Ο Τζώρτζης Μολφέτας, «ο δηκτικότατος κεφαλλήν, όστις, μετά τον Λασκαράτον, υπήρξε ο πνευματωδέστερος και ιδιορρυθμότερος όσω και ο πλέον πρωτότυπος των σατυρικών ποιητών της Κεφαλληνίας» [1], παραμένει ίσως μία από τις ανεξερεύνητες πνευματικές μορφές της Κεφαλονιάς. Ο Γεώργιος, όπως ήταν το βαπτιστικό του όνομα, γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1871, εξήντα χρόνια μετά από τον άλλο μεγάλο σατυρικό της Κεφαλονιάς, τον Αντρέα Λασκαράτο.

Η οικογένειά του ανήκε στην μεσαία τάξη της εποχής. Ο πατέρας του, που ήταν κτηματίας αλλά ασκούσε και το επάγγελμα του δικολάβου, προόριζε τον γιο του για σπουδές στη νομική, παρότι ο Τζώρτζης ήταν  ένας μέτριος μαθητής, -μάλιστα είχε μείνει σε μία τάξη του Ελληνικού Σχολείου και η διαγωγή του είχε μειωθεί σε μετρία-.

Με το που τελείωσε το σχολείο το 1891, ο Μολφέτας άρχισε να εκδίδει την σατυρική εφημερίδα με τίτλο «ο Κολόμπος»: «Αφού έγεινε για ψωμί το μάτι μου γαρίδα / και είδα πως στον άμμο χτηώ με της δουλειές που κάνω /έτσι απεφάσισα κι’ εγώ να βγάνω εφημερίδα / προτού της πίνας φίλοι μου στους δρόμος αποθάνω». Το εγχείρημά του απέδωσε, αφού «ο Κολόμπος» κυκλοφόρησε για δύο χρόνια, με το τελευταίο σωζόμενο φύλλο να χρονολογείται τον Ιανουάριο του 1893. Στην ίδια εφημερίδα [2], αναγγέλεται η απόφαση του ποιητή να φύγει για την Αθήνα, -για να σπουδάσει στη Νομική όπως ήθελε ο πατέρας του-,  καθώς και η πρόθεσή του να εκδώσει τον «Αίσωπο», ένα έντυπο της ίδιας λογικής με αυτής του «Κολόμπου».

Στην Αθήνα ο Μολφέτας, μέσω του Κεφαλονίτη σατυρικού Χαράλαμπου Αννίνου, «εισχώρησε» στους συγγραφικούς κύκλους, -γνωρίζεται ήδη με τον διαπρέποντα έτερο σατυρικό ποιητή Γεώργιο Σουρή-, και άρχισε να εκδίδει τον «Αίσωπο».

Στην εφημερίδα του «Αίσωπος» «αποθη-σαυρίζονται στίχοι πολιτικής και κοινω-νικής σάτυρας πρώτης δυνάμεως» [4], σε μία αβίαστη γλώσσα, κράμα Δημοτικής και καθαρεύουσας, δια-νθισμένης με ξένα γλωσσικά ιδιώματα, σατυρίζοντας κυρίως υπαρκτά πρόσωπα ή φανταστικούς χαρακτήρες, καθώς και γεγονότα της πολιτικής και της κοινωνικής ζωής. Οι κριτικές που έλαβε ο Μολφέτας από τον τύπο της εποχής, ήταν ευνοϊκές· «Νέος Σουρής ανεφάνη στον ποιητικό ορίζοντα», έγραφε ο Γ. Γαβριηλίδης στην εφημερίδα «Ακρόπολη», και συνέχιζε: «Γεώργιος μεν και αυτός το όνομα, Μολφέτος δε το επίθετο. Είναι Κεφαλλήν, εικοσαετής με έξυπνη φυσιογνωμία και όλο γελά. Το περίεργο ύφος, η ευφυΐα, η πλοκή των στίχων και η ύλη των, όλα έχουν μίαν σπανίαν πρωτοτυπίαν».

Έλα ν΄ακούσεις νωβιτές και γλέντια και μεθύσια,
Επήγα στην πανήγυρι που γίνεται στα Σίσσια.
Κι΄εθαύμασα Λειβαθηνούς, αφράτους ποδογύρους
Είδα παπάδες ευλαβείς, είδα και καλογήρους.
Διάφορα παπλώματα, βελέτζες μαξιλάρια

Κι΄εχόρτασε το μάτι μου γαϊδούρια και μουλάρια.

Εξαιτίας όμως της νοσταλγίας και της αγάπης που έτρεφε για το νησί του, επέστρεψε στην γενέθλια γη και έγινε εκδότης μιας ακόμα εφημερίδας, του «Ζιζανίου», η εφημερίδα στην οποία θα αφήσει όλο το πνευματικό του έργο, -γραμμένο σε εμπνευσμένους σκωπτικούς στίχους-. «…Το Ζιζάνιον, είχεν ως υπογραμόν κατά τον ρυθμόν τον «Ρωμηόν» του Σουρή, με τον διαλογικόν τύπον και την γοργή ποικιλίαν του μέτρου[…]. Επί μακρά έτη, η εφημερίς του, υπήρξε το καύχημα και το εντρύφημα των απανταχού γης εγκατασπαρμένων Κεφαλλήνων, ου μόνον διά την εν αυτή εκάστοτε αναπαράστασιν της ιδιορρύθμου ζωής της νήσου των εις όλας τας εκδηλώσεις της, αλλά και διά το παιγνιώδες ύφος και τους επιχώριους ιδιωματισμούς της γλώσσης, τους προσδίδοντας κάποιο ιδιαίτερον θέλγητρον προσωδίας» [5]. Κάτω από τον τίτλο της, υπήρχε το δίστιχο-σημείωση: «Εφημερίς Σατυρική περφέτα/που πάντοτε θα γράφεται με στίχους του Μολφέτα».

Ληξούρι κι΄Αργοστόλι είναι δυό τόποι
που τσώφτιασ΄ο Θεός ξαποστινάρικα
να ζούνε και να μένουνε ανθρώποι
που μοιάζουνε με ζώα καματάρικα.
Τόποι μικροί σα νάτανε δυό μάντρες

Που κλειώνται σαν αρνιά γυναίκες κι΄άντρες.

Ήταν Πρωτοχρονιά στα 1894, όταν κυκλοφόρησε το τακτικό φύλλο του «Ζιζάνιου» και ο Γεώργιος Μολφέτας ξεκινούσε τον ποιητικό του λόγο με κάλαντα «Καλήν εσπέρα, Έλληνες, αν ήνε ορισμός σας Τας συμφοράς ψάλλωμεν του έθνους μας τάς τόσας», σχολιάζοντας την δεινή κατάσταση της χώρας ένα χρόνο μετά την ανακοίνωση της πτώχευσης, και τις προσπάθειες που έκανε ο Ανδρέας Συγγρός, ο οποίος στήριζε τον Τρικούπη. Στο ίδιο τεύχος, σχολίαζε με τον τρόπο του την έκρηξη βόμβας που σκοπό είχε να πλήξει τον Ανδρέα Συγγρό, -ο οποίος δεχόταν επιθέσεις από τους πολιτικούς και επιχειρηματικούς του αντιπάλους-, επικρίνοντάς τον ότι αυτός ήταν η αιτία να χρεοκοπήσει η χώρα. Στη συνέχεια ακολουθούσε ένα σατιρικό του ποίημα που αναφερόταν στους ξένους οικονομολόγους, -που ήλθαν από την Ευρώπη, για να δουν που χωλαίνει η χώρα και να αυξήσουν τη φορολογία-.

«Εκ της Ευρώπης έρχονται τρεις οικονομολόγοι να ιδούν τίς τού κράτους μας τούς πόρους κατατρώγει αλλά καθώς εβγήκανε περίπατο στο δρόμο τους έκλεψαν τα ρούχα τους απάν από τον ώμο, και φοβηθέντες οι πτωχοί μη πάθουν τί χειρότερο πρωί-πρωί, εφύγανε οι δυο το γρηγορότερο».

Ακολουθώντας πιστά το ποίημα των κεφαλλονίτικων καλάντων, ο Μολφέτας σκιαγράφησε και κατέκρινε την πολιτική του Τρικούπη, προσδίδοντάς του και τα χαρίσματα και τα μειονεκτήματα που είχε:

«Πάλιν ακούσατε Έλληνες, πάλιν να σας ειπώμεν πως δεν εσκαπουλήσαμεν αλλά χρεωκοπούμεν, και συνεπώς θα γείνωμεν αγαπητοί μου φίλοι εις όλα τα βασίλεια, οι Έλληνες ρεζίλι. Κάμνω λοιπόν αρχήν καλήν επαίνους να συνθέσω τον ένδοξον Χαρίλαον δια να επαινέσω και να σας πω τα τραύματα που έφερεν ατός του, με την δαιμόνιον ισχύν που ήτο βοηθός του.
Πρώτος αυτός μας άλλαξε Χριστόν και Παναγίαν ενώ δεν εγνωρίζαμεν από φορολογίαν…Τι να πολυλογώ λοιπόν τα προτερήματά του όλοι κοινώς τα ξεύρετε τα καταρθρόματά του και όλοι να θυμώσαστε εν ώρα εκλογών, πως ούτος είν’ αίτιος των τόσων μας πληγών. Ιδού όπου σας είπαμεν όλην την υμνωδίαν ευχόμενοι με όλην μας την άκακον καρδίαν έτη πολλά και όλβια, αγαπητοί να ζήσετε πλην βουλευτήν Τρικουπικόν να μη ξαναψηφίσετε.
Και σας καλονυχτίζωμεν πέρετε κοιμηθήτε και όσοι είσθαι πλούσιοι πρέπει να θυμηθήτε πως ο Μολφέτας ο πτωχός που γράφει το Ζιζάνιον βλέπει το φράγκο σήμερον σαν ένα πράγμα σπάνιον και δεν του κακοφαίνεται καθόλου αν θελήσετε την τσέπη του την άχαρη με τέτοια να στολίσετε.

Κι ο άγιος Βασίλειος ας σας διαφυλάττη από το κάθε θηλυκό που ίσως σας ταράττει».

Μετά τα καυστικά κάλαντα για τον Τρικούπη και την παρέα του, ακολουθούσε ένας ποιητικός σατιρικός διάλογος μεταξύ των χαρακτήρων Μαρή και Σουσάνη, οι οποίοι μιλούσαν για τοπικά θέματα της ζωής του Αργοστολίου. Το τέλος της τρίτης σελίδας αυτής της έκδοσης,  έκλεινε με το μοίρασμα των μποναμάδων προς τους άρχοντες της πόλης και του νησιού

«Στον Δήμαρχόν μας- Προτομήν εκ γύψου του Τρικούπη, και σ΄ ένα δίσκον ζαμπλακέ του Στρόκου το καλούπι. Σ’ τους βουλευτάς μας άπαντας- Σταυρούς ιπποτισμού, ως σήμα ικανότητος και πατριωτισμού. Εις τον Δεσπότην- Συλλογήν αρίστην των εικόνων όσων εχειροτόνησεν ιεροδιακόνων. Σ’ τον αστυνόμον Τρίκαρδον- Μοσχάτου έναν μπότη, να λησμονήση ευθυμών του Γεναριού την πρώτη. Εις τον προσφόλη- Χάρτινη της κάμαρας μια βέστα (και άμποτες ογρήγορα, να χάση και τα ρέστα.) Εις άνθρωπον της Θέμιδος- Κομμάτι μπαμπουρλέ, και ντάμας επινώτιον, κολόρ, καφέ ω λέ».
.

Τις παραμονές κάθε εκλογικής αναμέτρησης στην Κεφαλονιά αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, η εφημερίδα «Ζιζάνιο» είχε την τιμητική της. Ήταν τότε που όλοι οι πολιτικοί ζητούσαν την φιλία του Μολφέτα για να αποφύγουν την πολεμική του και τα αποτελέσματα που μπορούσε να τους χρεώσει κάθε στίχος της εφημερίδας  του σατυρικού ποιητή [6].

Την σάτιρα του αυτή, βέβαια, -όπως ήταν φυσικό για την Κεφαλονιά αλλά και την Ελλάδα εκείνης της εποχής-, ο Μολφέτας την πλήρωσε ακριβά. Δυο φορές βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου, καταδικάστηκε και φυλακίστηκε.

Χαρακτηριστική είναι η επιστολή διαμαρτυρίας που εστάλη προς τον σατυρικό ποιητή, από κάποιον πολύ υψηλό «φιλοξενούμενο» στο Αργοστόλι, στα χρόνια των Βαλκανικών πολέμων. Διαμαρτυρόμενος ήταν ο Τούρκος διοικητής Χίου, ο Ζιχνή Πασσάς, ο οποίος αιχμαλωτίστηκε μετά την πτώση της Χίου. Η επιστολή εστάλη με αφορμή το ποίημα, αλλά και έναν σατυρικό διάλογο που είχε γράψει στο «Ζιζάνιο» για την πτώση του Μπιζανίου, λίγο καιρό νωρίτερα.

«Κύριε Διευθυντά του Ζιζανίου, ο υποφαινόμενος, σας απευθύνει διττήν παράκλισιν. Πρώτον, να μη παίζετε με την Θρησκείαν των αιχμαλώτων και να μη θίγετε τα θρησκευτικά των αισθήματα, διότι οι Νόμοι του Πολιτισμού, σας το επιττάσουν. Δεύτερον. Μη προσπαθείτε να μεγαλώνετε και να εκβαθύνετε την τάφρον της αντιπαθείας, την οποίαν αρκετά ήδη εβάθυνεν η επίσημος δημοσίευσις, καθότι οι κανόνες της Τιμής, Σας το απαγορεύουν. Παρακαλώ να δημοσιεύσητε ταύτην την επιστολήν εις την εφημερίδα σας, ως απάντησιν των εις το τελευταίον φύλλον της γραφομένων Σας // Μεθ΄υπολήψεως ΖΙΧΝΗΣ»

Ο Μολφέτας απάντησε:
«Σας τον εδημοσίευσα τον ιραδέ σας Μπέη!/Μ΄ ακούσετε παρακαλώ κι εμένα τον μπεμπέη (το μωρό)/Εν ΄πρώτοις, ήθελα πολύ να μάθω ποίοι νόμοι/σας κάνουν κι΄ υπογράφεσθε με δίχως παρανόμι./Ποιος ήταν ο πατέρας σου και ποια η φαμελιά σου/και ποίος λόγος σ΄ έκαμε να βγης από τη φωληά σου/και με το μερμελέχι σου (τ΄ ασκέρι σου) να πας μέσα στη Χίο/για να σκλαβώσης το φτωχό …Ελληνικό στοιχείο…/Τους Νόμους του πολιτισμού που μου τους αναφέρεις/χαρά σ΄ εμένα Μπέη μου, αν ήθελε τους…ξέρεις!/Γιατί ποτέ δεν θ΄ άφηνες τον γέρο Μουχαμέτη/νάρτη ν΄ αρχίση το σπαθί σε κάθε βιλαέτι/κι ό΄τι μπροστά του εύρισκε ρημάδι να το κάνη/και να μας πάρη Γιάννενα , την Πάργα και Μπιζάνι,/και τώρα ν΄ αναγκάζωμαι το αίμα μου να χύσω/για να μπορέσω, Μπέη μου, να σας τα πάρω πίσω./Το ξέρω πως του λόγου σου δεν είσαστ΄ από εκείνους,/που προκαλούσαν κάποτε γυναικοπαίδων θρήνους/και παραδέχομαι μουσιού, πως είσαι θυμωμένος/μ΄ αυτά τα αστεία πωκανε το ένδοξό σου γένος,/αλλά εγώ σ΄ ομολογώ/χωρίς να αυξάνω πιο πολύ την…τάφρο με το βούρκο/πως δεν μπορώ αγάπη μου, να συμπαθήσω Τούρκο!/Αυτά λοιπόν περί …Τιμής/που γράφετε σ΄ εμένα, /θαρρώ πως εκ παραδρομής/θα τα χετε γραμμένα!/Καθ΄ όσον ουτ΄ οι στίχοι μου έχουν ποτέ κακία,/ούτε που αστειεύομαι με κανενός Θρησκεία!/Εγώ αν θέλεις μπέη μου, να με καλοξετάσης/ασπάζομαι το Δόγμα σας μετ΄ ευλαβείας πάσης./Τώρα που το πηγούνι μου μ΄ αυτά τα κρύα τρέμει/μακάρι να μ΄αφίνανε νάχω κι΄ εγώ…Χαρέμι! /Όσο για τη Θρησκεία σου, είναι θρησκεία πρώτης,/Από ψυχής την ευλογώ, /Σαράντα θάπαιρνα κι΄εγώ/αν μ ‘ άφιν΄ ο…..Δεσπότης!/Πλην ατυχώς την άδεια μόνο για μίαν βγάνει/κι΄ όλο μ΄ εκείνη θα περνάς , σου κάνει δεν σου κάνει!/Κι αν κάμης πως παραμιλείς ή πως αυθαδιάζεις/σου στέρνει διαζύγιο κι έτότες…ξεπαγιάζεις!/Το ξέρω πως του λόγου, καθώς σου είπα πάλι,/ δεν συμφωνείς παντάπασι μ’ αυτά που κάνουν άλλοι,/που τους παπάδες σφάζουνε και τους Μητροπολίτες/και μας περνούν για φιφτυτού και για κοσμοπολίτες, /αλλά ο κόσμος, μπέη μου, δεν ειμπορεί να ξέρη/ποιος ταύτα ….ένστικτα εν τη ψυχή του φέρει/και ποίος ο Οθωμανός ο πεπολιτισμένος./Κατά συνέπειαν λοιπόν και άρα κι΄ επομένως/οι Τούρκοι σου που σήμερα γυρίζουν στ΄ Αργοστόλι/για τον κοσμάκη φαίνονται το …ίδιο πως είν΄ όλοι!/Ούτως λοιπόν εφέντη μου, εχόντων των πραγμάτων/και λόγω εκκρεμοτήτος αυτών των ζητημάτων,/εις του ξενοδοχείου σου καθόσουνε τη ζέστα/και μη μου κάνης γράμματα να μου ζητάς τα …ρέστα!Πάρε του Χότζα την Ευχή/νάβρης…ουρί με μπρίο/κι΄ άσεμε ΄με τον δυστυχή/πωπέθαν΄ αφ ΄το κρύο!/Άσεμε όπως τάβρηκα να τα κλωθογυρίζω/ταύτα και σε ασπάζομαι χωρίς να σε γνωρίζω!»[7]

«Ευφυέστατος, γονιμότατος εις στίχους, εύτολμος και φιλελεύθερος, θα διεκρίνετο βεβαίως πλειότερον αν εδημοσιογράφει εις κύκλους ευρύτερος και διεπραγματεύετο γενικότερα ζητήματα, ουχ’ ήττον το «Ζιζάνιον», ως εβδομαδιαία εικών των εν Κεφαλληνία συμβαινόντων, άτινα μετά τόσης ζωηρότητος και χάριτος πραγματεύεται ο κάλαμος του δημοσιογράφου, θ’ αποτελέσει εν τω μέλλοντι και ιστορικήν πηγήν περί της πολιτικής και κοινωνικής της νήσου καταστάσεως. Προς έκδοσιν έχει και ποιητικήν συλλογήν», έγραψε για τον ποιητή και εκδότη, ο κεφαλονίτης ιστοριοδίφης Ηλίας Τσιτσέλης [8].

Κι΄επαίζανε το μέρος τους περφέτα
σε κάθε συντροφούλα φιλική
κι΄εστείλανε κι΄εσέ, φτωχέ Μολφέτα
να κάμεις εξοχή στη φυλακή.

Οι απολαυστικοί στίχοι του, που δεν άφηναν απ´ έξω, ούτε το ιερατείο της εποχής: Και μέσα στα Περατινά τ΄αφράτα τζαντζαμίνια/ήταν κι΄ο μάστρο-Παναγής που καίει τα καμίνια./Αλλά κι΄εκείνος ο παπάς πούναι στα Περατάτα/τι ζωηρός κι΄ευχάριστος!/Τι μάγουλα χορτάτα!/Κι΄ευχόμουνα κυττάζοντας της τσιέρας μου το χάλι/να γίνω ροδοκόκινος σαν τον παπά Μιχάλη, καυτηρίαζαν τη φτώχεια και την ανεργία, την οικονομική ανισότητα, την φαυλότητα και την διαπλοκή της εξουσίας [9].

Είναι καιρός μου φαίνεται
να πάρω άλλα μέτρα
να φύγω κι από πίσω μου
να ρίξω μαύρη πέτρα.
Τι περιμένω μένοντας
σε τόπο σαν ετούτο
όπου ενώ φημίζεται
για τον πολύ τον πλούτο
καμιά δεν βλέπεις πουθενά
να γίνεται εργασία
κι όλα τα χέρια της δουλειάς
είναι σ’ απελπισία.
Τι περιμένω μένοντας
στον τόπο τον τσιφούτη
που θάφτονται στις τράπεζες
χρυσοκανθάρων πλούτη,
χωρίς ελπίς να φαίνεται
κανείς των να θελήσει
τόσους εργάτες που πεινούν
μ’ αυτά να ωφελήσει.
Αλλού να πω να ζήσουμε
ν’ αλλάξουμε φυλλάδα
δεν υποφέρω πια μωρέ
να βλέπω την Ελλάδα
από εστία των Σοφών
της τέχνης και των Φώτων
σκηνή αισχρών κωμωδιών
κι αισχίστων γεγονότων.
Από μητέρα των κλεινών
Ηρώων και Γιγάντων
μητέρα της φαυλότητος
και των κακών απάντων.
Από σεμνή και άσπιλον
Παρθένα των αιώνων
γωνία διαπρέπουσα
στα ψέματα και μόνο.

Σε γνωρίζω από την όψη
του σπαθιού την τρομερή.
Ξέρεις ποιόνε θα ψηφίσω;
Τον Αντύπα το Μαρή.
Είμαστε ψυχή και σώμα
με το Σοσιαλιστή, Νέο κόμμα
και ιδέα η καρδία μου ποθεί
Αδελφότης και Ισότης!
Κάτω κάνθαροι χρυσοί
Ο Θεός τον ξαποστέλει
τον Αντύπα στο νησί…»
«Γενναιόψυχε Αντύπα,
χύσου στον αναβρασμό
και ρητόρευε και χτύπα,
για τον Σοσιαλισμό.

(Στις 8 Μαρτίου 1907 στον Πυργετό της Λάρισας, δολοφονήθηκε ο Μαρίνος Αντύπας, από τους πρώτους Έλληνες Σοσιαλιστές. Έναν χρόνο πριν τη δολοφονία του είχε κατέβει υποψήφιος βουλευτής «των εργατικών και χωρικών τάξεων» της Κεφαλλονιάς, που τότε προσπαθούσε να συγκροτηθεί σε Κόμμα Αρχών στις εκλογές του 1906. Ο φίλος του Γεώργιος Μολφέτας, του αφιέρωσε το παραπάνω ποίημα).

[10]

«Η σάτιρα του Μολφέτα δεν διακρίνεται από την τυφλή δηκτικότητα του ηθικιστή Λασκαράτου, ούτε από την άτεχνη έκχυση χολής της εξημμένης διάνοιας του Γιωργαντάρα, ούτε  από την απογοήτευση και πικρία του Άβλιχου και του Ξυδάκτυλου. Είναι μια σάτιρα γνήσιου, σεμνού, καλοσυνάτου χαμόγελου. Δεν έχει σκοπό να απεκδύσει το αντικείμενό της για να αποκαλύψει κάποια δύσμορφη γυμνότητα. Τα τρωτά, τα στρεβλά, η υποκρισία προσώπων και κοινωνιών, για τον Μολφέτα μοιάζουν με πύργους από τραπουλόχαρτα, που με ένα αβρό χάδι του, ένα απαλό φύσημά του γκρεμίζονται και αυτό που μένει είναι το ανεπιτήδευτο, το γνήσιο, το αληθές, αυτό που τελικά ο καθένας έχει μέσα του και αποτελεί το κοινό κάθε κοινωνίας και που ο Μουσικός Ποιητής ξέρει ότι υπάρχει και μπορεί να το δει.

Εις τα Βλαχάτα μπαίνουμε και βλέπουμε τις Βλάχες
τι ευτυχής που θάσουνα τέτοιες γυναίκες νάχες.
Ποτέ δεν θα σ΄ωγύρευαν απρεμιντί και τσάγια
και μπάλους και γενέθλια και Μάγερα και Βάγια.
Αυτές πουν΄όλο φρόνηση και αρετή γιομάτες
μονάχα σου γυρεύουνε αγγούρια και ντομάτες.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε δύο – τρεις περιπτώσεις, που ο Μολφέτας έχασε την ψυχραιμία του ή την αισθητική του ή ξέφυγε η πένα του και έθιξε υπερβολικά κάποια πρόσωπα, ο στίχος του είναι τόσο μουσικός, τόσο άψογος, που, χωρίς και ο ίδιος να το θέλει, ξεχνάει ο αναγνώστης το ατόπημα και κρατά την αρμονία της ποίησης» [11].

 

Ο κιθαρωδός

Ταυτόχρονα με τη στιχουργία, ο Μολφέτας έπαιζε και κιθάρα, -συγκεκριμένα ένα ειδος κιθάρας-λύρας. Αν και αυτοδίδακτος, θεωρήθηκε άριστος οργανοπαίχτης, που διασκεύαζε κομμάτια, αλλά έγραψε και δικές του συνθέσεις.

«Παίζω για μένα και για μερικούς φίλους μου», έλεγε ο Τζώρτζης Μολφέτας, όμως οι γνώσεις, το μουσικό ένστικτο και η αισθητική του, φαίνονταν ακόμη και στις κριτικές συναυλιών που έγραφε και δημοσίευε στις εφημερίδες του. «Με την παρακίνηση των θαυμαστών του στην Αθήνα», όπως μας πληροφορεί ο Γεώργιος Καββαδίας, «έδωσε ρεσιτάλ κιθάρας στην αίθουσα των «Φιλομούσων», το 1895. Οι αθηναϊκές εφημερίδες γράφουν ύμνους για την εμφάνιση του εικοσιπεντάχρονου τότε, Μολφέτα: «Τι τόνος, ποία εκτέλεσις! Συνείχε τις και την αναπνοήν του ακόμη[…]Νομίζει τις, ότι αι χορδαί του μελαγχολικού τούτου οργάνου εις τας χείρας του  μεταβάλλονται εις ενάρθρους φωνάς». Επακόλουθο αυτής της επιτυχίας του, ήταν οι προσκλήσεις από τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Στην Κωνσταντινούπολη, την Βλαχία, την Ρωσία, την Αίγυπτο, ο Μολφέτας εμφανίζεται με εξαιρετική επιτυχία [12].

Κατά το διάστημα αυτό, το καλοκαίρι του 1896, ο Μολφέτας παρείγγειλε μία κιθάρα, από τον γνωστότερο στα χρόνια εκείνα, οργανοποιό, Δημήτριο Μούρτζινο. Ο Καββαδίας και πάλι, μας μεταφέρει την ιστορία της παραγγελίας αυτής: «Ο Μούρτζινος ήταν την εποχή εκείνη, ένας από τους καλύτερους οργανοποιούς της Ευρώπης.

Η οδός Κολοκοτρώνη το 1905, όπου υπήρχε το εργαστήριο του Δ. Μούρτζινου

Χαρακτηριστικό της αξίας και της φήμης του οργανοποιού ήταν και το υπέρογκο για την εποχή ποσό, που ζήτησε αρχικά από τον Μολφέτα, -500 δραχμές- όταν εκείνος, χωρίς να του αποκαλύψει ποιος είναι, του ανέθεσε την κατασκευή του οργάνου. Όταν όμως ο Μούρτζινος έμαθε ποιος ήταν ο παραγγελιοδότης, θέλησε να του κάνει δώρο την κιθάρα, ζητώντας μόνο να τοποθετήσει μία μικρή ταμπέλα στο όργανο που να αναφέρει ότι την χαρίζει στον φίλο του».

«Αριστοτέχνης του στίχου λαξευτής» και «Γλυκόλαλος της Κεφαλληνίας αηδών», συνήθιζε ο λόγιος του νησιού της Κεφαλονιάς, Γεώργιος Χοϊδάς, να χαρακτηρίζει τον μεγάλο σατυρικό ποιητή. Ο Μολφέτας όμως, δεν παρασύρθηκε από την δόξα του δεξιοτέχνη μουσικού. Η έλξη που του ασκούσε η κεφαλληνιακή γη και η στιχουργία, και το γεγονός ότι οι δεξιοτέχνες κιθαρίστες δεν είχαν ακόμη καταξιωθεί στην συνείδηση του μουσικού κοινού, θα τον οδηγήσει στην παύση των δημόσιων εμφανίσεων. Εξαίρεση έκανε περίπου δέκα χρόνια αργότερα, αρχές Απρίλη του 1904, όταν εμφανίστηκε στο θέατρο του Αργοστολίου «Κέφαλος» για φιλανθρωπικό σκοπό. Όπως έγραψε και κάποια Αλεξανδρινή εφημερίδα, μετά την συναυλία του, «Ουχί κιθάραν αλλ’ ολόκληρον ορχήστρα νομίζει τις ότι ακούει» [13].

Το Εργαστήριο Εγχόρδων της Σχολής Μουσικής Τεχνολογίας ανακατασκεύασε το μουσικό όργανο του Τζώρτζη Μολφέτα

.

Η σχέση του με τον Σουρή


Το 1915 ο Ελευθέριος Βενιζέλος του υποδεικνύει να μεταφέρει την έδρα της εφημερίδας «Ζιζανίου» στην Αθήνα. Και φυσικά ο Μολφέτας δέχεται, -επηρεασμένος και από την οικονομική προσφορά του να αγοράζει 200 φύλλα για τα μέλη του κόμματος-.
 Στην πρώτη του έκδοση, αναγγέλοντας την απόφασή του, τονίζει οτι δεν είναι σκοπός του να ανταγωνισθεί τον Σουρή, αναγνωρίζοντάς του τα πρωτεία: «Τον σκοπόν μου, κατά πρώτοις, εν ολίγοις εξηγώ μες τους πρόσφυγες τους τόσους, πρόσφυξ έρχομαι κι εγώ μην νομίζετε πως ήρθα μες τη Χώρα τη Μεγάλη να βαρτώ με τον Σουρή. Ο Σουρής του στίχου πάντα τα πρωτεία θα κρατεί κι άλλο χέρι δεν το φτάνει, το πολύτιμο στεφάνι του μεγάλου ποιητή»

Αλλά και ο Σουρής τον υποδέχθηκε εξίσου εγκάρδια αποδίδοντάς του την φιλοφρόνηση: «Εκείνο της Κεφαλονιάς το φοβερό ζιζάνιο πώχει και στίχους μουσικούς κι είναι και πνεύμα σπάνιον, εγκαθιδρύθη κατ’ αυτάς εις τας κλεινάς Αθήνας, μα κι από δω δεν θα ξεχνά ποτέ τους Κεφαλλήνας».

Μέρα με την ημέρα, ο Μολφέτας γινόταν περισσότερο δημοφιλής και μαζί μ’ αυτόν και το «Ζιζάνιο», που έφθασε να πουλιέται σε 5.000 τεύχη, ρεκόρ της εποχής για δεκαπενθήμερη εφημερίδα [14]. Οι εκδόσεις εκείνες, απετέλεσαν το κύκνειο άσμα του ποιητή.

.

Ο Θάνατος

Μακριά από την γη που αντλούσε δύναμη, ο Μουσικός Ποιητής θα αρρωστήσει από πνευμονία και θα φύγει από την ζωή το 1916, σε ηλικία 45 ετών. Ο Ι. Λουκέρνης, δίνει την πληροφορία, πως λίγο πριν μπει ο Μολφέτας στο νοσοκομείο, κλείστηκε για ώρα μόνος στο γραφείο του, και με την κιθάρα έπαιξε για τελευταία φορά την Μουσική του [15].

Μετά τον θάνατο του ποιητή, ο Αννίνος τόνιζε συνεχώς πως ήταν «ο γνησιότερος αντιπρόσωπος του καθαρού κεφαλληνιακού πνεύματος, ενώ ο Γεώργιος Σουρής είχε κάνει λόγο για «εθνική απώλεια», αναγνωρίζοντας ότι ο Τζώρτζης ήταν ανώτερος από εκείνον: «Ήταν προορισμένος να με  αντικαταστήσει, ήταν πολύ ανώτερος εμού στις προσωπικές σάτιρες».

Δεν θέλω να ταφώ που θα πεθάνω,
δεν θέλω άνθ’, ιτιές, κυπαρισσάκια,
παράδεισος για με, που θ’ ανασάνω,
είναι να τσακιστώ… σε δυο νυχάκια!

 


 

Παραπομπές:
[1]Μπάμπης Αννίνος, «φιλολογικά μνημόσυνα», Ιούλιος 1916
[2]»Ζιζάνιο» 6/10/1891
[3]πληροφορία από άρθρο του Νίκου Σαραντάκου, «Η ρεμπέτα, οι ρεμπέτες και το ρεμπέτικο, Δεκέμβρης 2013
[4]Μπάμπης Αννίνος, «φιλολογικά μνημόσυνα», Ιούλιος 1916
[5]Μπάμπης Αννίνος, «φιλολογικά μνημόσυνα», Ιούλιος 1916
[6]eftanhsa blog
[7]»Ο Κεφαλονίτης Σατιρικός ποιητής Γ. Μολφέτας και το θρυλικό του ΖΙΖΑΝΙΟ», «ο Φανός της Κεφαλονιάς», Χρήστος Βουνάς, ιδιωτική έκδοση
[8]Ηλίας Τσιτσέλης, «Κεφαλληνιακά σύμμικτα», συμβολαί εις την ιστορίαν και λαογραφίαν της νήσου Κεφαλληνίας, τόμος πρώτος, 1904
[9]»Ζιζάνιο» 21/02/1901
[10]Ζιζάνιο» 23/2/1913
[11]Ιωσήφ Β. Λουκέρης, Αναδημοσίευση από το μπλογκ lixouri
[12]Καββαδίας Γεώργιος, Γεώργιος Μολφέτας, ο ποιητής και ο μουσικός, Πρόλ. Δημ. Λαμπίκη, εκδ. Φίλοι της Κεφαλληνίας, 1953
[13]πληροφορία από Ιωσήφ Β. Λουκέρης, 5/6/2015, «ο μουσικός ποιητής».
[14]Εφημερίδα «ΙΘΑΚΟΣ», φύλλο 119, Ιούλιος 1993
[15] Ιωσήφ Β. Λουκέρης, Αναδημοσίευση από το μπλογκ lixouri

Πηγές:
-Ηλίας Τσιτσέλης, «Κεφαλληνιακά σύμμικτα», πρώτος τόμος, 1904
-Ο σατυρικός ποιητής Γ. Μολφέτας, η ζωή και το έργο του-μελέτη, Ευρώπη Μοσχονά-Μαραγκάκη, ιδιωτική έκδοση, 2004
-Καββαδίας Γεώργιος, Γεώργιος Μολφέτας, ο ποιητής και ο μουσικός, Πρόλ. Δημ. Λαμπίκη, εκδ. Φίλοι της Κεφαλληνίας, 1953
-Ανδρέα Χρ. Καλογήρα, Η σάτυρα στην Κεφαλονιά, β´ τόμος
-Σπουδαστήριο Νέου ελληνισμού
-Δημ. Μάργαρης, Ανδρέας Λασκαράτος. Σατιρικοί και ευθυμογράφοι. Βασική Βιβλιοθήκη, 23. «Αετός»  Α.Ε., 1954. 216.
-Εγκυκλοπαίδεια Δομή
-eeki
-blog lixouri/eftanhsa/Kefalonitika nea
-Αρχείο Κοσμόπολις /Ημερολόγιον Σκόκου
-Wikipedia
-Η πύλη για την ελληνική γλώσσα
-Πανεπιστήμιο Κρήτης
-Φωτογραφικό αρχείο Μουσείου Μπενάκη, νεοελληνική ιστορική συλλογή Κ. Τρίπου
-Ε.Λ.Ι.Α