Δεν έχω ύπνο τον καιρό αυτό, το είπε και στα ζώδια. Μα πώς τα βρίσκουν όλα, κυρία Κούλα μου, ακόμη και αν δεν υπάρχει επίσημα αιτιοκρατική σύνδεση ανάμεσα στις κινήσεις των πλανητών και τα ανθρώπινα σώματα. Καλά, χαλάρωσις. Τίποτα δεν βρίσκουν, τα παραμυθιάσματα αρέσουν, θες και λίγο η διαφυγή από τον εαυτό, ότι κάποιες δυνάμεις πέρα από εμάς μάς καθορίζουν, το κάρμα ή έστω τίποτε αόρατα χέρια της αγοράς. Κάθε μεταφυσική θα μπορούσε να είναι ισοδύναμη του πολιτικού συντηρητισμού. Περπατώ για να σπρώξω τη μεταφυσική κάτω από το οδόστρωμα στην εξωτική Αχαρνών, στο κέντρο της πόλης, ξημερώματα, το είπε και στα ζώδια: τάσεις φυγής. Το περπάτημα αξιώνει μορφή άσκησης, είδος αναχωρητισμού, οντισιόν για το τέλος του κόσμου ή το πλάσιμο ενός νέου. Μπανίζω μια ταμπέλα νέον, τρεμοσβήνει σαν να μην είναι σίγουρη για το μήνυμα που φέρει. Από το πουθενά ο ήχος μιας καμπάνας, τη λάθος στιγμή, θαρρώ ένα έγκλημα σκεπάζει. Το ναργιλεδάδικο της γειτονιάς ακόμη ανοιχτό, δυο μόνοι, μια μικρή παρέα, παίζει ανατολίτικα. Περιμένουν μια υπόσχεση που δεν αρθρώνεται ποτέ. Περπατάω κουτουρού. Δεν ξέρω πού πηγαίνω, ποτέ δεν ήξερα, ξαπλώνω λίγο στην άκρη του δρόμου να δω κάποιο αστέρι να πέφτει, τα καταβρόχθισε όλα το φεγγάρι. «Μη χάσεις ευκαιρία, ξαπλώνεις όπου βρεις», είχε πει μια φορά ο σ. «Είμαι πλούσιος, κρεβάτι μου όλος ο κόσμος», είπα. Έπειτα σηκώνομαι. Αφού σηκώνομαι όρθιος γιατί ακούγεται σαν γδούπος πτώσης; Προσπαθώ να ισορροπήσω ακροβατικά στη λωρίδα κυκλοφορίας στη μέση του δρόμου. Χάρη στην περίσσεια του καλού δεν έχω καταστραφεί ή τσαλαπατηθεί, δεν με έχει παρασύρει ένα αδέσποτο τετράτροχο ή αποπλανήσει ένα ζόμπι του Bruce LaBruce. Καταφεύγω εκ νέου στην ασφάλεια του πεζοδρομίου, ακολουθώ μια γάτα που χάνεται σε ένα σοκάκι πιο κάτω. Κάποτε κάθομαι σε μια στάση λεωφορείου που λέγεται Παράδεισος. Δεν είμαι σίγουρος για το μήνυμα που φέρει. Στρίβω ένα τσιγάρο, σύντομα σιμώνει ένας συνταλαίπωρος, «φίλε έχεις ένα τσιγάρο;» αδημονεί, χακαρισμένα ελληνικά, σπασμένα. Πασάρω τον καπνό, στρίβει ένα και το χαϊδεύει μέσα στα χοντρά σκούρα δάχτυλά του. Μασουλάει παράφωνα ένα τραγούδι σε γλώσσα στρατοπέδων συγκέντρωσης. «Δεν τραγουδάει σαν το αηδόνι. Αλλά τα ωραιότερα τραγούδια δεν είναι τα τεχνικώτερα», θα έλεγε ο Παύλος Νιρβάνας. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο παράδεισος: ένα μεταλλικό παγκάκι και ένας πίνακας που γράφει προορισμούς και λεπτά αναμονής. Να θρονιάζεσαι εκεί και να χαζεύεις τον πολύβουο δρόμο που ηρεμεί τούτη τη μικρή ώρα. Ελάχιστα αυτοκίνητα με ανήσυχους προβολείς αποκαλύπτουν αόρατους πεζούς. Και να, η σελήνη κρέμεται ολοστρόγγυλη και υποσχέσιμη, φυσάει πολύ, μα νιώθω απάνεμα, και κάπως έτσι μπορεί να ξεκινήσει μια επανάσταση: δίνοντας καπνό σε κάποιον ξένο που ήρθε από μια αιματοβαμμένη χώρα, μασουλώντας έναν ακατάληπτο στίχο, με την αφελή συμφωνία των βλεμμάτων που συναντιούνται εντός της ψευδαίσθησης «να ξεκοιλιάσουμε τον κόσμο». Βάλτε λίγο αφαίρεση, βάλτε τη συνέχεια, θα ξεκινά από ένα μοιρασμένο τσιγάρο σε μια στάση λεωφορείου στην Αχαρνών.  Ίσως εκκινήσει πετυχαίνοντας την ακινησία μιας τέτοιας στιγμής φουμαρίσματος των μονοθεϊσμών, επινοώντας μια προσευχή μπατίντα ντε κόκο. Ένα άλλο βράδυ περπατώ και πάλι κουτουρού, ακούω κοφτά λόγια από την ανοικτή μπαλκονόπορτα του πρώτου μιας πολυκατοικίας, «σαράντα ευρώ», μετά «είναι μεγάλο», μετά βογγητά. Παραπέρα, κάποιος μιλάει στο κινητό και λέει «έχω κονδυλώματα», διασχίζοντας το πεζοδρόμιο. Περνάω μια άλλη στάση λεωφορείου με το όνομα «το Σπίτι του Ηθοποιού», εδώ λέω να κάθομαι όταν θέλω να στήσω λίγο δράμα. Μετράω τα βράδια από στάση σε στάση. Φτάνω στο παγκάκι μου στον Παράδεισο, είμαι εξόριστος: καταλήφθηκε από έναν άστεγο και τα πράγματά του, αραδιασμένα σε νάιλον σακούλες. Θέλω να του μιλήσω, το βλέμμα του προσηλωμένο στο πουθενά, σιωπώ. Δεν βρίσκεται κιχ να αρθρώσω, έχω ένα σπίτι να γυρίσω, αυτός μονάχα μια θέση στη στάση Παράδεισος. Τι σημασία έχουν δυο κουβέντες, σε λίγο ξημερώνει, και, καθώς το όποιο φως βρίσκεται από τη γέννηση του κόσμου μέσα στο σκοτάδι, περιμένω την επόμενη αγρυπνία –έστω, αϋπνία- για να βουτήξω σε αυτό, με εσένα πλάι, με το όποιο μεταφυσικό ον ή και χωρίς.  

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κίμωνας Θεοδώρου
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα για τον Κίμωνα Θεοδώρου. Πέρα από το γεγονός ότι πιθανόν αδυνατεί να αντισταθεί σε τρία πράγματα: (συμπληρώνεις ό,τι θέλεις).