Την κοίταζε. Πόσο χρονών να είναι, αναρωτιόταν καθώς το πρόσωπό της δεν φανέρωνε την ηλικία της. Κάποιες φορές το βλέμμα της και ο τόνος της φωνής της την έκαναν να φαίνεται νέα, σχεδόν έφηβη κι άλλες στιγμές μια σκιά έπεφτε πάνω της κι έβλεπες μια γυναίκα γύρω στα 60.
-Γιατί είσαι ντυμένη καλόγρια; Την ρώτησε.
– Μου αρέσει να φαίνεται πως κάποτε έζησα για χρόνια σε μοναστήρι. Αν δεν είχα περάσει από την μοναχική ζωή ίσως τώρα να μην βρισκόμουν εδώ. ‘Ελα, έλα κάθισε εδώ στον καναπέ. Θα σου πω μια εικόνα από κείνη την περίοδο της ζωής μου. Μου αρέσει κάπου-κάπου να μιλάω για τα παλιά. Στο μοναστήρι που ήμουν υπήρχε μια μικρή πολύ παλιά εκκλησία κι από κάτω είχε ένα υπόγειο οστεοφυλάκιο. Κατέβαινες οκτώ σκαλιά και βρισκόσουν σ’ αυτόν τον χώρο. Τα θεμέλια της εκκλησίας ήταν πάνω σ’ ένα τεράστιο βράχο. Το οστεοφυλάκιο γύρω-γύρω είχε σκαλιστά στο βράχο ράφια όπου ακουμπούσαμε τα κρανία των μοναχών που είχαν κοιμηθεί, όπως λέγεται στη γλώσσα των μοναστηριών. Σε μια γωνιά του χώρου είχε σκαφτεί ένα μικρό αλλά βαθύ πηγάδι και ρίχναμε τα υπόλοιπα οστά των νεκρών γυναικών. Τα απογεύματα ο εσπερινός γινόταν εκεί στην παλιά εκκλησία. Εγώ είχα αναλάβει να προσέχω την καθαριότητα του υπόγειου χώρου, των οστών και ό,τι άλλο ήταν σχετικό. Έπλενα και τοποθετούσα τα κρανία στα ράφια κι έριχνα τα κόκαλα στο πηγάδι. Είχα πει κάποια φορά στην αρχή, στην ηγουμένη, να ρίχνουμε τα κόκαλα της κάθε νεκρής χωριστά τοποθετημένα σε μια άσπρη πάνινη σακούλα. «Όχι», μου είπε, «Αγαθονίκη», αυτό ήταν το καλογερικό μου όνομα, «όχι, το πανί σαπίζει και μουχλιάζει. Θα στεγνώνεις τα κόκαλα ένα-ένα πολύ καλά, θα τα σκουπίζεις μ’ αυτό το απορροφητικό χαρτί και θα τα ρίχνεις ένα-ένα λέγοντας την ευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε τον αμαρτωλό». Έτσι έκανα. Μετά από κάθε εκταφή, μου παρέδιναν τα κόκαλα οι αδελφές μέσα σ’ ένα μεγάλο κανίστρι. Κατέβαινα στο υπόγειο κι έπιανα πρώτα το κεφάλι. Δεν ξέρω αν το έχετε προσέξει ποτέ, αλλά το κεφάλι των νεκρών φαίνεται πολύ μικρό, πολύ μικρό, σχεδόν σαν κεφάλι παιδιού. Το σκούπιζα καλά-καλά. Τα περισσότερα δεν είχαν δόντια, οι αδελφές είχαν πεθάνει σε μεγάλη ηλικία κι είχαν μασέλες, αλλά εκείνα που είχαν δόντια, ποτέ δεν τα είχαν όλα, εκείνα ήθελαν ιδιαίτερη προσοχή. Παιδευόμουν να αφαιρέσω οτιδήποτε υπήρχε ανάμεσα στα δόντια.

Το φως στο δωμάτιο χαμήλωσε κι ακούστηκε έξω να βρέχει.
-Μου επιτρέπεις να ξαπλώσω εδώ στον καναπέ;
Δεν μπορεί να το εξηγήσει ούτε κι ένιωθε την ανάγκη να το εξηγήσει πώς του ήρθε να πει κάτι τέτοιο σε μια γυναίκα που δεν την γνώριζε, που πρώτη φορά την έβλεπε, αλλά να, ο ήχος της βροχής, που πάντα του άρεσε, τον έκανε να νιώσει μια αιφνίδια γλυκιά κούραση και η φωνή αυτής της γυναίκας ήταν τόσο περίεργη, τόσο γαλήνια.
-Ναι, βέβαια, μπορείς να ξαπλώσεις, του είπε η γυναίκα και συνέχισε.
-Τοποθετούσα το κεφαλάκι στο ράφι, δεν έλεγα πια τα ονόματα των νεκρών αδελφών παρ’ όλο που τις γνώριζα όλες, δεν τα έλεγα γιατί σκεφτόμουν πως δεν είναι πια η Θεοπίστη αυτό το γυμνό κρανίο, δεν είναι η Θεοδώρα αυτό το γυμνό κρανίο, ίσως τώρα έτσι να είναι κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν, κάτι που δεν γνωρίζω. Κι έριχνα τα κόκαλα ένα-ένα στο βαθύ πηγάδι. Από τον ήχο που έκαναν έβγαζα εγώ τα δικά μου συμπεράσματα για την καθαρότητα της ψυχής των κεκοιμημένων. Εκείνο το απόγευμα είχαμε ξεθάψει μια καλόγρια 21 χρονών που είχε πεθάνει από λευχαιμία. Όταν την πρωτοείδα αυτήν την κοπέλα, 18 χρονών ήρθε στο μοναστήρι, ήταν μια μέρα ανοιξιάτικη, ο ήλιος τόσο καθαρός, τόσο δυνατός. Η Αθηνά, αυτό ήταν το κοσμικό της όνομα, μπήκε στην αυλή φορώντας ένα μακρύ άσπρο φόρεμα μ’ ένα μοβ μαντήλι για ζώνη. Την κοίταζα και κάποιες στιγμές μου φαινόταν πως στην αυλή στο δυνατό άσπρο φως του ήλιου, κυμάτιζε μόνο εκείνο το μοβ μαντήλι και η Αθηνά με το άσπρο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά γινόταν ένα με το φως. Αίσθηση παράξενη αλλά μέχρι που πέθανε πολλές φορές στην αυλή τ’ απογεύματα έβλεπα ένα μαύρο ρούχο να κυματίζει στο απογευματινό φως και το σώμα έλειπε.
Είχα πάρει το μεγάλο κανίστρι με τα κόκαλα της Αθηνάς. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τα κόκαλά της ήταν σχεδόν μαύρα και το κρανίο της μαύρο ήταν κι αυτό. Ξεσκόνιζα αυτό το μαύρο κρανίο και χωρίς να το καταλάβω μουρμούριζα εκεί κάτω στο μισοφώτιστο από το καντήλι υπόγειο: Γιατί Αθηνά το κεφάλι σου είναι μαύρο; Το έλεγα μέχρι που το ακούμπησα στο ράφι κι αυτό δεν το έβαλα με το πρόσωπο προς τον τοίχο, το έβαλα με το πρόσωπο προς το μέρος μου. Κι ύστερα σκούπιζα ένα-ένα τα κόκαλα, εκείνα τα μαύρα κόκαλα και τα έριχνα στο πηγάδι, και ο ήχος δεν ήταν ξηρός, καθαρός, ήταν ήχος πνιχτός σαν να άφηναν μια παράξενη φωνή αυτά τα κόκαλα κι εγώ μουρμούριζα. Γιατί Αθηνά τα κόκαλά σου δεν έχουν ξηρό καθαρό ήχο; Γιατί Αθηνά τα κόκαλά σου βογκούν; Από πάνω δεν ακουγόντουσαν πια οι ψαλμωδίες. Οι αδελφές είχαν τελειώσει τον εσπερινό και δεν είχαν προσέξει πως εγώ δεν είχα ανεβεί από το υπόγειο και θα είχαν κλειδώσει την πόρτα της εκκλησίας. Έτσι σκέφτηκα, αλλά δεν ανησύχησα. Συνέχισα να πετώ ένα-ένα τα κόκαλα της Αθηνάς στο βαθύ πηγάδι. Γιατί Αθηνά τα κόκαλά σου δεν έχουν ξηρό, καθαρό ήχο; Γιατί Αθηνά τα κόκαλά σου βογκούν; Συνέχιζα σαν μοιρολόι αυτόν τον μονόλογο. Ώσπου άδειασε το κανίστρι. Κάθισα σε μιαν άκρη. Εκεί θα έβγαζα τη νύχτα. Τίποτα δεν φοβόμουν. Από μικρό παιδί τίποτα δεν φοβόμουν. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια χαρούμενη, η μάνα και ο πατέρας μου πάντα χαμογελαστοί. Και τα τρία άλλα αδέλφια μου, κι αυτοί με το χαμόγελο ακόμα και τώρα που έκαναν δικές τους οικογένειες, ακόμα και τώρα το ξέρω πως όλοι χαμογελούν, μόνο ο αδελφός μου ο Θωμάς δεν χαμογελάει πια πολύ γιατί είναι γιατρός και ζει στη Νιγηρία, είναι στην οργάνωση «Γιατροί του Κόσμου» και δεν μπορεί πολύ να χαμογελάει. Κι όταν τους είπα στα 24 μου, μόλις είχα τελειώσει τις σπουδές μου στην Φιλοσοφική, όταν τους είπα πως αποφάσισα να γίνω καλόγρια, το άκουσαν και χαμογέλασαν. Δεν θα πω χαμογέλασαν χαρούμενα αλλά χαμογέλασαν με κάποια περίσκεψη κι αφού μιλήσαμε ώρα πολλή, όχι για να με πείσουν να μην πάω αλλά για να καταλάβουν πως το αποφάσισα, στο τέλος με φίλησαν, δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους. Άλλα πράγματα επιθυμούσαν αυτοί για μένα, όμως λόγο πικρό δεν μου είπαν, με φίλησαν, έκλαιγαν και χαμογελούσαν. Μεγαλώνοντας έτσι, δεν έβαλα φόβους μέσα στο μυαλό μου και σ’ αυτό το υπόγειο οστεοφυλάκιο εγώ δεν φοβόμουν. Για την Αθηνά ήξερα πολύ λίγα πράγματα. Είχε γεννηθεί στο Κραγκούγιεβατς, από γονείς χριστιανούς, η μάνα της Ελληνίδα. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια. Η μόνη που γλίτωσε από το βομβαρδισμό του σπιτιού της ήταν αυτή, όλοι οι άλλοι είχαν σκοτωθεί. Βρήκε καταφύγιο στο μοναστήρι μας. Δεν μιλούσε πολύ, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου, ενώ στις ψαλμωδίες μόλις που κουνούσε τα χείλη της. Κάποιες φορές έκανα τη σκέψη: «Η Αθηνά δεν είναι μαζί μας, έχει μείνει εκεί πίσω με τους σκοτωμένους της, εκεί στην πατρίδα της, στο σπίτι που γκρεμίστηκε». Αυτή η σκέψη μ’ έκανε να μην την φωνάξω ποτέ με το καλογερίστικο όνομα. «Αθηνά», της ψιθύριζα σιγά, να μην με ακούσουν οι άλλες καλόγριες, κι εκείνη όχι, δεν μου χαμογελούσε, ποτέ δεν την είδα να χαμογελάει, αλλά με κοίταζε και μια μικρή σπίθα ζωηρή σχεδόν χαρούμενη έβλεπα στα μάτια της. Γρήγορα αρρώστησε και πέθανε.

Και εκείνη τη νύχτα στο υπόγειο των κοιμηθεισών καλογραιών εγώ θρηνούσα την Αθηνά, έτσι την είχε ονομάσει η μάνα της εκεί στο Κραγκούγιεβατς για να θυμάται την πατρίδα της, την πατρίδα που κάποτε ήθελε να γυρίσει με τον άντρα της και τα παιδιά της, κι αυτό δεν έγινε ποτέ και γύρισε μόνο η Αθηνά για να πεθάνει και να θαφτεί στο χώμα αυτής της γης. Το καντήλι, το κοίταξα, είχε αρκετό λάδι, θα κρατούσε όλο το βράδυ. Ένιωθα ήρεμη, μόνο που το κυμάτισμα, αυτό το τρέμουλο από την μικρή φλόγα του καντηλιού, μ’ έκανε να έχω την εντύπωση ότι ο βράχος κυμάτιζε, τα μικρά κρανία κυμάτιζαν, το σώμα μου κυμάτιζε. Χαμογέλασα, έτσι περίεργα, σκέφτηκα πως όλα εκεί σε λίγο θα αναμιγνύονταν: ο βράχος, τα μικρά κρανία των κοιμισμένων αδελφών, το μαύρο κρανίο της Αθηνάς, όλα σε λίγο θα μοιραζόμασταν την ίδια αίσθηση του κυματισμού, και δεν ξέρω αν κοιμήθηκα αλλά άκουσα δίπλα μου την φωνή της Αθηνάς, εκείνη την χαμηλή, δειλή φωνή που με κλάμα έμοιαζε, όχι, όχι με κλάμα γυναίκας αλλά με θρήνο μικρού παιδιού που δεν μπορεί κανείς να το παρηγορήσει.
-Όταν έχεις ζήσει σε πόλεμο, όταν έχεις δει ανθρώπους να τους σκοτώνουν, παιδιά να τα καίνε, όλα μαυρίζουν μέσα σου, όλα, και τα κόκαλά σου μαύρα γίνονται.

Την επόμενη μέρα όλα ήταν όπως πριν. Κι εγώ έκανα αυτά που κάθε μέρα έκανα. Όταν όμως κατέβαινα στο υπόγειο οστεοφυλάκιο σαν κάτι να μου συνέβαινε. Ένιωθα πως το κρανίο της Αθηνάς με κοίταζε περίεργα. Γύρισα το πρόσωπό του προς τον τοίχο. Η αίσθηση ότι με κοίταζε συνέχιζε. Μια μέρα είχα ανεβάσει κιόλας το ένα μου πόδι στο πρώτο σκαλί κι ετοιμαζόμουν να βγω όταν γύρισα και είπα: «Τι θέλεις από μένα Αθηνά; Τι με κοιτάζεις έτσι;». Απάντηση δεν πήρα, όμως είχα αρχίσει να αλλάζω. Ήξερα πως ο πόλεμος στη χώρα της συνεχιζόταν, ήξερα πως και από άλλες χώρες εκατομμύρια άνθρωποι διωγμένοι από τον πόλεμο περπατούσαν μέρες και νύχτες μέσα στο κρύο, στις βροχές, στα χιόνια, στο λιοπύρι, για να φύγουν μακριά από τον πόλεμο, κλαίγοντας για τα αγαπημένα τους πρόσωπα που άφηναν νεκρά πίσω τους, για τα αγαπημένα δωμάτιά τους, για τις γάτες και τους σκύλους που θα τριγυρνάνε μόνα τους στις ερειπωμένες πολιτείες κι αυτοί απελπισμένοι και αγριεμένοι θα ψάχνουν κάπου να απαγκιάσουν. Τα ήξερα όλα αυτά, όπως ήξερα πως κι όταν βρουν κάπου να απαγκιάσουν όλοι αυτοί οι καταδιωγμένοι, άνθρωποι χαρούμενοι δεν θα γίνουν ποτέ γιατί ο πόλεμος είχε μπει στο αίμα τους. Οι στρατιές αυτών των κυνηγημένων ανθρώπων περπατούσαν μακριά από το μοναστήρι, εμείς συνεχίζαμε ήσυχα να ψέλνουμε, να καθαρίζουμε την αυλή του μοναστηριού, να φροντίζουμε με αγάπη τα λουλούδια του κήπου. Κι έλεγα στον εαυτό μου: «Γιατί όχι; Γιατί να μην έχω αυτή την ηρεμία; Μήπως εγώ φταίω για τους πολέμους των ανθρώπων;» Κι από την άλλη αναρωτιόμουν: «Και γιατί είμαι μοναχή; Και τι σημαίνουν τα μοναστήρια; Καταφύγια ήσυχων προσευχών; Μήπως αυτοί που τολμούν ακόμα στις μέρες μας να είναι μοναχοί, που τολμούν να είναι παπάδες, πατριάρχες, πάπες, που λένε πως υπηρετούν τον θεό και την αγάπη, μήπως αυτοί είναι οι πιο υπεύθυνοι, που ανέχονται τις δυστυχίες των ανθρώπων;» Δεν εύρισκα απαντήσεις κι άρχισα τις νύχτες να ξαγρυπνάω, κι άρχισα να μαθαίνω περισσότερες ειδήσεις, κι έβγαινα κρυφά τις νύχτες έξω από το μοναστήρι, όχι γιατί είχα να κάνω κάτι συγκεκριμένο, αλλά έτσι, για να περπατήσω. Και μια νύχτα συνάντησα την Ελβίρα. Η Ελβίρα μού μίλησε για τούτον τον τόπο. Αυτή με έφερε εδώ. Θα την γνωρίσεις. Όμως τώρα καιρός να φεύγω. Εσύ όποτε θελήσεις μπορείς να προχωρήσεις, τον δρόμο σου τον έχω δείξει, σε περιμένουν, εγώ εδώ κάπου κοντά θα είμαι. Αν με χρειαστείς φώναξέ με.
Κι έφυγε, όχι δεν έφυγε, πιο αληθινό είναι πως εξαφανίστηκε, κι ο άντρας ήθελε να προχωρήσει, ήθελε να πάει να τους συναντήσει, έτσι σκέφτηκε.
-Το όνομά της μουρμούρισε, το όνομά της δεν το ξέρω. Και τι θα τους πω, ποιος με στέλνει; Δεν θα με πιστέψουν.

Πετάχτηκε από τον καναπέ, άνοιξε την πόρτα. Είχε αρχίσει να βραδιάζει, η βροχή λεπτή σαν ομίχλη φαινόταν ανάμεσα στα δέντρα του δάσους.
– Εεε γυναίκα… Πού είσαι;
Και γύρισε η φωνή του πίσω, όχι σαν αντίλαλος αλλά σαν θρόισμα φύλλων και σαν μικρή ριπή αέρα κι έβρεξε το πρόσωπό του. Γύρισε στο δωμάτιο.
-«Ε τώρα νυχτώνει» μουρμούρισε «και τις νύχτες δεν είναι να περπατάς σε τέτοια μέρη».
Το ήξερε πως ήταν μια δικαιολογία αλλά του άρεσε να την λέει. Χρόνια τώρα κάθε βράδυ, κάθε νύχτα, έτσι λέει.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Αθηνά Τσάκαλου
Γεννήθηκα το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία. Σπούδασα φιλολογία και ονειρεύομαι κήπους με πλούσια βλάστηση. Μου λείπει το νερό, το τρεχούμενο νερό γι' αυτό και συνεχώς το ονειρεύομαι.