Η αρχή του αφιερώματος στον Αντώνη Σπηλιωτόπουλο θα γίνει με την πρωτοφανέρωση ενός διηγήματός του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» το Σάββατο 6 Γενάρη του 1890, η αφηγηματική ένταση του οποίου αποτέλεσε την πρωταρχική αιτία να υλοποιηθεί τούτη η έρευνα. Φέρει τον τίτλο «Προς αναζήτησιν της ευτυχίας» και βασίζεται σε μια ναυτική παράδοση.


 

«Προς αναζήτησιν της ευτυχίας»

του Αντώνη Θ. Σπηλιωτόπουλου

 

Ήτο η παραμονή των Φώτων. Είκοσι ναύτες εκάθηντο περί μίαν τράπεζαν έν τινι οινοπωλείω του Πειραιώς, όπερ αποτελεί το εντευκτήριον των ναυτικών. Οι οφθαλμοί αυτών ήσαν εστραμμένοι εις εν μέρος. Ουδείς εταράσσετο, ουδείς εκινείτο. Μόνον τολύπαι λευκοκυάνου καπνού εξήρχοντο των χειλέων των και νεφέλη εξ αυτού τους περιέβαλλεν. Επί κεφαλής της τραπέζης εκάθητο γηραιός τις ναυτικός με οφθαλμούς βαθείς και διαπεραστικούς, με μέτωπον μέγα και ρικνόν, με κόμην λευκήν, με φυσιογνωμίαν παράδοξον και ύφος μελαγχολικόν. Εφόρει μπλούζαν εκ φανέλας κυανής, ανοικτήν περί τα στήθη, και πλατύ ωσαύτως κυανούν νησιώτικον βρακίον.
Ο άνθρωπος ούτος ωμίλει και πάντες τον ήκουον μετά θρησκευτικής σιγής. Τι διηγείτο; Ακούσατε…

«Ήτο μια φορά στο νησί της Μήλου ένας θαλασσινός. Τίποτε δεν τον ηυχαρίστει, τίποτε. Ανήσυχον πνεύμα, εθεώρει το χωριό πολύ μικρό δι’ αυτόν και το έργον του πιλότου πολύ ταπεινό. Ήθελε να κάμη φτερά, να πετάξη, να πάη σ’ άλλα μέρη άγνωστα, να βρη εκεί την ευτυχία, η οποία του έλειπε. Μέσα στο νησί δεν έβλεπε τίποτε άλλο, παρά τη λύπη και τη δυστυχία να τον κυνηγάη παντού. Είχε μάννα, πατέρα· τους πήρε ο Χάρος. Είχε αδέλφια, τά ‘φαγε η θάλασσα. Δεν είχε πια τι ν’ αγαπήση στο νησί. Όλα γι’ αυτόν ήσαν έρημα, πένθιμα, σκυθρωπά, δυστυχισμένα. Απεφάσισε να πάρη τα ομμάτιά του να φύγη. Επίστευε ότι αν πάη μακρυά στα ξένα, αν έπαιρνε το δρόμο της ξενητειάς θα εύρισκε την ευτυχία. Μια μέρα έπιασε κι επούλησε όλα του τ’ αμπέλια, τα χωράφια, το σπήτι του, εκατέβηκε κάτω στο μουράγιο, αγόρασε ένα καράβι, ετσουρμάρισε, απεχαιρέτησε όσους εγνώριζε κι έκαμε πανιά.
Όταν τον ρώτησε το πλήρωμα:
– Για πού πηγαίνουμε καπετάνιε;
– Για να βρούμε την ευτυχία, απεκρίθη.
Κι ετράβηξε μελαγχολικός, χωρίς να μιλάη κανενός, χωρίς να κοιμάται, χωρίς να τρώγη.

Η Μήλος με τα βουνά της χάθηκε πια από τα ομμάτιά τους. Κοντά σ’ αυτή ένα-ένα άφιναν πίσω κι όλα τ’ άλλα νησιά. Ανοικτήκαν στο πέλαγος, πήραν το νοτιά σοβράνο, σοβράνο, κι ετραβούσαν πάντα χωρίς να ξέρουν πού πηγαίνουν. Ένα μπουρίνι χωρίς να παύη ποτέ εφούσκωνε ακατάπαυστα τα πανιά του και το καράβι προχωρούσε μέσα στα κύματα, τα οποία έκανον μπροστά του δρόμο να περάση. Πουλί δεν έβλεπαν πια μπροστά τους. Οι γλάροι που πηγαίνουν και τριακόσια μίλλια μακρυά απ’ τη στερηά δεν εφαίνοντο πλέον. Ήρθε η πρώτη νύκτα, ήρθε η άλλη μέρα, η τρίτη, η τέταρτη, η πέμπτη μέρα απ’ τον καιρό που έκαμαν πανιά, και αρμένιζαν ακόμη χωρίς να ιδούνε στερηά στα ‘μμάτια τους.

Αλλά το καράβι επροχωρούσε ακόμη με τον ίδιο πάντα δρόμο. Χωρίς να φυσάη, τα πανιά του παραδόξως εφαίνοντο πάντα φουσκωμένα, κι έτρεχαν, έτρεχαν, έτρεχαν. Η θάλασσα ήταν ήσυχη σαν λάδι, ούτε ένα κύμα απάνω της. Ο ουρανός καθαρός, καθαρός, ο ήλιος έλαμπε, χαρά Θεού. Και όμως μ’ αυτή την μπουνάτσα αρμένιζαν πάντοτε γλήγορα σαν δελφίνια, σαν πουλιά, σαν αστραπή. Έχασαν και της ημέραις· ελησμόνησαν να μετρούν. Το πλήρωμα άρχισε πια να χάνη την υπομονή. Εμαζεύτηκαν στο κατάστρωμα, εμουρμούριζαν σιγαλά, σιγαλά, εφώναξαν το λοστρόμο. Ο λοστρόμος επήγε κι ερώτησε τον καπετάνιο.
– Καπετάνιε, είναι μέραις που αρμενίζουμε τώρα. Για πού πηγαίνουμε;
– Να βρούμε την ευτυχίαν, απήντησεν εκείνος και εσιώπησεν.

Ο λοστρόμος λυπημένος έδωσε την ίδια απάντησι στους ναύταις. Οι ναύταις έκαμαν πάλι υπομονή και εξηκολούθησαν να αρμενίζουν. Πέρασαν πάλι μια μέρα, δύο μέραις, τρεις, πέντε, δέκα. Στερηά δεν εφαίνετο ακόμη ούτε από μακρυά. Ο ίδιος καιρός, ο ίδιος δρόμος. Ετραβούσαν πάντοτε το νοτιά, σοβράνο, σοβράνο. Μόνο ουρανό και θάλασσα χωρίς τέλος έβλεπαν, τίποτε άλλο. Οι ναύταις εκουράστηκαν και πάλι, έκαμαν σύναξι, έστειλαν και πάλι το λοστρόμο να ρωτήση τον καπετάνιο
– Καπετάνιε, είπεν ο λοστρόμος· το πλήρωμα έχασε πια την υπομονή. Θέλει να μάθη πού βρίσκεται αυτή η ευτυχία που ζητούμε τόσον καιρό.
– Όπου μας βγάλη η άκρη, είπεν εκείνος.

Κι ετραβούσαν, ετραβούσαν, ετραβούσαν. Η ημέραι επερνούσαν η μία κοντά στην άλλη, η νύχταις το ίδιο. Τέλος ο μούτσος έρρηξε μια φωνή. Απάνω στη θάλασσα διέκρινε κάτι. Τρέχουν οι ναύταις. Κυττάζουν. Ήτανε μια κάσα τετράγωνη, την οποίαν εκυλούσαν τα κύματα επάνω τους.

Ο λοστρόμος το ανήγγειλε στον καπετάνιο. Ο καπετάνιος διέταξε να το πιάσουν. Ο τιμονιέρης εγύρισε τιμόνι απάνω στο κασσόνι και ο λοστρόμος επήρε ένα γάντζο κι εκατέβηκε κάτω μπροστά στα σκοινιά του τσιμπουκιού. Οι άλλοι ναύταις έβλεπαν από πάνω στην πλώρη. Όταν εζυγώσαν κοντά έσκυψε ο λοστρόμος, εκάρφωσε το γάντζο στο κασσόνι και το ανέβασαν στο κατάστρωμα του καραβιού.

Ο καπετάνιος διέταξε να το ανοίξουν μπροστά του. Ευθύς οι ναύταις επήραν το μπαλτά και το έσπασαν και ηύραν μέσα ένα κτένι της θάλασσας. Το κτένι είχε απάνω του γραφαίς. Από τη μία μεριά η γραφή έλεγε: «όποιος προχωρήση από δω και πέρα θα μετανοήση». Από την άλλη: «όποιος δεν προχωρήση από δω και πέρα πάλι θα μετανοήση».

Ο καπετάνιος το πήρε στα χέρια του, το κύτταξε καλά, το διάβασε και διέταξε να τραβήξουν μπροστά. Εκάμανε έτσι κάμποσα μίλλια ακόμη. Όταν ενύκτωσε, εβγήκε το Φεγγάρι, και εσκόρπισε της ακτίναις του απάνω στη θάλασσα. Στο φως του απάνω, πέρα στην άκρη του ορίζοντα σαν ίσκιος εφάνηκε ξάφνου μακρυά ένα μαγικό απόκρυφο νησί. Οι ναύταις αμέσως έρρηξαν όλοι μαζή μια φωνή χαράς και ο καπετάνιος ο ίδιος έχασε την συνήθη του μελαγχολία κι εσηκώθη απ’ τη θέσι του. Ένα απόκρυφο προαίσθημα του έλεγε ότι εκεί απάνω τέλος πάντων στο νησί αυτό εύρισκαν την ευτυχία που εζητούσαν. Έβαλαν αμέσως όλοι τα δυνατά τους, εσήκωσαν και κόντρα-παπαφίγκο, εγύρισαν το τιμόνι απάνω στον αέρα και δεν έβλεπαν την ώρα πότε να πλησιάσουν.

Το μαγικό νησί εφαίνετο πολύ σιμά. Στο φως του Φεγγαριού ήρχισαν να διακρίνουν σε λίγο φώτα απάνω μαγικά σαν άστρα και καμπαναριά μεγάλα ψηλά, και παλάτια θεόρατα και περιβόλια και δάση και δένδρα και το λιμάνι του γεμάτο από καράβια. Μια μουσική παράξενη από βιολιά, και φλάουτα, και κιθάραις αντηχούσε γύρω-γύρω στη σιγαλιά τόσω ήσυχα, τόσω γλυκά, που η καρδιά τους ήρχισε να συγκινήται και ο νους τους να πετά σε φανταστικά μέρη. Δεν επρόσεχαν σε τίποτα άλλο πλέον.

Μελωδία άγνωστος, πρωτοφανής, γλυκεία σαν το φλοίσβο της θαλάσσης, νανουριστή σαν το νανούρισμα της μάννας των, πλημμυρούσε τα αυτιά τους, την ψυχή τους, επετούσε στα πανιά τους, τους αποκοίμιζε. Και ο πλοίαρχος είχε πια χάσει τη λύπη του και το πλήρωμα πετούσε απ’ τη χαρά του, και το καράβι, λες και ησθάνετο και αυτό, έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε. Πριν να φθάση η αυγή, υπολόγιζαν πως θα είνε κοντά, και ο πόθος και η επιθυμία και η περιέργεια να ιδούν αυτό το παράδοξο νησί τούς άναβε φωτιά στα στήθη.

Μα πέρασε μια ώρα, δύο ώραις, τρεις, τέσσαραις κι ακόμα να φθάσουν. Λες και έφευγε το νησί όσω εκείνοι επροχωρούσαν, τους εχώριζε πάντα το ίδιο διάστημα. Το Φεγγάρι εκίτρινισε, η νύκτα επερνούσε· μα του κάκου. Τέλος, το Φεγγάρι εχώθηκε μέσα στη θάλασσα, έδυσε, το νησί άρχισε ολίγο κατ’ ολίγον να μη φαίνεται· η μουσική απεμακρύνετο, μόλις έφθανεν εις το καράβι. Πρωινή φρεσκάδα φύσησε και έξαφνα ο ήλιος ανέτειλε και όλα έγειναν άφαντα από μπροστά τους. Ούτε τη θέσι που έβλεπαν τη νύκτα το νησί δεν μπόρεσαν να θυμηθούν. Και η λύπη γύρισε στα πρόσωπα των ναυτών και η μελαγχολία στην όψι του πλοιάρχου.

Δεν έπαυσαν εν τούτοις ν’ αρμενίζουν. Πάντα νοτιά, πάντα σοβράνο. Το καράβι έτρεχε, ο άνεμος εφούσκωνε τα πανιά του. Ατελείωτη η θάλασσα εξάνοιγε στην πλώρη του και ο ουρανός εγελούσε καταγάλανος από πάνω. Ούτε ένα πανί μακρυά, ούτε ένα πουλί ψηλά, ούτε καπνός στον ορίζοντα. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο ο μούτσος μπροστά στην πλώρη έστελνε με το τραγούδι του χαιρετίσματα στην μάννα του και η καρδιά των ναυτών εκτυπούσε στην λυπητερή φωνή του.

Τέλος, ενύκτωσε και πάλι. Το Φεγγάρι εξαναβγήκε και νάσου το απόκρυφο νησί από μακρυά, με όλη του τη μαγεία, με όλη του τη χάρι εξαναφάνηκε στα μάτια τους. Ήτανε στην ίδια μεριά, που το είχαν ιδεί την άλλη βραδειά. Νά τα καμπαναριά, νά τα παλάτια, νά τα περβόλια του. Ένα προς ένα μπορεί κανείς να μετρήση τα φώτα που είναι στο μουράγιο και τα δένδρα που σηκώνουν σιωπηλά ως τον ουρανό την κορυφή τους. Πόσω πυκνά, πυκνά είνε τα κατάρτια των πλοίων μέσα στο λιμάνι του! Λες και είνε δάσος. Ως και τους δρόμους ακόμα διακρίνει κανείς. Και ξανάρχισε πάλι η ίδια μουσική, η ίδια μαγική αρμονία να μαγεύη τους ναύτας και τον καπετάνιο. Εμαζεύτηκαν όλοι μπρος στην πλώρη και αγναντεύουν με τα μάτια ακίνητα, με τη χαρά στη μορφή, σιωπηλοί, μεθυσμένοι από τους ήχους της μουσικής. Τη φορά αυτή ακούγανε και τραγούδια παράξενα γλυκά να συνοδεύουν τους ήχους αυτούς, σαν να τραγουδούσαν νεράιδες, χίλια χερουβείμ.

Ο καπετάνιος ήτον όλος χαρά, εφώναξε το λοστρόμο και του είπε: λοστρόμε, αυτή τη φορά φτάνουμε χωρίς άλλο. Φαίνεται ότι την ημέρα εχάσαμε το δρόμο. Ο λοστρόμος μετέδωκε τη σκέψιν αυτή του πλοιάρχου στο πλήρωμα και όλοι μαζή ερρήξαν μια φωνή χαράς ως τον ουρανό κι επέταξαν τους σκούφους τους εις τον αέρα.

Κι έτρεχαν, κι έτρεχαν, κι έτρεχαν. Ο άνεμος εφούσκωνε τα πανιά τους και τα κύματα εχαμήλωαν στο διάβα τους. Μ’ αλλοίμονο! Το νησί δεν εζύγωνε περισσότερο. Έτρεχε κι αυτό, αρμένιζε σαν το καράβι. Έσβυσε τέλος το Φεγγάρι, επέρασε η νύχτα και ήλθε και πάλι η ημέρα η μονότονη με την ίδια γαλήνη, με τον ίδιο ουρανό, με την ίδια θάλασσα χωρίς το νησί.

Το πλήρωμα απέκαμε πια, όλοι με κατεβασμένα μούτρα, άυπνοι, ωχροί επήγαν κι έπεσαν γονατιστοί στα πόδια του καπετάνιου. Ήθελαν να γυρίσουν πίσω στη Μήλο. Εκείνος έμεινε άκαμπτος σαν σίδηρο. Όλο μπρος, όλο μπρος, και το καράβι αρμένιζε πάντα νότια, πάντα σοβράνο, σοβράνο.

Την τρίτη βραδιά πάλι το νησί εφάνη στην πλώρη τους μπροστά, ακόμη πιο κοντά, ακόμη ωραιότερο, ακόμη μαγικώτερο. Μα του κάκου! Έτρεχαν κι εκείνοι, έτρεχε και το νησί! Δεν εμπόρεσαν να το φθάσουν. Επέρασαν έτσι εβδομάδαις ολόκληραις. Όλη νύχτα έβλεπαν το νησί στο φως του Φεγγαριού πολύ, πολύ σιμά, να τους μαγεύη με τα κάλλη του και τη μουσική του και την ημέρα μόλις έβγαινεν ο ήλιος το έχαναν από τα ομμάτιά τους. Είχον πλέον απελπισθή και μελαγχολικοί εκάθηντο όλοι στο κατάστρωμα και με το νου τους επετούσαν στο φτωχό νησί της Μήλου και στα ερημωμένα σπήτια τους που είχαν μίλλια αφήσει μακρυά. Του κάκου επαρακαλούσαν τον καπετάνιο να γυρίση πίσω, του κάκου έκλαιγαν μπροστά του. Εκείνος με τον ίδιο πάντα τόνο της φωνής του, ο οποίος τους έκαμε να τρέμουν, εδήλωνε ότι τότε μόνον έχει σκοπό να γυρίση, όταν πρώτος φθάση το μαγικό νησί.

Στα λόγια αυτά του καπετάνιου εμαζεύτηκαν όλοι κι επήγαν κάτω εις την εικόνα του αγίου. Εθυμήθηκαν πως εκείνη την ημέρα πέρα στην πατρίδα τους άγιαζαν τα νερά και εωρτάζανε τα Φώτα. Πήραν τον τίμιον Σταυρό που είχαν μέσα στο καράβι μαζή με την εικόνα του Αγίου κι έκαμαν λιτανεία. Έψαλαν μόνοι τους τρεις φοραίς το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε» και τρεις φοραίς τον εβούτηξαν στη θάλασσα.

Έπειτα με δάκρυα στα ομμάτια έπεσαν στα γόνατα και προσευχήθηκαν κι έκαμαν τάμμα. Αν τύχη αυτή την νύχτα και τους βοηθήση να σθάσουν το νησί, να το κάμουν ολόχρυσο σαν γυρίσουν στη Μήλο και να το παν στην εκκλησιά. Έτριξαν αμέσως τα κατάρτια του καραβιού στον άνεμο που εσηκώθηκε τη στιγμή εκείνη, σαν να ελύθηκε η μαγεία που εκρατούσε ως τώρα τα πανιά τους φουσκωμένα χωρίς αγέρα.

Όλη μέρα επερίμεναν.

Το βράδυ μόλις άρχισε να σκοτεινιάζη και να βγαίνη το Φεγγάρι, νάσου πάλι το απόκρυφο νησί μπροστά τους με όλα του τα κάλλη, με όλη του τη μαγεία, με όλη του τη μουσική. Το έβλεπον πλέον πολύ σιμά, πολύ κοντά και διέκριναν απάνω του να λάμπουν κρυστάλλινα παλάτια και καμπαναριά με διαμάντια και πλατείαις από μαργαριτάρια και περιβόλια με δένδρα και θόλους και σκιάδαις.

Και σαν να ήσαν όλα αυτά έμψυχα, τους έστελναν μουσική παράδοξη, μαγική, και άσματα χαϊδευτικά που τους έφερναν ύπνο σαν το νανούρισμα της μάννας των και αντηχούσαν γύρω τους γέλοια και φιλήματα και στεναγμοί. Και όλα αυτά τη φορά εκείνη ήσαν πιο σταθερά, πιο ευδιάκριτα. Εκαταλάβαιναν ότι όσω επροχωρούσαν, τόσω τα επλησίαζαν. Το νησί δεν έφευγε πια, έμενε στον τόπο του και το διάστημα που τους εχώριζε κάθε στιγμή ωλιγόστευε. Και έτρεχαν, έτρεχαν. Η μουσική τους ετρέλλαινε, το νησί τους εμάγευε, ο πλούτος του τους εθάμπωνε. Και μεθυσμένοι από ηδονή, από απόλαυσι, από χαρά έκλεισαν τα μάτια και ήκουον, μόνο ήκουον.

Όταν άνοιξαν πάλι τα ομμάτιά τους το μαγικό νησί ήτον πλέον σιμά τους. Μια βόλτα ακόμη και εμπήκαν στο λιμάνι. Μα ξάφνου τα καμπαναριά και τα παλάτια τα κρυστάλλινα και η πλατείαις η διαμαντένιαις εχάθηκαν από τα ‘μμάτια τους. Η μουσική έπαυσε διαμιάς, τα φιλήματα, τα τραγούδια, οι στεναγμοί επέταξαν. Και είχαν μπροστά τους ένα ξερόνησο. Βράχοι ξηροί, άσποροι, ψηλοί σαν πυραμίδες ήσαν σπαρμένοι εδώ κι εκεί και κρημνοί και πέτραις μεγάλαις σαν κασσόνια και βουνά δύσβατα χωρίς χορτάρι. Κάτω στο ακρογιάλι έσπαζαν τα κύματα με ορμή και η βοή τους ήτο φοβερή, πένθιμος, μονότονη κι απελπιστική. Το Φεγγάρι μελαγχολικό, μελαγχολικό εφώτιζε το άγριο εκείνο μέρος και στο φως του άσπριζαν τα βράχια σαν χιλιάδες στόματα νεκρών, που έδειχναν τα δόντια τους. Τίποτε άλλο.

Απελπισμένοι, ελεεινοί, κουρασμένοι με δάκρυα στα ‘μμάτια κύτταξαν οι ναύταις τον καπετάνιο και ο καπετάνιος τους ναύταις. Και ύστερα χωρίς λαλιά, χωρίς ομιλία, όλοι σιωπηλοί και ωχροί σαν φαντάσματα εγύρισαν την πλώρη πίσω. Μήνες, βδομάδες, μέραις αρμένισαν, πάντα βορρηά, πάντα σοτταβέντο, σοτταβέντο. Έναν καιρό εφάνηκαν μπροστά τα νησιά και τέλος η Μήλος με τα βουνά της και τα ακρογιάλια της.

Έρρηξαν όλοι μια φωνή χαράς κι έπεσαν γονατιστοί στο ‘κόνισμα του Αγίου. Είχανε μπροστά τους το πραγματικό μαγικό νησί κι έβλεπαν επάνω του την ευτυχία ζωγραφιστή. Όταν έφθασαν εις το λιμάνι, εβγήκαν έξω και με δάκρυα στα μάτια έτρεξαν απάνω στο χωριό για να βρη καθείς τους δικούς του. Μ’ αλλοίμονο! Κανείς δεν τους εγνώριζε. Και όταν είδανε την όψι τους στον καθρέφτη, τα ‘χασαν και αυτοί οι ίδιοι. Από τον καπετάνιο ως τον μούτσο είχανε όλοι γεράσει τρέχοντας να βρουν την ευτυχία, η οποία είχε μείνει πίσω στο νησί τους.

Τοιουτοτρόπως ωμίλει εν τω καπηλείω ο γέρων ναυτικός. Οι ναύται τον ήκουον προσεκτικώς και μόλις η φωνή του απήχησε, συνέκρουσαν τα κύπελλα και εκένωσαν αυτά, ενώ εγώ από του βάθους της γωνίας, εν η ιστάμην, ανακεφαλαίουν την διήγησίν του και εζήτουν το επιμύθιον αυτής.

 

Επιστροφή στο αφιέρωμα

Αντώνης Θ. Σπηλιωτόπουλος: ο Ποιητής της Πρώτης Θάλασσας

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ασσόδυο
Πλατφόρμα μάχης για την επανοικειοποίηση του ρεμβασμού.