Είναι σχεδόν οδυνηρό αλλά αργά ή γρήγορα, αναζητώντας το Υψηλό στην ελληνική ποίηση -τι απαίσιος μονόδρομος κι αυτός- νιώθεις ξαφνικά πως όλα καταλήγουνε κάποια στιγμή στον Κάλβο και τον Σολωμό, κι ας μην συναντήθηκαν ποτέ μεταξύ τους, όπως λέγεται, 22 χρόνια στο ίδιο νησί. Τι να κάνουμε τώρα; Σε αυτούς έλαχε να αγγίξουν το όριο του νεοελληνικού αρχινίσματος, ως οι μόνοι ποιητές που έγραψαν σε ταυτοχρονία με την χάραξη της νέας ιστορικής διαδικασίας που μας επιφυλάχθηκε σε τούτη την γεωγραφία, οι μοναδικοί που έγραψαν τη στιγμή που η επαναστατική φλόγα κατέκαψε τα στήθη του μέλλοντος σε τούτη τη γωνιά. Όλοι οι ύστεροι ποιητές έζησαν τον αντίκτυπο αυτής της οριακής θερμότητας χωρίς ποτέ να μπορούν να αντικρύσουν την πύρινη γλώσσα που υψώθηκε ως τα πέρατα. Και η εσωτερίκευση στη γραφή τους, αυτού του εθνικού αιτιατού, ίσως λίγο περισσότερο στον Κάλβο, θα αναγκάζει διαρκώς τη φιλολογία να επιστρέφει στα δύο αυτά πρόσωπα για να «ψωμοζητήσει» τις απαντήσεις. Είπα όμως πρόσωπα; Το είπα. Και ήδη άρχισε να εμφανίζεται το πρώτο πρόβλημα.

 

Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

Ωδή Έκτη

 

Η απουσία πορτραίτου του ζακυνθινού θεωρείται το μεγάλο έλλειμμα των ελληνικών γραμμάτων. Δεν νοείται ένας τόσο μεγάλος ποιητής και αρχινητής του πολιτικού λυρισμού, να μην συνοδεύεται από μια εικόνα του προσώπου του, έστω μια δαγγεροτυπία. Μοιάζει ανεπίτρεπτο. Ούτε μια τόση δα. Σε όποια εποχή κι αν συνέβαινε θα έμοιαζε ανεπίτρεπτο. Πόσο μάλλον στη δική μας, που διανύουμε την εποχή της σέλφι και τους ψηφιακούς αιώνες των σόσιαλ και μαζ μίντια. Που δεν νοείται στο να αναρτήσεις ποιήματα κάποιου αγαπημένου ποιητή χωρίς να συνοδεύονται αυτοματοποιημένα από μια απτή και ταυτοποιητική εικόνα. Σχεδόν δεν πιστεύουμε στα λόγια κάποιου συγγραφέα αν δεν ξέρουμε πώς μοιάζει, αν δεν τον συνδέσουμε με μια συγκεκριμένη μορφή, αν δεν τον ταυτοποιήσουμε με ένα συγκεκριμένο σχήμα προσώπου, με ένα γήινο και φθαρτό σώμα. Στην περίπτωση του άυλου Κάλβου, σχεδόν λέει ψέματα είτε αυτός είτε η ιστορία, ή τέλος πάντων ένα συναίσθημα ανικανοποίητου μας καταλαμβάνει, που δεν ολοκληρώνει το τελετουργικό, ακόμη κι αν αντικρύζουμε τον μεγάλο κατατρεγμένο ποιητή να συλλαμβάνει το εξής συγκλονιστικό σχήμα:

 

Ούτως από τον ήλιον,
ωσάν πυρός σταλάγματα,
πέφτουσιν εις την θάλασσαν
των αιώνων, και χάνονται
δια πάντα η ώραι.

Ωδή Όγδοη

 

Το γεγονός αυτό δεν μπορούσε κι ούτε μπορεί να γίνει ανεκτό. Πρόκειται περί μανίας; Ορδές ζωγράφων, ποιητών, πανεπιστημιακών, σκιτσογράφων και χαρακτών προσπαθούν να αποτυπώσουν το πρόσωπό του δια της εκλάμψεως του αγίου πνεύματος ή έστω κάποιων ιστορικών ψιθύρων. Ανάμεσά τους ο Ελύτης, ο Σεφέρης, ο Ασδραχάς, ο Ψυχοπαίδης, ο Π. Γράββαλος, ο Χρήστος Ρουσσέας, οι χαράκτες Άρια Κομιανού, Φ. Μαστιχιάδης και Τάκης Κατσουλίδης. Ο Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος πιο πρόσφατα. Και αρκετοί ακόμη. Ακόμη κι αν οι προσπάθειες αυτές χαρακτηρίζονται από υψηλό καλλιτεχνικό φρόνημα,  μοιάζει να εκκινούν από ένα θρησκευτικού τύπου αίτημα, θαρρείς πως κουβαλάμε μέσα μας τον απόηχο της εικονομαχίας: ο Κάλβος πρέπει να φιληθεί ό,τι και να γίνει.

Η Σάρλοτ Κάλβου, φωτογραφημένη από τον φωτογράφο Πλάμτρι μέσα στην δεκαετία του 1860.

Μέχρι και φωτογραφία της δεύτερης γυναίκας του διαθέτουμε, της Σάρλοτ, δεν μπορεί να απουσιάζει ο ζακυνθινός από το πάνθεον. Κάτι τέτοιο θα σκέφτηκε το μουσείο του Λάουθ (Louth), τόπο διαμονής του Κάλβου τα τελευταία 17 χρόνια της ζωής του, αλλά και τόπος θανάτου του, και απηύθυνε δημόσιο κάλεσμα με αφορμή μια έκθεση για εκείνον το 2014. Έγραφε τότε το Βήμα: Η φωτογραφία της Σάρλοτ τραβήχτηκε κάπου μεταξύ 1865 και 1870 και εικονίζει μια επιβλητική γυναίκα με βικτωριανή ενδυμασία, μια σοβαρή μητριαρχική φιγούρα. Με αφορμή το αφιέρωμα στον Ανδρέα Κάλβο, το Μουσείο του Λάουθ καλεί τους κατοίκους της πόλης να ξεθάψουν οικογενειακές φωτογραφίες από τα μπαούλα στις σοφίτες τους και να προσπαθήσουν να εντοπίσουν τη Σάρλοτ σε κάποια από αυτές, με την ελπίδα πως ίσως δίπλα της εντοπιστεί και ο άγνωστος σύζυγός της Ανδρέας Κάλβος. Τις τυχόν φωτογραφίες θα παραλάβουν οι υπεύθυνοι του μουσείου στην εκδήλωση της 21ης Ιουνίου ή μπορεί να αποσταλούν σε ψηφιακή μορφή στην ηλεκτρονική διεύθυνση _______. Δεν μας ενδιαφέρει η ηλεκτρονική διεύθυνση. Άλλωστε κανείς δεν διέθετε εικόνα του Κάλβου, όπως διαφάνηκε.

Ο ίδιος ο Σεφέρης αγωνιά και θα το θέσει έτσι: «Δεν υπάρχει γνωστή προσωπογραφία του Ανδρέα Κάλβου Ιωαννίδη. Καμιά φορά όταν ο στίχος του επιμένει μέσα στο μυαλό μου, τον αισθάνομαι σαν ένα ανθρώπινο σχήμα που αγωνίζεται, με τις απελπισμένες χειρονομίες τυφλού, να παραμερίσει ένα ψηλό παραπέτασμα που τον σκεπάζει. Δεν κατορθώνει ποτέ να φανερωθεί. Μόνο η φωνή του, πιο μακριά ή πιο κοντά. Μόνο οι κινήσεις ενός σώματος που υποπτεύει και λογαριάζει κανείς απ’ το κυμάτισμα του πανιού».


Και συ τον ύμνον δέξου·
εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
την ψυχήν, και βροντάουσιν
επί τας κεφαλάς
των αχαρίστων.

Ωδή Πρώτη

 

Αντιλαμβάνομαι την αγωνία του, και την αγωνία όλων όσων αποπειράθηκαν να τον αναπαραστήσουν, και την κατανοώ μερικώς. Και λέω μερικώς γιατί στην άκρη του μυαλού μου υπάρχει πάντα η υπόνοια πως η απουσία απεικόνισης του Κάλβου ήταν μια επιλογή του συνειδητή, η οποία στα σπλάχνα της μαρτυρά μια πράξη άρνησης ως προς την απεικόνισή του τις λιγοστές φορές που είχε την δυνατότητα για κάτι τέτοιο. Κι αν όχι συνειδητή, τουλάχιστον δηλωτική της φυγόκεντρης ηθικής του στάσης να αποφεύγει διαισθητικά τις συνθήκες της αιωνιοποίησής του. Είτε ισχύει κάτι τέτοιο είτε όχι, το θέμα δεν αφορά τον ίδιο τον Κάλβο, παρά μονάχα εμάς, και πάλι στο ίδιο συμπέρασμα αναγκάζομαι να καταλήξω: στην ουσία, η εμμονική αναζήτηση της εικόνας του Κάλβου και η υπερνίκηση της αορατότητάς του δεν συμβαίνει τόσο επειδή θέλουμε να τον φανερώσουμε αλλά περισσότερο για να κρύψουμε μέσα στην εικόνα του τον δικό μας εαυτό, να ξορκίσουμε δια της καλβικής αντανακλάσεως το υπερεκτεθιμένο και υπερτροφικό μας εγώ, που δεν μπορεί να αποδεχτεί την τάση αφιλοδοξίας ενός ποιητή ως πρέπουσα ηθική στάση. Το πρόσωπο του Κάλβου ως ένα δικό μας προσωπείο.

Χαίρε, δραπέτη Κάλβε, η «στρατιά της ήττης» σε φθονεί.

 

Η εκκλησία της αγίας Μαργαρίτας στο Kέντικτον όπου βρίσκεται ο τάφος (κενοτάφιο πια) του Ανδρέα Κάλβου.


ΥΓ1: Ο Κάλβος πέθανε στις 3 Νοεμβρίου του 1869. 91 χρόνια μετά, το 1960, κατόπιν αιτήσεως της ελληνικής κυβέρνησης, έγινε η μετακομιδή των οστών του εθνικού ποιητή από το Λονδίνο στην Αθήνα και εν συνεχεία στη Ζάκυνθο. Πρεσβευτής στην αγγλική πρωτεύουσαν ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Στρατιωτικό απόσπασμα απένειμε τιμές στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, την 19η Μαρτίου, ημέρα της μεταφοράς των δύο φερέτρων, ενώπιον συγκεντρωμένου πλήθους και προσωπικοτήτων από τον πνευματικό και πολιτικό κόσμο. Με στρατιωτική συνοδεία τα δύο «μολύβδινα φέρετρα», στα οποία τοποθετήθηκε η ελληνική σημαία, οδηγήθηκαν στο ναό του Αγίου Ελευθερίου στη Μητρόπολη όπου ετελέσθη τρισάγιο.

Κατά την διάρκεια του ανοίγματος του τάφου του βγήκαν δύο φωτογραφίες. Ο Μάνος Ελευθερίου χτίζοντας άθελά του το πιο αληθινό και αδιάψευστο πορτραίτο του Κάλβου θα τις σχολιάσει έτσι: «Η κάτω γνάθος χάσκει τραγικά. Φαίνεται το μεγάλο στόμα με τα στέρεα δόντια, τα τέσσερα (;) βγαλμένα δόντια, το κεφάλι γυρισμένο στα δεξιά, τα σάπια ρούχα, το χώμα μέσα στο στόμα, οι τριχοειδείς ρίζες των φυτών και των δέντρων που δεν ξέρεις αν είναι μαλλιά και που σχηματίζουν το τούλι του θανάτου στο προσκεφάλι του. Ακριβώς έτσι είναι, φαίνεται, το «πνεύμα των ανέμων»».


 

Ακολουθούν κάποιες ενδεικτικές απόπειρες απεικόνισης του Ανδρέα Κάλβου

του Χρήστου Ρουσσέα
του Σεφέρη
του Ελύτη
του Παπαμιχαλόπουλου
του Ψυχοπαίδη
αγνώστου
αγνώστου
χαρακτικό του Κατσουλίδη
αγνώστου

 

Συχνά και οι εκδόσεις του συνοδεύονται από ένα φανταστικό πορτραίτο.

.

 

Διαβάστε επίσης:

Ρώμος Φιλύρας: ο θεματοφύλακας της ποιητικής παράκρουσης

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981. Ζει στην Αθήνα όπου και εργάζεται ως ρεμβαστής των εκδόσεων Υποκείμενο. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.