Ο κινηματογράφος σε κάνει να ξεχνάς τις σκοτούρες σου, σε βγάζει για λίγο από την μίζερη πραγματικότητα. Μα πόσο απέχει το γεγονός αυτό από την γέννηση της απάθειας; Αυτό σκέφτομαι καθώς κατεβαίνω τις σκάλες του Άστορ με μαύρη καρδιά.

Ας μην το κρύβουμε. Οι φετινές Νύχτες Πρεμιέρας είναι στοιχειωμένες από το βιασμένο κουφάρι του Ζακ Κωστόπουλου. Είναι ακατόρθωτο να αφεθείς ολοκληρωτικά μέσα στη σκοτεινή αίθουσα. Γιατί δηλαδή πρέπει να με σοκάρει η καταληκτική σκηνή από την σλοβένικη ταινία «Συνέπειες» όταν η ωμή βία της διαδραματίστηκε ενάμισι στενό πιο κάτω, μέρα μεσημέρι, στην Κάνιγγος; Γενικά τι κάνω εδώ; Έχω δικαίωμα στην απόλαυση; Πόση ευτυχία μου αναλογεί; Και δε λέω. Δουλεμένοι οι διάλογοι του βιβλικού καλτ «await further instruction». Άπαιχτη η ατάκα αυτή. Ακούγονται πνιχτά γελάκια στην αίθουσα. Δικαιούμαι λίγο γέλιο και γω; Πού χωνεύει τούτη η πόλη την βία της και μπορεί να προχωράει; Κι αν το βίντεο από την Κάνιγγος ήταν μια μικρού μήκους ταινία; Τι χωρίζει την πραγματικότητα από την μυθοπλασία; Η ανάσα του νεκροτόμου; Αυτό σκέφτομαι καθώς κατεβαίνω τα σκαλιά του Odeon.

Τα γεγονότα αυτά βασίζονται σε αληθινή ταινία. Τρέμω μην τυχόν σε τρία χρόνια δούμε ντοκιμαντέρ τη δολοφονία του Κωστόπουλου στις Νύχτες Πρεμιέρας. Γιατί κατά βάθος φοβάμαι πως θα χειροκροτήσω. Ωχ. Τον αγαπώ αυτόν τον ηθοποιό. Πού πρωταγωνιστούσε, ρε Αλέξανδρε; Και τέλος πάντων, γιατί η ιερατική παράνοια της Ρουμανίας να με απελπίζει όταν τα δικά μας χρυσά σταυρουδάκια καρφώνουν πάνω τους παραδειγματικά τα σώματα των γενναίων και απόκληρων αυτής της πόλης; Για ποια ιδανικά έπινες κάθε μέρα, Σολωμέ;

Τότε μια κοπέλα πέρασε σκουπίζοντας τα δάκρυά της. Μου φάνηκε κάπως περίεργο εκείνη τη στιγμή, εννοώ που πρέπει να σκουπίζουμε τα δάκρυά μας για να μην φαίνονται. Γιατί ντρεπόμαστε γι’ αυτά; Ίσως σε άλλο πλανήτη κάποιοι άλλοι άνθρωποι να πιέζουνε τα μάγουλά τους όταν χαίρονται για να μη φανεί το γέλιο τους. Εκεί ζουν οι δολοφονημένοι από νοικοκυραίους; Οι σκοτωμένοι από Ελλάδα; Αυτό σκέφτομαι καθώς επιστρέφω σπίτι από την Πατησίων.

Η πόρτα της αραγμένης κλούβας έξω από το Μουσείο στέκει ορθάνοιχτη. Σαν το στόμα του λύκου που μυρίζει σκοτωμένο αίμα και σάπια έντερα. Μήπως υπερβάλλω μωρέ λίγο; Δεν αποκλείεται. Αφού συμβαίνουν αυτά.

Ο κοσμηματοπώλης ενδέχεται να είναι αθώος. Έχει άλλωστε ισχυρά ελαφρυντικά για την πράξη του. Εμφανέστατα βρισκόταν υπό την επήρεια της ιδιοκτησίας και της προστασίας της περιουσίας του. Στ’ αλήθεια τον έπνιγε το δίκιο του αστικού νόμου, κι η αντίδρασή του ήταν μια φυσιολογική αντίδραση ενός ανθρώπου ποτισμένου με τα ιδανικά του καπιταλισμού. Ένα μίασμα της κερδοφορίας, ένα θρασύδειλο κτήνος εκτός ελέγχου από τη μαστούρα της νοικοκυροσύνης. Δηλαδή επίτιμο μέλος μιας κανονικής Ελλάδας. Αυτής που έχουμε γνωρίσει στο πετσί μας, της αδιόρθωτης, που όσο εξακολουθεί να κυριαρχεί τόσο θα γεννά δήθεν αντικοινωνικότητες σαν το Ζακ, που έφυγε σαν μαχητής. Χωρίς να το ξέρει τα έβαλε σε μια αστραπιαία ιστορική στιγμή με όλα τα σύμβολα του σάπιου κόσμου, της ιδιοκτησίας, του καταναλωτισμού, του κομφορμισμού, της καταστολής. Αυτά σκέφτομαι βγαίνοντας από το Ideal. Γιατί με τίμημα θανατηφόρας βίας κατάφερε και το έσκασε από το κλουβί του, αιμόφυρτος, και σε συνθήκες παραζάλης προκάλεσε τρόμο στους πάνοπλους μπάτσους με ένα τόσο δα γυαλάκι. Βρισκόμενος σε καθεστώς τυφλότητας έκανε είκοσι συνειδητά βήματα απόδρασης και έπεσε απλά ελεύθερος. Ούτε ως ήρωας ούτε ως τίποτε παραπάνω: απλά ελεύθερος. Αυτό είναι μια αλήθεια μη αναστρέψιμη. Ή μήπως να αμφιβάλω και γι’ αυτήν;

Στρίβω στην αγίου Μελετίου. Πόσο γαλήνια κοιμούνται οι άστεγοι αυτής της πόλης. Ντρέπομαι και μόνο που το σκέφτομαι. Αλλά το βλέπω στα βλέφαρά τους. Ποιος μας κλέβει την ανεμελιά; Μήπως την παραχωρήσαμε εμείς; Αγοράζω πορτοκάλια από την Αχαρνών στις δύο το πρωί. Και φτάνω στο σπίτι. Θυμάμαι ένα ποίημα του Σολωμού στο ασανσέρ. Μπαίνω και πιάνω τα άπαντά του:

Εἰς Φραγκίσκα Φράϊζερ

«Μικρός προφήτης έρριξε σε κορασιά τα μάτια,
και στους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε:

Κι αν για τα μάτια σου Καλή, κι αν για την κεφαλή σου,
κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,
δώρο δεν έχουνε για Σε και για το μέσα πλούτος.
Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.»

Στη δικιά μου Ελλάδα το ποίημα αυτό γράφτηκε προχωρημένο σαββατόβραδο, σε ένα αθηναϊκό κλαμπ από το Διονύσιο Σολωμό, σε κατάσταση μέθης, και μαγεμένος από το γκοθ σόου της πανέμορφης Zackie Oh, που βάλθηκε να τα βάλει με τα ιερά και τα όσια τούτης της μαύρης χώρας.

 

 


.

υγ: το τελευταίο προφητικό τουίτ του Ζακ Κωστόπουλου απλώς με εξουθενώνει.

 

 

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.