Στα εθνικά καλλιστεία το 1997 μια υποψήφια πέταξε τις γόβες της επί σκηνής και έφυγε από τον διαγωνισμό, θεωρώντας ότι αδικήθηκε από την επιτροπή. «Είναι σαν εσένα που είχες πετάξει τα τσαρούχια σου», λέει ο λ που κάνει τη σύνδεση για να με τσιγκλήσει. Δεν είναι το ίδιο, μα δεν μπαίνω στον κόπο να τσιμπήσω. Και αν είναι; Στροφάρω: δεν ήμασταν στην τηλεόραση, δεν υπήρχε επιτροπή, ούτε καν βραβείο για να κατονομάσω ορισμένες διαφορές. Το κοινό ήταν παιδιά και γονείς και στη θέση της ανταμοιβής ακτινοβολούσε εθνικοφροσύνη. Με ντύσανε τσολιά αγουροξυπνημένο και με σύρανε στην πλατεία του μικρού μας χωριού, εκεί όπου παρατασσόμασταν τα νήπια ώστε να παρελάσουμε για την 28η Οκτωβρίου (μπορεί να ήταν και 25/3), κάνοντας πρόβα λίγη ώρα πριν. Όλες οι μαμάδες με μια φωτογραφική στο χέρι, η δική μου με την κόντακ να βεβαιώνει ότι είχε βάλει σωστά το φιλμ. Βρέθηκα να φοράω φουστανέλα, γιλέκο, τσαρούχια με φούντες, να έχει προκαθοριστεί αισθητικά η περιβολή μου σχεδόν βίαια. 1987 είχαμε, ήθελα να ντύνομαι σαν τον Άλις Κούπερ, αν με καταλαβαίνετε – καταδικασμένος από ετεροκαθορισμό σε ετεροκαθορισμό. Η δασκάλα άρχισε να μας βάζει σε σειρές κατά ύψος, δίνοντας οδηγίες. Με έβαλε τελευταίο κατά το μπόι του υποφαινόμενου. «Ε, όχι και τελευταίος» αναλογίστηκα. Σαν να μην ήταν ήδη αρκετή η ταλαιπωρία με τη στολή. Βάλθηκα να γκρινιάζω και να κλωτσάω τριγύρω όποιον έβλεπα. Η βία γεννά βία, ε; Η δασκάλα να ρωτάει τι έγινε, μα δεν έλεγα. Να παρελάσω τελευταίος των τελευταίων; Αδύνατον. Φώναζα ότι θέλω να φύγω. Η μαμά μου πλησίασε να με καθησυχάσει, κάπως ταπεινωμένη, συνάμα συμπονετική. Στη συνέχεια ήρθε κι ο παππούς, τον οποίο δεν παρέλειψα να κλωτσήσω. Ούτε ένας χριστιανός δε βρέθηκε να πει «ας το χαστουκίσει κάποιος αυτό το παιδί!», κατά το σχόλιο του λ (έχει ακούσει την ιστορία ογδόντα φορές). «Μείνετε μακριά μου, εγώ δεν κάνω παρέλαση» φώναζα απτόητος. Η δασκάλα προσπάθησε να με δελεάσει, τραβώντας με από το χέρι, να με πάει πρώτο στη σειρά, να μην μείνω τελευταίος. Θύμωσα περισσότερο που η αθεόφοβη χτύπησε φλέβα. Επιπλέον, ήταν σαν να γίνεται χάρη για την πάρτη μου ειδικά, ενώ ήμουν οικουμενιστής έστω χωρίς να το ξέρω. Επιπλέον, δεν ήταν το μόνο που ένιωθα ότι δεν πήγαινε καλά έστω χωρίς να μπορώ να εξηγήσω τα πράγματα. Αποχώρησα πετώντας τα τσαρούχια μου, δυο ανάσες πριν ξεκινήσει επίσημα η παρέλαση και, κλικ, η μοναδική φωτογραφία που τραβήχτηκε με έπιασε αναμαλλιασμένο να φεύγω ξυπόλητος, επιδεικτικά. Όταν εμφανίστηκε το φιλμ, την βρήκα στο άλμπουμ που φυλάχτηκε και πήγα και την έσκισα. Ακούστε εκεί, τσολιάς! Ξεκίνησα έναν πόλεμο πετώντας τα τσαρούχια μου τότε, ακολουθώντας τον δαίμονα του εαυτού – τσαρούχια που σήμερα αν περνούσα φάση χίπστερ θα φορούσα σε κανένα μπαρ, θα έμοιαζα και λίγο τσόλι αντί τσολιάς. Νιάνιαρο και μισό ήμουν. Με κάποιον τρόπο, δεν ήθελα να συμμετάσχω σε όλα αυτά τα επετειακά με το έθνος, καθαρά από διαίσθηση ή αυτή είναι η μεταγενέστερη ιστορία για να ιδεολογικοποιηθούν τα καμώματα. Μεγαλώνοντας ποτέ δεν ένιωσα εθνικά υπερήφανος για τίποτε βλέποντας ψήγματα υποκρισίας ολούθε ή μπορεί και να τα παραλέω. Υπάρχουν στιγμές υπερηφάνειας, όπως λόγου χάρη όταν βλέπω υποψήφιες στα καλλιστεία να πετάνε τις γόβες τους –κάτι που δεν συμβαίνει συχνά-, να διαμαρτύρονται για την αδικία στον κόσμο της «ομορφιάς». Ποιος αποφασίζει για όλο αυτό το θέαμα, την όλη εκμετάλλευση, ποιος πουλάει καλογυαλισμένες ιδέες (ομορφιά, έθνος) πίσω από τις οποίες βρίσκονται ακονισμένες κοιλιές; Διαμαρτυρήθηκα με τον τρόπο μου για την αδικία στον κόσμο των παιδιών, μεγαλώνουμε με αφηγήματα εθνοκεντρικά πίσω από τα οποία κρύβονται ρητορικές μίσους για τους άλλους, γυρνούν υπόγεια στον εαυτό, με όλες τις δυνατές πρακτικές, από την πλύση εγκεφάλου μέχρι τον εξαναγκασμό συμμετοχής και τον έλεγχο του σώματος στο χώρο, ένα δράμα με διακρίσεις που οπτικοποιούνται στις παρελάσεις μέσω αριστείας, καταγωγής, σωματικής διαφοράς, και εξάλλου –μισό λεπτό- μήπως έτσι δεν έβαζαν σε άλλες περιστάσεις στη σειρά θύματα που οδηγούνταν στη σφαγή; Ο λ χαχανίζει, «να τα καταργήσουμε όλα», προβοκάρει. Όχι ακριβώς. Να γιορτάζουμε, εντάξει; Μα όχι και στούμπος. Παίζει να βοηθά καμιά διάκριση ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και στη φετιχοποίηση με τα επακόλουθά της ⊗

 

εικόνα

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κίμωνας Θεοδώρου
Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτα για τον Κίμωνα Θεοδώρου. Πέρα από το γεγονός ότι πιθανόν αδυνατεί να αντισταθεί σε τρία πράγματα: (συμπληρώνεις ό,τι θέλεις).