«Wild Berries), γράφτηκε το 1981. Το σπονδυλωτό αυτό μυθιστόρημα, είναι ένα πολυσύνθετο αφήγημα που αφορά τις μέρες κατάρρευσης του κομουνισμού στη Ρωσία, αλλαγή τόσο δραματική στη ζωή των πολιτών. Η δράση εκτυλίσσεται στην απέραντη Σιβηρία, κι αυτή η Σιβηρία δεν είναι μόνο εκείνη των Γκουλάγκ, είναι επίσης η Σιβηρία των βατόμουρων που φυτρώνουν στα σκοτεινά της δάση. Γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας: «Το πιο ενδιαφέρον απ’ τα βιβλία μου. Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα «ποταμό«. Ένα μυθιστόρημα, όμως που δε θα θύμιζε Ντοστογιέφσκι ή τον «Δόκτορα Ζιβάγκο». Συναντά κανείς σ’ αυτό το βιβλίο, ένα πλήθος χαρακτήρων: χωρικούς, γεωλόγους, σπουδαστές, νέους Ρώσους ποιητές, Αμερικανούς τραγουδιστές της ποπ, έναν κοσμοναύτη που κρίνει από κει ψηλά τα όσα παράλογα συμβαίνουν στη Γη, -τους πολέμους, τη γραφειοκρατία, τις πολιτικές διαμάχες και τα σύνορα-. «Τα βατόμουρα της Σιβηρίας», είναι  το χρονικό μιας ολόκληρης εποχής, που ξεκινά απ’ το ρωσικό εμφύλιο πόλεμο και φτάνει σ’ έναν περισσότερο σύγχρονο κόσμο, περνώντας μέσα απ’ το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τον πόλεμο του Βιετνάμ και την δολοφονία του Αλιέντε, μια εικόνα της σύγχρονης σοβιετικής κοινωνίας. Υπάρξεις γήινες και ζωντανές, υποφέρουν από αγάπη, από μοναξιά ή απ’ τις πληγές ενός «λάθους» του παρελθόντος. Οι πιο προσωπικές εξομολογήσεις συμπλέκονται στη δίνη της ιστορίας, στις απειλές του παρόντος και του μέλλοντος, ξανασυναντάμε στα «Βατόμουρα της Σιβηρίας» το ανεξιχνίαστο βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης [45].

Κάτ’ απ’ την κλαίουσα ιτιά
στην άκρη κάποιας όχθης συλλογιέμαι:
πώς την αγαπημένη μου να κάνω ευτυχισμένη;
Μήπως είμαι αδύναμος, αναρωτιέμαι;

Δεν της αρκούν και τα παιδιά και οι ανέσεις,
οι άθλιες νυχτοπορείες για επίσκεψη ή σινεμά.
Εμένα θέλει δίπλα της, όλο δικό της
αλλά ο χρόνος έχει φθείρει τα δεσμά.

Του τόπου τα προβλήματα στους ώμους έβαλα
έτσι, ώστε τους γέμισα αγιάτρευτες πληγές.
Για την αγαπημένη μου των ώμο δεν εφύλαξα
να ονειρεύεται εκεί κάποιες στιγμές.

Ρυτίδες της εχάρισα αντί λουλούδια
στα βαρετά την άφησα οικιακά,
κρυφά και ύπουλα προδίδουν οι «γενναίοι» άντρες,
και οι γυναίκες συνήθως απ’ την προσβολή, επεισοδιακά.

Πως την αγαπημένη μου να κάνω ευτυχισμένη,
με τι μπροστά της θα εμφανισθώ;
Αν την αγάπη μας της πρόσφερα σκουληκιασμένη
με το πρώτο μισοδάγκωμα δειλό.

Πολύ παράξενη χαρά: πολλές φορές χωρίς αιτία
αυτούς που αγαπάς να αδικείς.
Πώς την αγαπημένη του να φέρει δυστυχία
ξερ’ ο καθένας, μα πώς την ευτυχία — κανείς!

[46]

Η «Αρνταμπιόλα»(1981), -όνομα φυτού-, είναι ένα βιβλίο με παράξενους συμβολισμούς και πολλά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Αυτό το φανταστικό μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1989. Ο ήρωας του, ένας βιολόγος, καταπιάνεται με ένα πείραμα, προσπαθώντας να διασταυρώσει ένα φυτό με ένα έντομο. Το αποτέλεσμα θα επηρεάσει την ζωή του σε τέτοιο βαθμό, ώστε κι όταν ακόμη ολοκληρώσει την «έρευνα» του, το φυτό-δημιούργημα τον ακολουθεί παντού.

[…]Η κοπέλα ένιωσε το βλέμμα επάνω της. Υπάρχουν βλέμματα που γλιστρούν επάνω σου και δε σε βαραίνουν. Αυτό το βλέμμα όμως ήταν τόσο βαρύ, που την έκανε σχεδόν κι ανατρίχιασε. Η κοπέλα στεκόταν στον πίσω εξώστη του γεμάτου παλιού τραμ και ήταν τόσο στριμωγμένη στο παράθυρο, που το γείσο της τραγιάσκας της είχε σχεδόν κολλήσει στο τζάμι. Το βλέμμα που αισθάνθηκε δεν ερχόταν μέσα από το τραμ. Κοίταξε από το παράθυρο και είδε ότι ανήκει σε κάποιον, καθισμένο σ’ ένα πορτοκαλί στέισον-βάγκον που ακουμπούσε σχεδόν στον προφυλακτήρα του τραμ. Το παρμπρίζ του ήταν μέσα στις σκόνες έτσι που το πρόσωπο μόλις και διαγραφόταν πίσω του, μα τα μάτια φαίνονταν ολοκάθαρα, λες και υπήρχαν ξεχωριστά, ανεξάρτητα από το πρόσωπο. Μοιάζανε σαν δυο αφύσικα γαλάζιες, φωτεινές χάντρες κρεμασμένες στον αέρα πάνω από το τιμόνι ενός άδειου αμαξιού, που πήγαινε από μόνο του, χωρίς οδηγό. Η κοπέλα με την τραγιάσκα ένιωσε να σκιάζεται[…] [47]

Το φλιτζανάκι με κερί στο σκοτάδι μέσα
σιγόσβησε, όποτε
το κερί λιώνει
και δεν αποκαθίσταται.
Με το ροκάνι επιδέξιων ποιητών
ο στίχος κατσαρώνεται,
όμως το θαύμα των σγουρών μαλλιών του Πούσκιν
δεν ανανεώνεται.
Από τα χείλη χιλιάδων γυναικών
μόνο η γεύση της απογοήτευσης σου έρχεται
αλλά η γεύση του καρπουζιού των παιδικών ετών
με τίποτα δεν επανέρχεται.
Εκείνος που κατάστρεψε μια οικογένεια
στην άλλη δεν προσαρμόζεται,
και η φιλία που θρυμματίζεται κατ’ απ’ το πόδι
δεν ξαναχτίζεται.
Στα ξένα χέρια είναι τα ηνία
με τα οποία οι λαοί συγκρούονται.
Οι άνθρωποι, έστω και στα ουράνια,
δεν ανασταίνονται.
Τα μούτρα πάντα ψευδογελαστά
με χείλη αιματοβαμμένα,
αγγελοπρόσωπα δεν ξαναγίνονται,
τα διαβολεμένα.
Μόνο με εξέγερση της αιδούς
κατά της αναίδειας,
θα αποφύγουμε την τιμωρία
της Γης της άδειας.
Μονάχα με επανάσταση του προσώπου
ενάντια στην απροσωπία
θα μείνουνε ίχνη της ζωής
στον Γαλαξία.

[48]

Ένας σκηνοθέτης, δεν θα ´πρεπε να είναι μόνο επαγγελματίας. Πρέπει να είναι ένας μεγάλος φιλόσοφος.

Το 1987 έγινε επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων. Το 1989 εκλέχτηκε μέλος του Σοβιετικού Κοινοβουλίου, εκπροσωπώντας το Χάρκοβο, όπου υποστήριξε πολιτικά τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και αργότερα τον Μπόρις Γιέλτσιν, -τον οποίον όμως αποκήρυξε όταν ο τελευταίος έστειλε τανκς στην Τσετσενία.

Τα τελευταία χρόνια, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην πατρίδα του και τις ΗΠΑ, όπου δίδασκε ρωσική και ευρωπαϊκή ποίηση και ιστορία του κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο της Τούλσα στην Οκλαχόμα, και στο Queens College του Πανεπιστημίου της Πόλης της Νέας Υόρκης.

Ο Ρότζερ Μπλέις, κοσμήτωρ του Πανεπιστημίου της Τούλσα, δήλωσε ότι «ο Γεφτουσένκο παρέμεινε ενεργός δάσκαλος μέχρι και την τελευταία του στιγμή, καθώς οι παραδόσεις του περί την ποίηση ήταν διαχρονικά δημοφιλείς. Του ήταν δύσκολο να βάλει κακούς βαθμούς στους φοιτητές, επειδή του άρεσε τόσο πολύ που τους είχε», συμπλήρωσε ο Ρότζερ Μπλέις [49].

(Divided Twins: Alaska and Siberia – Razdel’ennye Bliznetsy), 1988

Να δώσει ο Θεός να ξαναβλέπουν οι τυφλοί,
να ανορθώσουν οι καμπούρηδες τις ράχες.
Να δώσει ο Θεός να γίνεσαι Θεός για μια στιγμή
και να νικάς τις πιο μεγάλες μάχες.

Να μη σου δώσει ο Θεός να καταντήσεις στην πολιτική,
από την τέχνη κούφιας φράσης κράτα αποστάσεις.
Να δώσει ο Θεός χωρίς να κλέβεις πλούσιος να είσαι,
βεβαίως, αν συνδέονται αυτές οι καταστάσεις.

Να δώσει ο Θεός να είσαι πονηρός
να μη σε φάει στ’ άψε-σβήσε κάποια σπείρα.
Ούτε να είσαι δήμιος και ούτε θύμα,
ούτε ανύπαντρος να είσαι ούτε χήρα.

Να δώσει ο Θεός, λιγότερες πληγές
όταν συμβαίνει ένας καβγάς μεγάλος.
Να δώσει ο Θεός να δεις χώρες πολλές
όμως να μην ξεχάσεις της πατρίδας σου το κάλλος.

Να δώσει ο Θεός να μη σε αδικήσει ο λαός
να μη σε διώχνει η χώρα σου στην εξορία.
Να δώσει ο Θεός, να σ’ αγαπάει η συμβία σου,
έστω και άφραγκο και δίχως εργασία.

Να δώσει ο Θεός οι ψεύτες άφωνη να γίνουν,
να μη σκορπίζουν απιστία.
Να δώσει ο Θεός να δούμε τον Χριστό
να σώσει μάς απ’ την φαυλοκρατία.

Χωρίς Σταυρό, αλλά με το σταυρό στο στήθος
κι αν κάνουμε σταυρό αδιάφορα, τρεχάλα.
Για να μην χάσουμε το ήθος,
να δώσει ο Θεός απ’ το Θεό μια στάλα

Να τα δώσει ο Θεός, όλα και σε όλους.
με όλη την ουράνια καλοσύνη.
Ό,τι επιθυμείς να δώσει ο Θεός
όμως μετά να μην αισθάνεσαι αισχύνη.

[50]

 

(Stalin´s funeral σε σκηνοθεσία και σενάριο του Γιεφτουσένκο, 1990)

Η νουβέλα του με τίτλο «Μην πεθάνεις πριν τον θάνατό σου», («Ne Umirai Prezhde Smerti»-«Don’t Die Before You’re Dead»), γραμμένη το 1993, περιστρέφεται γύρω από τα γεγονότα των ημερών 19-21 Αυγούστου, κατά την διάρκεια του πραξικοπήματος της Σοβιετικής κυβέρνησης. Πρόκειται για ένα πολιτικό και ταυτόχρονα αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου ο συγγραφέας, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στα κρυφά ελατήρια του πραξικοπήματος του Αυγούστου του 1991 και στις άγνωστες πτυχές του Γέλτσιν, του Γκορμπατσόφ και του Σεβαρντνάτζε. Οι χαρακτήρες της νουβέλας είναι φανταστικά αλλά και υπαρκτά πρόσωπα, -συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του συγγραφέα. Ο Palchikov, ένας πολιτικός με κατοικίδιο έναν σκατζόχοιρο, -που τον χωρίζει η γυναίκα του αλλά αργότερα ξανακερδίζει την αγάπη της, ο Prokhor Zalyzin, ένα διάσημο πρωήν αστέρι του χόκεϋ, -γνωστός και ως Lyza-, και η ερωμένη του, το «καράβι», μιας και αναφέρεται «πως πάντα θα είναι το καράβι που θα τον περιμένει στο λιμάνι». Η γενική διάθεση του διηγήματος είναι τραγική, και η νουβέλα τελειώνει με το ποίημα «Αντίο κόκκινη σημαία μας», με το οποίο ο Γιεφτουσένκο θρηνεί την πτώση του κομμουνισμού, εκφράζοντας παράλληλα την ελπίδα ότι το ρωσικό κράτος δεν θα κάνει τα ίδια λάθη.

(Εικονογραφημένη έκδοση του βιβλίου «The Silent City»,
του Erez Yakin και του Γιεφτουσένκο, 1995)

στον Ι. Χ.

Η εκκλησία πρέπει να ‘ναι γεμάτη δέηση
και ο αέρας της πρέπει να πονεί,
από την άφωνη οδύνη
και από προσευχή σιωπηλή.

Το σπίτι επιβάλλεται να έχει
τους φίλους και τα παιδιά σαν αγαθά.
Ο λόγος πρέπει να υψώνεται
σαν έρχεται απ’ τις πλαγιές του Γολγοθά.

Απ’ την αγάπη απαιτείται τρυφερότητα.
να μη λιγοστεύει επίσης,
και αν τυχόν εξαντληθεί
να μη μεταπλαστεί σε μίσος.

[51]

Ο Πάνος Τριγάζης αναφέρει: «Είχα την τύχη να τον γνωρίσω, το καλοκαίρι του 1999, όταν είχε έρθει στην Αθήνα, συνοδευόμενος από τον Κύπριο ποιητή Πανίκο Παιονίδη και τη σύζυγό του, συγγραφέα Έλλη Παιονίδη. Εκείνη η συνάντηση -αν θυμάμαι καλά- είχε γίνει στο Μαρούσι, στο σπίτι του συγγραφέα Νίκου Δήμου. Την επομένη τον προσκάλεσα να επισκεφθεί τον Βύρωνα, θέλοντας να εξασφαλίσω τη συμμετοχή του σε διεθνές κέντρο βυρωνικών μελετών και διαπολιτισμικής συνεργασίας που είχα προτείνει να δημιουργηθεί από τον Δήμο Βύρωνα. Είχε ενθουσιαστεί με την ιδέα και την υποστήριξε. Αφού συναντηθήκαμε, σκέφτηκα να του δείξω τα βουνά της Αττικής και τον Σαρωνικό από μια πλαγιά του Υμηττού, όπου ο Μπάιρον είχε περιηγηθεί και υμνήσει. Πράγματι, ανεβήκαμε σε έναν λόφο, ανάμεσα στα στρατόπεδα και τον Καρέα. Μαζί ήταν και η πολύ νεότερη γυναίκα του, καθώς και ο Π. Παιονίδης. Τραβήξαμε τις συνήθεις φωτογραφίες και απολαύσαμε τη θέα. Μπροστά είχαμε τον Σαρωνικό, με το Φάληρο και τον Πειραιά μια δρασκελιά. Απέναντι την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό. Στο βάθος την Πάρνηθα και δεξιά την Πεντέλη» [52].

Ο Γεβγκένι Γεφτουσένκο, τάχθηκε και υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα· στην επιστολή που έστειλε στην Βρετανική Επιτροπή, ο ποιητής τόνζε ότι «η Ελλάδα είναι το λίκνο του παγκόσμιου πολιτισμού», καθώς και πως «όλοι έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, ακόμη και οι Ρώσοι, ακόμη και αυτός που κατάγεται από την Σιβηρία…Όλοι μας πρέπει να γίνουμε οι πνευματικοί κίονες για την αναγέννηση του Παρθενώνα. Το κάθε θραύσμα από τα ερείπιά του πρέπει να επιστραφεί στη γη όπου δημιουργήθηκε», πρόσθετε στο τέλος της επιστολής [53].

Παρασκευή 22/10/1999

Λένε πολλοί

πως δεν έχει ψυχή

το βάλς.

Βρήκαν το βαλς

ντεμοντέ, ξεχασμένο.

Κι όμως εγώ θα θυμάμαι 

για πάντα το βαλς

το βαλσάκι μου το πρώτο 

και δεν ξέρω το γιατί.

Της μόδας χοροί

ασυνάρτητοι, ζωηροί.

Γέμισαν βοή του πλανήτη τις πίστες.

Όμως εγώ στην ψυχή μου

κρατάω το βάλς.

Ας κυλούν οι εποχές…

Ποτέ στις ψυχές δεν παλιώνει το βαλς.

Αγνοεί το βαλς τις μόδες και τις τάσεις.

Χορεύει βαλς η εγγονή

και η γιαγιά της 

ο Στράους κάπου βρίσκεται 

κοντά μας.

Χορεύει με ρυθμό 

και δίνει παλμό.

[54]

Κατάρα του αιώνα η βιασύνη που μειώνει,
οι άνθρωποι μετατράπηκαν σε ρομπότ,
σε όλη τη ζωή στριφογυρίζουν σαν το πιόνι
πέφτοντας πάντα στο τσεϊτνοτ.

Με την βιασύνη αγαπούν, μισούν
και παραλύει η ψυχή απεγνωσμένα,
με την βιασύνη πλήττουν και προσβάλλουν
ύστερα μετανιώνουν εσπευσμένα.

Όμως εσύ, που κάνεις το σταυρό τρεχάτα,
στη ζωοδότρα γη που εκτοξεύεις απειλές,
σαν άτι αφρισμένο, σταμάτα!
την άβυσσο οσφραίνοντας δίπλα σ’ οπλές.

Να σταματάς σε κάποιο σταυροδρόμι,
στον ουρανό να εμπιστευτείς το πεπρωμένο
και να σκεφτείς, αν όχι για τον Θεό,
τότε, τουλάχιστον για σένα.

Κατ’ απ’ το θρόισμα των φύλλων φθινοπωρινών.
κατ’ απ’ το θόρυβο των λεωφόρων
ν’ αντιληφθείς: αυτός που τρέχει είν’ ελεεινός,
αυτός που έχει σταματήσει είναι σπουδαίος.

Του πηγαινέλα τα σκονίσματα σκουπίζοντας
για μια στιγμή θα νιώθεις, ότι κάτι σε θλίβει,
και η διστακτικότητα ιερή αυξάνοντας,
θα χύνεται στα πόδια σαν μολύβι.

Υπάρχει στην διστακτικότητα ισχύ σημαντική.
οπότε έχεις δέος φρόνιμο
ότι μπορείς να πάρεις διαδρομή κακή
προς φάρο ψεύτικο, κολάσιμο.

Καταπατώντας κάποια πρόσωπα σαν φύλλα,
σταμάτα ! είσαι τυφλός και αμελής.
Την ίδια την Ελπίδα, σε παρακαλώ, σταμάτα!
με τρέλα βιαστική να εκτελείς.

Όταν βαδίζεις προς τον στόχο ζωηρά,
κορμιά πατώντας σαν να ήταν σκαλοπάτια,
Σταμάτα! εσύ που ξέχασες τον Πλάστη,
τον εαυτό σου βάναυσα ποδοπατάς!

Όταν σε σπρώχνει η κακία
προς λησμονιά της ίδιας της ψυχής,
προς ατιμία εκτέλεσης με λόγο
μη βιάζεσαι και μην πυροβολείς!

Σταμάτα στα τυφλά να τρέχεις,
ω! πλήθος ασυγκράτητο της γης!
Να σταματά η σφαίρα που πετά,
η βόμβα πέφτοντας, να σταματά !

Ω! άνθρωπε, φωνάζω γοερά,
με προσευχή σηκώνοντας τα μάτια,
μέσα στην διάσπαση και διαφθορά,
σταμάτα! Σε παρακαλώ, σταμάτα!

[55]

                                                 

                       Στον Μπόρια Μπλιούμ

Μήπως είναι βλακεία,
όλο αυτό να συνεχίζεται;
Αφού είναι φανερή αδικία…
Πότε και πως αυτό έγινε ως διδαχή:
«Στους ζωντανούς, αδιαφορία,
στους νεκρούς, η προσοχή!;»
Οι άνθρωποι χαίρονται
και δυσφορούν.
Οι άνθρωποι ο ένας
μετά από τον άλλον αναχωρούν,
και εκφωνούνται
για την ιστόρία
τρυφερά λόγια για αυτούς
μέσα στα κρεματόρια…
Γιατί για τον Μαγιακόφσκι άναψαν το νεκροκέρι;
Τι έβαλε το πιστόλι του, στο χέρι;
Αν σ’ αυτόν,
με την φωνή του βροντερή
και ελκυστικότητα,
είχε δοθεί εν ζωή
έστω και λίγη τρυφερότητα!
Οι άνθρωποι οι ζωντανοί,
αυτοί παιδεύουν.
Με τρυφερότητα,
μόνο μετά από το θάνατο βραβεύουν.

[56]

Ειδικότερα, ο Γιεφτουσένκο πίστευε, σύμφωνα με τον αφορισμό τού προσωπικού του μανιφέστου, πως «ένας ποιητής στη Ρωσία είναι πολύ περισσότερο από έναν ποιητή». Διαμηνύοντας ότι «η ποίηση μάς δίνει την λεπτότητα κατανόησης της ζωής», με επεξηγηματικές επισημάνσεις και προτρεπτικές συμβουλές τόνιζε τη δραστική επενέργεια της απαιτητικής αυτής τέχνης του λόγου [57]. «Θα δίδασκα την ποίηση στους ανθρώπους όλων των επαγγελμάτων, συμπεριλαμβάνοντας και τους επιχειρηματίες, αλλά προπάντων τους πολιτικούς» [58].

Όσο κι αν στον Γιεφτουσένκο προσήπταν ένα άτυπο συμβόλαιο με την εξουσία, στην νεκρολογία με την οποία τον αποχαιρέτησε ο ποιητής και αυστηρός κριτικός Λογοτεχνίας Ντμίτρι Μπίκοφ διευκρινίζει: «Ο Γιεφτουσένκο δεν συμβιβάστηκε με την εξουσία. Συνειδητοποιούσε ότι ήταν η φωνή της, η βιτρίνα της, αλλά δεν της υποτάχθηκε ποτέ. Εκείνη την εποχή υπήρχε ένα ‘μαξιλαράκι’ ανάμεσα στην εξουσία και τον λαό, μια θέση για διαμεσολαβητή[…]Και από αυτήν τη θέση, υπερβολικά δύσκολη από άποψη ηθικής, ο Γιεφτουσένκο, πρέπει να του το αναγνωρίσουμε, έκανε πολύ αξιόλογα πράγματα».  Ο Μπίκοφ, εξάλλου, τον θεωρούσε ισοδύναμο τού Νομπελίστα Μπρόντσκι: «Η δεκαετία του ’70, η πιο πολύπλοκη της σοβιετικής εποχής, εκφράζεται με καταπληκτική σαφήνεια και πληρότητα στα καλύτερα κείμενα τόσο του Μπρόντσκι όσο και του Γιεφτουσένκο…». Και παρότι ο Μπρόντσκι δεν εκφραζόταν επαινετικά για την ποίηση του ομότεχνού του, εντούτοις, δεν θα μπορούσε να υποβαθμίσει τις καθολικώς αποδεκτές αξίες του περιεχομένου της, ιδίως σε κάποια ποιήματά του, που: «καρφώνονται στη μνήμη και αρχίζεις να τα αγαπάς», όπως είχε δηλώσει [59].

Η Λεία Χατζοπούλου-Καραβία συνάντησε τον Γεβγκένι Γεφτουσένκο στο Σαν Σαλβαδόρ, στη 4η Διεθνή Συνάντηση Ποιητών το 2007. Στο δισέλιδο κείμενό της στο περιοδικό «Πανδώρα», περιγράφει αυτήν την συνάντηση καθώς και την κουβέντα που είχε μαζί του. Η Χατζοπούλου-Καραβία μεταφράζει στο άρθρο της επίσης, ένα ανέκδοτο έως τότε ποίημα του, την «Ευπρέπεια»:

Με ευπρέπεια.Το κυριότερο,να δέχεσαι/με ευπρέπεια όποιους καιρούς και να ΄ρθουν,/όταν λιμνάζουν οι εποχές/ή συνταράζονται μέχρι το βάθος./Με ευπρέπεια,το κυριότερο,με ευπρέπεια/έτσι ώστε ΄κείνοι που μοιράζουνε τις χάρες/να μη σε οδηγήσουνε στο στάβλο/και σου βουλώσουν με άχυρα το στόμα [60].

[…]Ο φόβος των καιρών φέρνει την πτώση.

Σε δειλία μη ξοδεύεις την ψυχή σου

παρά για το χαμό προετοιμάσου

του κάθε τι που τρέμεις μη το χάσεις.

Αν γύρω σου η καταστροφή ακραία

τόσο ακραία που δεν μπορούσες να προβλέψεις

θυμήσου εκείνο που μπουρμπύρισες μια μέρα:

«Κι αυτό ακόμα πρέπει να τ´ αντέξω».

Το 2010, τη ρωσική λογοτεχνία σημάδεψαν οι θάνατοι της ποιήτριας Μπέλα Αχμαντούλινα, και του Αντρέι Βοζνεσένσκι. Ο Γιεφτουσένκο έμεινε «μόνος», ένας επιζήσας ενός μεγάλου κατεστραμμένου πολιτισμού, μιας μοναδικής λογοτεχνικής παράδοσης.

Αγαπούσε τη ζωή, και η ζωή τον αγαπούσε. Οι ποιητικές συλλογές του εξαντλούνταν πριν φτάσουν στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Οι ποιητικές του βραδιές μάζευαν χιλιάδες κόσμο, κάθε του πράξη, κάθε του κείμενο ή συνέντευξη αποτελούσε γεγονός. Τον αγαπούσε η εξουσία: όταν κάποιοι συνάδελφοί του έστειλαν επιστολή στον Μπρέζνεφ, απαιτώντας να απελάσει τον Γιεφτουσένκο και να του αφαιρέσει τη σοβιετική υπηκοότητα, ο Γενικός Γραμματέας απάντησε: «Τι να τον κάνω; Να τον εξορίσω στη Σιβηρία; Αφού εκεί γεννήθηκε!». Και όσο φυσική ήταν για εκείνον αυτή η λατρεία, τόσο μεγαλύτερη αντίδραση προκαλούσε. «Δεν μ’ αγαπούσαν οι σνομπ και οι γραφειοκράτες»είχε είπε ο Γιεφτουσένκο. Η αλήθεια είναι, επίσης, πως  λίγοι από τους ομοτέχνους του τον αγαπούσαν. Ο Αρσένι Ταρκόφσκι δήλωνε, πως στον Γιεφτουσένκο τον ξένιζε η «εγωπάθειά» του, το διογκωμένο «εγώ» στους στίχους του, και αποκαλούσε την ποίησή του «πρωτοπορία των μικροαστών» [61].

Είσαι γενναίος, μου λένε.

Όμως δεν είμαι. 

Το θάρρος δεν ήταν ποτέ ένα απ’ τα προσόντα μου.

Μόνο που θεωρούσα τίμημα υπερβολικό 

να ταπεινώνομαι όπως άλλοι.

Δεν σείστηκαν θεμέλια. Η φωνή μου

μόλις που γέλασε με την πομπώδη υποκρισία.

Μονάχα έγραφα, ποτέ δεν έκανα καταγγελίες, 

τίποτα δεν παρέλειψα από όσα είχα σκεφτεί, υπερασπίστηκα όσους το άξιζαν, στηλίτευσατους άτεχνους, τους κάλπικους ποιητές. 

Και τώρα βάλθηκαν να με νομίζουνε γενναίο.

Πόσο θα ντρέπονται αλήθεια τα παιδιά μας 

παίρνοντας επιτέλους εκδίκηση για τούτα τα αίσχηόταν θ’ αναλογίζονται ότι σε τόσο παράξενους καιρούς 

η κοινή αξιοπρέπεια περνούσε για θάρρος.

[62]

Την πρωταπριλίά του 2017, ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, ο τελευταίος της πλειάδας των Ρώσων ποιητών της γενιάς του ’60, πέθανε στο νοσοκομείο της Οκλαχόμα των ΗΠΑ, μακριά από την πατρίδα του. «Στη Ρωσία ένας ποιητής είναι περισσότερα από έναν ποιητή. Ηταν ένας πολίτης με ενδιαφέρον για τη θέση των πολιτών». Με αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τον Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο, η σύζυγός του Μαρία Νοβίκοβα [63], ενώ η Ναταλία Σολζενίτσινα, χήρα του συγγραφέα Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, δήλωσε στη ρωσική κρατική τηλεόραση ότι ο Γεφτουσένκο «είχε ζήσει με τον δικό του τρόπο. Ενας ποιητής στη Ρωσία είναι κάτι παραπάνω από ένας ποιητής. Και στ’ αλήθεια ήταν κάτι περισσότερο από ένας ποιητής – ήταν ένας πολίτης με έντονη δημόσια παρουσία» [64]. Η αγάπη του για την Ρωσία, κρυφόκαιγε μέσα του. Πριν πεθάνει, ζήτησε ως χάρη, να ταφεί εκεί, στο «Χωριό των συγγραφέων». (Το 1934, ο Μαξίμ Γκόρκι ζήτησε από την σοβιετική κυβέρνηση να παραχωρήσει στην «Ένωση Σοβιετικών Συγγραφέων», στα προάστια της Μόσχας, ένα οικόπεδο για να χτίσει εξοχικά για τα εξέχοντα της μέλη, όπου θα δημιουργούσαν τα «αθάνατά» τους αριστουργήματα. Επιλέχθηκε το χωριό Περεντέλκινο, που βρισκόταν 27 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, με δάση και ποτάμι, μια έκταση εξαιρετικού φυσικού κάλλους. Εκεί στήθηκαν οι πρώτες «λογοτεχνικές ντάτσες», και ανάμεσα στους πρώτους τους ενοίκους, ήταν οι Μπορίς Πάστερνακ, Ιλία Έρενμπουργκ, Μπορίς Πιλνιάκ, Ισαάκ Μπάμπελ και άλλοι πολλοί σπουδαίοι εκπρόσωποι της σοβιετικής αλλά και παγκόσμιας λογοτεχνίας) [65].

Συχνά, στον Γιεφτουσένκο προσάπτουν ένα άτυπο συμβόλαιο με την εξουσία, -στην αρχή με τον Χρουστσόφ και κατόπιν με τον Μπρέζνεφ-, και ισχυρίζονται πολλοί πως κατάφερε απλά και προσιτά να εξηγήσει στον λαό, τι συμβαίνει στη χώρα και στον κόσμο. «Ο σκοπός και οι στόχοι του Προγράμματος, που προτάθηκαν από το κομματικό βήμα, έτσι κι αλλιώς ήταν σαφείς. Αλλά όπως είναι αδύνατο να κάνεις ερωτική εξομολόγηση με το κείμενο του Ηθικού Κώδικα, έτσι και η καθημερινότητα απαιτούσε άλλου είδους έκφραση, διαφορετική από τις ξηρές κομματικές οδηγίες. Ο Χρουστσιόφ ήταν ο κύριος ποιητής της εποχής, και ο Γιεφτουσένκο έφτιαξε την ποιητική της περίληψη». Αυτά έγραψαν το 2009 οι Ρώσοι συγγραφείς και δημοσιογράφοι Πιοτρ Βάιλ και Αλεξάντρ Γκέννις, που είχαν μεταναστεύσει το 1977 στις ΗΠΑ, στο βιβλίο τους «Η δεκαετία του ΄60-Ο κόσμος του σοβιετικού ανθρώπου» [66].

Ο Μπίκοφ, -έχοντας την πολυτέλεια ελεύθερης έκφρασης, ασκίαστης από το συντεχνιακό φθόνο, προφανή στους κατήγορους της εποχής και του Γιεφτουσένκο, Βάις και Γκέννις-, βάζει τον Γιεφτουσένκο μονάχα δίπλα στον Ιωσήφ Μπρόντσκι. «Ο ένας εκπροσωπούσε το underground, ο άλλος την επίσημη τέχνη. Από αυτήν την αντιπαράθεση κανείς δεν βγήκε νικητής. Είναι λάθος να πιστεύουμε ότι κέρδισε ο Μπρόντσκι, επειδή πήρε το Νόμπελ. Απλά, ο Γιεφτουσένκο επέλεξε το στρατόπεδο των ζωντανών, ενώ ο Μπρόντσκι τάχθηκε με τους νεκρούς, που πάντοτε αποτελούν πλειοψηφία[…]Ο Γιεφτουσένκο επέλεξε τους ζωντανούς, με όλα τα λάθη και τα παραστρατήματά τους, αλλά αυτό δεν τον καθιστά κατώτερο, γιατί δεν έχει καμιά σημασία να έχεις δίκιο, γιατί δεν υπάρχει δίκιο[…]Σημασία έχει να εκφράζεις τη γνώμη σου, με όλη σου την φωνή, ώστε να αποτελεί γεγονός στην τέχνη. Και από αυτή την άποψη, η συνείδηση που εξέφραζε ο Γιεφτουσένκο, δεν υστερούσε σε τίποτε, έναντι εκείνων που εκπροσωπούσε ο Μπρόντσκι. Η δεκαετία του ’70, η πιο πολύπλοκη της σοβιετικής εποχής, εκφράζεται με καταπληκτική σαφήνεια και πληρότητα, στα καλύτερα κείμενα τόσο του Μπρόντσκι, όσο και του Γιεφτουσένκο».

«Ο Γιεφτουσένκο ήταν πάνω από τους Πρέσβεις, πάνω από τον Υπουργό Εξωτερικών. Έχτιζε μια στρατηγική γέφυρα εμπιστοσύνης ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη Δύση. Έκανε το παν για να μας καταλαβαίνουν περισσότερο και να φοβούνται λιγότερο. Τον υποδέχονταν, και τον είχαν φίλο, Πρωθυπουργοί και Πρόεδροι ξένων χωρών –από τον ηγέτη των ΗΠΑ μέχρι τον ηγέτη της Κούβας– ενώ μουσική για πάνω σε ένα ποίημά του έγραψε ο Σοστακόβιτς. Αγόρια και κορίτσια κοιμούνταν και ξυπνούσαν με τα ποιήματά του», έγραψε η εφημερίδα της Μόσχας «Μόσκοφσκι Κομσομόλετς», κεντρική εφημερίδα της πρωτεύουσας. Αλλά η καλύτερη νεκρολογία είναι η συντομότερη. Την έγραψε μια Ρωσίδα μετανάστρια στην Ελλάδα: «Πόσο λυπάμαι! Ζούσα με τον Γιεφτουσένκο στην Αθήνα επί 33 ολόκληρα χρόνια» [67].

Πέρα, όμως, από τις λιγότερο ή περισσότερο αντικειμενικές αποτιμήσεις του έργου του, ο καλύτερος κριτής αποδείχθηκε το κοινό των ακροατών του και των αναγνωστών του. Ενός κόσμου, που αφουγκράστηκε τους κραδασμούς του μηνύματός του, πως «Ο ποιητής πρέπει να έρχεται σε τούτον τον κόσμο, με πίστη ότι μπορεί να τον αλλάξει» [68].

Μυρωδιά της αρμύρας

μυρωδιά των φυλλωμάτων

κι αυτοί οι κολπίσκοι οι στεγνωμένοι

μέσα στο άχυρο που φορτώνουν. 

ξαπλωμένος περιμένω. Τι περιμένω

στα όρια του εαυτού μου στα όρια του αίματός μου; 

Μ’ ένα άχυρο πιλατεύω 

ένα άστρο που πρόβαλλε στο μαύρο ουρανό.

Όλα τα ξέχασα

όλα τα ξέχασα

όπως ξεχνά το χέρσο χωράφι που δίνεται στο όργωμα. 

Φίλοι 

κι αγαπητικιές 

ξέχασα καθετί από τον ξεπεσμό μου. 

Άστρα τ’ ουρανού σκοτάδια τ’ ουρανού

πόσο όμορφη είναι η νύχτα!

Δεν ξέρω πια τίποτα

δεν ξέρω πια τίποτα.

Παράλογοι κόλακες της κάθε μου ιδιοτροπίας

Σιωπή! Σήμερα

είμαι δίχως πόθους.

Κι εσείς απλωμένα μπράτσα,

κάνετε πίσω! Σήμερα

υπάρχω χωρίς αγκαλιάσματα.

[69]

___________________________________________________________________________

Παραπομπές:

[1]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφραση Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876,877

[2]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από τις «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Αυγής», δημοσίευση 9/4/2017

[3]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφ. Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876,877

[4]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφ. Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876,877

[5]Joshua Rubenstein-Οι τελευταίες ημέρες του Στάλινμετάφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος-εκδ. Ψυχογιός, 2017

[6]Εφημερίδα «Η Καθημερινή», δημοσίευση 4/4/2017

[7]Αναδημοσίευση από sakkas blog

[8]Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης-Αναδημοσίευση από samizdatproject blog

[9]Αναδημοσίευση από sakkas blog

[10]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[11]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[12]Απόδοση από τα ρωσικά: Αμαλία Παπαδοπούλου-Συμεωνίδου

[13]Εφημερίδα «Ελευθερία», δημοσίευση 12/12/2015

[14]Αναδημοσίευση από timesnews.gr

[15]Ανδρέας Καραντώνης-Εφημερίδα «Η Καθημερινή»,6/6/1963 και περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 863

[16]Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

[17]Εφημερίδα των συντακτών 3/4/2017

[18]Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, αναδημοσίευση στο μπλογκ stagona4u

[19]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφ. Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876 και 877

[20]Εφημερίδα Ελευθερία, δημοσίευση 12/9/2017

[21]Πάνος Κιτσικόπουλος από euronews

[22]Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

[23]Από τον πρόλογο της συλλογής «Τα καλύτερά μου ποιήματα», σε αρθρο της Αντιγόνης Καρατάσου στο liberal.gr

[24]Περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης», τεύχος Ιανουαρίος 1963

[25]Φώντας Τρούσας, Δισκορυχείον blog

[26]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφ. Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876,877

[27]Εφημερίδα «Η Αυγή», δημοσίευση 4/4/2017

[28]Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ-Αναβρασμός- Μετάφραση: Σπύρος Μοσκόβου Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016

[29]Μετάφραση : Ελένη Κυριακίδου-Δημητρίου

[30]Από το μπλογκ kosmasleont, δεν αναφέρεται ο μεταφραστής

[31]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[32]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφ. Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876,877

[33] stixoi.info

[34]Από το μπλογκ stagona4u, δεν αναφέρεται ο μεταφραστής

[35]Μετάφραση από τα Ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

[36]Μετάφραση: Λεία Χατζοπούλου-Καραβία

[37]Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

[38]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[39]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[40]Αναδημοσίευση από το «Παράθυρο», πολιτιστικό ένθετο της κυπριακής εφημερίδας «Πολίτης»

[41]Μετάφραση: Έλλη Παιονίδου, dialogos.com.cy, δημοσίευση 15/4/2017

[42]Μια πρώιμη αυτοβιογραφία, μετάφ. Κωστούλα Μητροπούλου, Νέα Εστία, τεύχος 876,877

[43]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[44]Από ανέκδοτη αφήγηση του Σταύρου Τορνέ στον Χρ. Βακαλόπουλο και τον Ηλ. Κανέλλη. Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΑΝΤΙ τεύχος 381, 26/8/1988

[45]Τα βατόμουρα της Σιβηρίας-μετάφ. Ανατόλιος Μυτιληναίος-εκδ. Λιβάνη, 1992

[46]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[47]Αρνταμπιόλα-μετάφ. Κίρα Σίνου-εκδ. Κέδρος, 1989

[48]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[49]Εφημερίδα «Η Καθημερινή», δημοσίευση 2/4/2017

[50]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[51]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[52]Εφημερίδα «Αυγή», 11/4/2017

[53]Εφημερίδα «ο Ριζοσπάστης», δημοσίευση 12/2/1999

[54]Απόδοση Γ. Σολειμεζίδης, Πρόσφυγας από την πρώην σοβιετική ένωση

[55]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[56]Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[57]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από τις «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Αυγής», δημοσίευση 9/4/2017

[58]Από τον πρόλογο της συλλογής «Τα καλύτερά μου ποιήματα» του Ε. Γεφτουσένκο, Αναδημοσίευση από pegas1eu blog

[59]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από τις «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Αυγής», δημοσίευση 9/4/2017

[60]Εφημερίδα «Τα Νέα», δημοσίευση 11/2/2008

[61]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από τις «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Αυγής», δημοσίευση 9/4/2017

[62]Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΠΡΙΝ», 26/3/2016

[63]Πληροφορία από την «Εφημερίδα των Συντακτών»

[64]Εφημερίδα «Η Καθημερινή», δημοσίευση 2/4/2017

[65]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από άρθρο στο «κέντρο πολιτισμού και ανάπτυξης avant garde»

[66]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από τις «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Αυγής», δημοσίευση 9/4/2017

[67]Ευγενία Κριτσέφσκαγια, από τις «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Αυγής», δημοσίευση 9/4/2017

[68]Εφημεριδα «Η σημερινή της Κυριακής», δημοσίευση 25/6/2018

[69]Μετάφραση: Ανδρέας Καραντώνης

Πηγές-Βοηθήματα:

  • Wikipedia
  • Ιστορία των επαναστάσεων-Επανάσταση και κουλτούρα. Τόμ. Ε’, Εκδοτική Ακμή
  • Will Durant – Εκφραστές της ζωής τ. 2.ΓεφτουσένκοΕκδ. Μπεργαδής σελ. 642 Κομμ. Επιθεώρηση τεύχος 27/2007
  • Γεβγκένι Γεφτουσένκο-Μην πεθαίνεις πριν τον θάνατό σου-μετάφ. Ελένη Μπακοπούλου-εκδ. Δελφίνι,1997
  • Joshua Rubenstein-Οι τελευταίες ημέρες του Στάλινμετάφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος-εκδ. Ψυχογιός, 2017
  • Τα βατόμουρα της Σιβηρίας-μετάφ. Ανατόλιος Μυτιληναίος-εκδ. Λιβάνη, 1992
  • Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ-Αναβρασμός-μετάφ. Σπύρος Μοσκόβου-εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016
  • Σιβηρία, οδοιπορικό σε μια ήπειρο-Βασίλης Νικολόπουλος-πρόλογος Αντώνης Σαμαράκης, εκδ. Αγαθάγγελος, 2018
  • Ηχώ ποιήματα 1928-1980-μετάφ. Ανδρέας Καραντώνης-εκδ. Γνώση, 1982
  • Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχη 225,863,876,877,927,1031,1202,1233,1549,1570,
  • Περιοδικό «bookjournal» 27/1/2018
  • Περιοδικό «Πανδώρα», τεύχος 21
  • Περιοδικό «Στέπα», τεύχος 2
  • Περιοδικό «Διαβάζω», τεύχος 66,225, 227
  • Περιοδικό «Πνευματική Ζωή», τεύχος 228
  • Περιοδικό «Νέα Σύνορα», τεύχος 11, 1971
  • Εφημερίδα «Η Αυγή», 4/4/2017
  • Εφημερίδα «Τα Νέα», 11/2/2008
  • Εφημερίδα «Η Καθημερινή»,6/6/1963, 4/4/2017
  • Εφημερίδα «Ελευθερία»,12/12/2015
  • Εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 12/2/1999
  • Ε.Κ.Ε.Β.Ι
  • π.Αρτ
  • Culture now
  • k.charalambides.com.cy
  • archeia.moec.gov.cy
  • idrymapoiisisblogspot
  • inred.gr
  • rizospastis.gr
  • samizdatproject blog
  • Η πύλη για την ελληνική γλώσσα
  • αρχείο ΕΡΤ
  • Αρχείο Βέρας Μαλέεβνα
  • Ικαριώτικα Νέα blog
  • Δισκορυχείον 28/12/2015
  • ClassicalMusicNews Russia
  • Liberal.gr
  • Ginsberg blog
  • The Guardian
  • Newsmaker

Φωτογραφίες: Brandi Simons, Sue Rossof, Jim Hollander, EPA, Rex, Paris Review, Alexander Zemlianichenko, Odessa review, dialogos.com.cy, The New York Times, Getty images, maltaculture.com, RIA Novosti. Ilia Petliurite the image Bank

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Ειρήνη Καραγιαννίδου
Υπό κατασκευή.