Μπορεί να μη βρήκε κανονική διανομή στις αίθουσες, αλλά μετά την ικανοποιητική προσέλευση του κοινού στις δύο μεταμεσονύκτιες προβολές του περασμένου Παρασκευοσάββατου στο Μικρόκοσμο της Συγγρού, η Motherland ξαναπροβάλλεται εκεί και την τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα.
Θέλω να προλογίσω εδώ κάπως τη συνέντευξη που πήρα από το σκηνοθέτη της ταινίας, το Γιώργο Ευθυμίου, μα δυσκολεύομαι πολύ. Του λέω να μου στείλει το βιογραφικό του – βρήκα άνθρωπο να ζητήσω βιογραφικό! – μπας κι εμπνευστώ κάτι, μα κι αυτό λειψό μου φαίνεται. Κι επειδή πρέπει κάτι να γράψω, για να μην ξεκινήσει απότομα το κείμενο της συνέντευξης, ας γράψω κάτι προσωπικό, για το οποίο είμαι απολύτως βέβαιος: εγώ κι ο Γιώργος μένουμε στην ίδια Αθήνα.

Ο ήρωας της ταινίας προσπαθεί να βρει τρόπο να επικοινωνήσει με τη νεκρή του μητέρα. Η αναζήτηση της μάνας είναι και δική σου, προσωπική αναζήτηση;
Βρήκα απλά αστεία την εμμονή κάποιου να επικοινωνήσει με ένα νεκρό πρόσωπο. Μου φαίνεται μια αστεία πρόφαση∙ όμορφα αστεία, ελαφριά αστεία. Και σκέφτηκα ότι θα είχε πλάκα να το κάνω με τον αδερφό μου για την πραγματική μας μητέρα. Από εκεί και πέρα, σ’ αυτό που ήθελα να εστιάσω ήταν η εμμονή, η εμμονή που μπορεί να πυροδοτηθεί από μια τέτοια επιθυμία, από μία οποιαδήποτε επιθυμία, και η έκφανση του παράδοξου που απορρέει από την εμμονή. Τ’ αγαπώ το παράδοξο και πάντα μου μοιάζει ισότιμα πιθανό ως έκφανση μ’ αυτό που αποκαλούμε «πραγματικό».

Έχει καμία σχέση το οιδιπόδειο μ` αυτή την αναζήτηση, αυτή την εμμονή;
Μ` ενδιέφερε η μητρότητα. Για το οιδιπόδειο, δεν ξέρω. Μπορεί να έχει να κάνει υποσυνείδητα. Αλλά εμένα μ’ ενδιέφερε η ευρεία έννοια της μητέρας.

Τι εννοείς με τον όρο «μητρότητα»;
Όταν ξεκίνησα να κάνω την ταινία, στην πραγματικότητα δεν είχα σαφή εικόνα για το τι είναι μητρότητα. Μέρος του να κάνεις μια ταινία είναι να εξερευνάς. Αλλιώς γιατί να κάνεις την ταινία για κάτι που ξέρεις; Γραφ’ το σ’ ένα χαρτί κι άσε το εκεί να κοιμάται. Για μένα η ταινία πρέπει να γεννιέται και στο γύρισμα, δηλαδή τη στιγμή που δημιουργείται. Να μην είναι απλά στο κεφάλι κάποιου. Στη Motherland η μητρότητα είναι αυτό που δίνει ζωή, υπό την έννοια της διαρκούς γέννησης. Στην ταινία θα δεις και πολλές άλλες ταινίες που αγαπώ και που δίνουν ζωή στην ταινία. Όπως και πολλές κλασικές ή λιγότερο κλασικές εκφάνσεις της μητρότητας.

Πότε γυρίστηκε η ταινία;
Τα πρώτα γυρίσματα έγιναν από τον Απρίλη του `16 και μετά – αφήνω πάντα κάποιο χρόνο μέχρι να κάνω το μοντάζ – το Σεπτέμβρη του `17, αλλά όταν την είδαμε αποφασίσαμε ότι δεν είχε τελειώσει και κάναμε κάποια ακόμα γυρίσματα. Η πρεμιέρα της ήταν τον Μάη του `18.

Πώς διάλεξες τους συνεργάτες σου; Έκανες οντισιόν;
Δεν κάνω οντισιόν. Είμαστε στην Αθήνα, εμένα μ` αρέσει να βλέπω θέατρο και ταινίες, αλλά και να μη σ` αρέσει να βλέπεις θέατρο και ταινίες, άμα ζεις δέκα χρόνια σ` αυτή την πόλη γνωρίζεις επαρκώς κόσμο που μπορεί να καλύπτει κάποιους ρόλους, οπότε είναι αστείο να κάνεις οντισιόν. Να γνωρίζεις ανθρώπους ναι, αλλά η οντισιόν, ειδικά όπως γίνεται, ενέχει την έννοια της εξουσίας με στενό τρόπο. Στον τρόπο που δουλεύω εγώ είναι οι ίδιοι οι ηθοποιοί που φέρνουν την ταινία. Τι εννοώ μ` αυτό; Η Motherland είναι μια ταινία που θα μπορούσε να μην είχε γίνει ποτέ. Εγώ είχα μια ιδέα πολύ προσχηματική, που ήταν πιο πολύ πρόφαση: την ιδέα ενός ανθρώπου που ψάχνει έναν τρόπο για να επικοινωνήσει με ένα νεκρό πρόσωπο. Είναι μια ιδέα που την είχα πρωτοδεί στο Static, μια αγαπημένη μου ταινία, του Mark Romanek, που μετά την αποκήρυξε. Από κει και πέρα, ήξερα ότι ο αδερφός μου εκφράζεται πολύ καλά με το λόγο, το έχει με την κάμερα, έχει μια ιδιαίτερη περσόνα με μια ενδιαφέρουσα οπτική του περιθωρίου. Εκείνη την περίοδο έκανα παρέα και με τη Μαίρη και με το Γιάννη, που παίζει το βιντεοσυλλέκτη, και λίγο πολύ αυτοί οι τρεις άνθρωποι που μπορεί να μη γνωρίζονταν μεταξύ τους ένιωθα ότι φτιάχνανε μια ιστορία. Υπάρχει η πρόφαση, η επικοινωνία με το νεκρό πρόσωπο, ξέρω ότι μπορώ να κάνω μια ταινία αρκετά ακραία, αρκετά γλυκιά, αρκετά παράδοξη με αυτούς τους ανθρώπους και μπαίνουμε σε μια διαδικασία να ψάξουμε. Αλλά αυτό που μας κάνει να μπούμε στη διαδικασία να ξεκινήσουμε είναι το ένστικτο ότι η χημεία μεταξύ αυτών των ανθρώπων θα κολλήσει πολύ όμορφα στο σετ. Οι ίδιοι οι ηθοποιοί είναι αυτοί που ακόμα κι εν αγνοία τους καθορίζουν την ιστορία. Είναι λίγο – πολύ αφέντες, τους δίνω τόση ελευθερία όση χρειάζονται για να νιώθουν ελεύθεροι, αλλά ως εκεί.

Άρα δεν υπάρχει δεσμευτικό κείμενο.
Σ` αυτή την ταινία υπήρχε κείμενο, κάναμε κάποιες πρόβες, αλλά ήθελα να προκύψουν και αυτοσχεδιασμοί. Οι διάλογοι είναι γραμμένοι, αλλά στο σετ παίρνουν άλλη μορφή. Είναι η ιδέα ενός σύννεφου μέσα στο οποίο θα κινηθούμε, αλλά το σχήμα το βρίσκουμε μέσα στο σετ.

Ο πρωταγωνιστής, ο ράπερ Mc Iguana, είναι υπαρκτό πρόσωπο, ε;
Είναι ο αδερφός μου, ο Γιάννης Ευθυμίου. Έχει κάνει κάποια τραγούδια ως Mc Iguana.

Στην ταινία σου βλέπουμε και τη Μαίρη Τσώνη στην τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση, στοιχείο που δεν το «πούλησες».
Τι εννοείς;

Ξέρω γω; Θα μπορούσες να διαφημίσεις την ταινία σου με τη μαρκίζα «η τελευταία εμφάνιση της Μαίρης Τσώνη στο σινεμά».
H ταινία είναι αφιερωμένη στη Μαίρη Τσώνη, όπως και στη μητέρα μου. Ο θάνατός της ήταν σοκ για μένα. Κι ένιωσα βαθιά λύπη κι αηδία για το λαϊκισμό με τον οποίο αντιμετωπίστηκε. Αναρωτιέμαι: όταν δεν καταλαβαίνουμε τη ζωή κάποιου, πόσο εύκολο είναι να καταλάβουμε το θάνατό του; Η Μαίρη ήταν πολύ δραστήρια. Τα τελευταία τρία χρόνια είχε παρουσιάσει μαζί με τον Κώστα Τσιούκα πολλές φορές τα «Ημερολόγια του Νιζίνσκι», ένα από τα αγαπημένα της έργα, έκανε πολλές live εμφανίσεις με τους Joalz, μαζί επίσης είχαμε κάνει εκτός απ’ την ταινία άλλη μια παράσταση. Πολύ σπάνια είδα κάποιον κοντά της σ’ όλες αυτές τις εμφανίσεις. Στη ζωή της είχε καταφέρει – με φυσικότητα, θα έλεγα – πράγματα για τα οποία όλοι οι άλλοι θα κόπιαζαν και δεν θα τα κατάφερναν. Ήταν μέλος των Mary and the Boy, της μπάντας που ουσιαστικά στη χώρα μας άλλαξε τον τρόπο που άκουγε μουσική μια γενιά. Είχε συνεργαστεί με τον κατά τεκμήριο πιο ικανό έλληνα σκηνοθέτη στον κινηματογράφο, τον Λάνθιμο. Παρόμοια και στο θέατρο, συνεργάστηκε με τον Μαρμαρινό. Στην ουσία, από πολύ μικρή είχε κάνει τα πάντα. Αλλά ξέρεις κάτι, αν έρθουν δύο άνθρωποι κι ο ένας μου παρουσιάσει την ποίηση, τον κινηματογράφο, το θέατρο και την τέχνη γενικότερα ως κάτι ιδεατό, κι ένας άλλος μου πει ότι όλο αυτό δεν είναι παρά ένα γλοιώδες δίκτυο συνεργασιών, συνασπισμών, κι αλληλοπροώθησης μετριοτήτων και μικροπωλητών που απλώς προσπαθούν να μένουν στην επιφάνεια με κάθε τρόπο, ε, τείνω μ’ ευκολία να πιστέψω τον δεύτερο. Η Μαίρη ήταν χαρισματική, και μέρος του χαρίσματός της ήταν ότι δεν κολλούσε σ’ αυτόν τον χώρο, ίσως ούτε σ’ αυτόν τον κόσμο.

Κι επέλεξες να ακουστούν με τη φωνή της το «Mama» και το «Fuck me».
Οι Mary and the Boy είναι μια βασική αναφορά για μένα, οπότε ήθελα να βρίσκονται σ’ αυτή την ταινία. Θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε κομμάτια τους. Το «Fuck me» κολλούσε δραματουργικά μ` αυτό που συνέβαινε εκείνη τη στιγμή στην ταινία. Μ’ ενδιαφέρει να παίζω κόντρα. Έτσι, χορογραφήσαμε ένα video clip για το «Fuck me», για ένα τραγούδι που δεν είναι χορευτικό.

Ο Αντώνης Γκρίτσης είναι ένας νεορομαντικός της Αθήνας;
Τον Αντώνη τον είχα πρωτοδεί στις «Ωδές στον Πρίγκιπα» του Βασίλη Νούλα νομίζω. Ήθελα πάρα πολύ να τον γνωρίσω και η ταινία βοήθησε σ’ αυτό. Η πρώτη σκηνή επίσης ήθελα να είναι αυτή που είναι, μια σκηνή κόντρα, μια σκηνή ευαίσθητη και τρυφερή, όπως ο δυτικός άνθρωπος ορίζει την ευαισθησία και την τρυφερότητα. Η σκηνή αυτή ταίριαζε στον Αντώνη και σκεφτόμουν ότι θα είχε αντίστιξη με μια άλλη σκοτεινή ευαισθησία που βλέπουμε στην ταινία. Όσο προχωρούσε η ταινία, ήθελα να δίνω όλο και πιο πολύ χώρο στον Αντώνη.

Ο πρωταγωνιστής έχει στο σπίτι του κότες. Αυτές κατάγονται από τον Γιώργο Ιωάννου;
Σ` όλη την ταινία υπάρχει ένας παράδοξος μανδύας. Ο δικός μας ο ήρωας δε μπορεί να έχει σκυλιά, δε μπορεί να έχει για κατοικίδια γάτες. Επέλεξα να έχει κότες. Μ` αρέσει η κότα, το αυγό. Ιωάννου έχω διαβάσει, ξέρω ότι είχε κότες, τις έβαζε και σε διηγήματα, αλλά δεν πιάστηκα από αυτό – συνειδητά, τουλάχιστον.

Ποιο είναι το κοινό στο οποίο απευθύνεσαι;
Όλος ο κόσμος.

Το πιστεύεις αυτό;
Προφανώς καμία ταινία δε μπορεί να τη δει όλος ο κόσμος. Στους κριτικούς κινηματογράφου δεν άρεσε η ταινία. Οι κριτικοί όμως γράφουν γι` αυτούς που πάνε σινεμά. Έχεις δει ποιοι πάνε σινεμά; Είναι άνθρωποι από 50 χρονών, 60, 70. Και πολύ καλά κάνουν, εννοώ μ’ αρέσει να τους βλέπω στο σινεμά, απλά θα ήταν πιο όμορφο να βλέπουμε στο σινεμά όλες τις ηλικίες. Οι «πελάτες» του κριτικού όμως είναι αυτοί οι μεγαλύτεροι άνθρωποι, κι ο κριτικός θεωρεί ότι μια ταινία που φλερτάρει με το καλτ δεν είναι γι` αυτούς. Εγώ ποτέ δεν ήθελα στη δουλειά μου, σε όσα έχω κάνει, που είναι διαφορετικά μεταξύ τους, να βάζω την ταμπέλα «αυτό είναι underground», «αυτό είναι έτσι», «αυτό είναι γιουβέτσι», «αυτό είναι video art», «αυτό αφηγηματικό». Όπως ο ίδιος δεν ανήκω πουθενά, ούτε τα έργα μου θέλω ν’ ανήκουν κάπου. Δε μου αρέσει να βάζω ταμπέλες, γι` αυτόν ακριβώς το λόγο: ότι πασχίζω στον πρώτο θεατή. Μπορεί η ταινία να μην τους ενδιαφέρει όλους, αλλά μ’ ενδιαφέρει να είναι προσβάσιμη σε όλους.

Ανήκεις στη νέα γενιά σκηνοθετών; Κατ` αρχάς, υπάρχει νέα γενιά σκηνοθετών;
Υπάρχει, αλλά δεν ανήκω. Υπάρχει όμως νέα γενιά. Ενδεικτικά, η Ζακλίν Λέντζου, ο Λουκιανός Μοσχονάς, ο Χρήστος Μασσαλάς είναι κάποιοι απ’ αυτούς. Θα είναι κρίμα να κολλήσουν στη διαδικασία και να μη δούμε μεγάλου μήκους απ’ αυτούς σύντομα. Είδα τον «Έκτορα Μαλό» της Ζακλίν πρόσφατα. Υπάρχουν μικρού μήκους που κάνουν κρα ότι ο σκηνοθέτης θέλει να κάνει μεγάλου μήκους και απ’ την άλλη υπάρχουν και μικρού που ομολογούν ότι ο σκηνοθέτης ΠΡΕΠΕΙ να κάνει μεγάλου, άμεσα. Κι ο «Έκτορας Μαλό» ήταν μία τέτοια.

Μια κριτική χαρακτήρισε την ταινία σου άτεχνη.
Αυτό είναι πολύ κολακευτικό!

Αυτό ήθελα να σε ρωτήσω. Τελικά είναι θετικό ή αρνητικό να χαρακτηρίζουν το έργο σου άτεχνο;
Δεν ξέρω πώς το εννοεί ο άλλος, αλλά με κολακεύει σε σχέση με την ιδέα που έχω εγώ για το άτεχνο. Τι εννοούμε όταν λέμε τέχνη στο σύγχρονο σινεμά: εννοούμε ότι ένας καλλιτέχνης μετατρέπεται λίγο λίγο σε τεχνοκράτη. Κάθεται γράφει ένα σενάριο, το μεταφράζει στα αγγλικά, το στέλνει για να πάρει επιχορήγηση, το στέλνει σε οποιονδήποτε άνθρωπο ή φορέα – πραγματικά οποιονδήποτε – που μπορεί να επιχορηγήσει, περνάει από επιμελητές σεναρίων, συμπαραγωγούς που αποφασίζουν τους συντελεστές, τις τοποθεσίες, τα πάντα, και είναι σ` αυτή τη διαδικασία τρία – τέσσερα χρόνια για να μαζέψει ένα κεφάλαιο. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια η ταινία έχει γίνει κάτι άλλο κι έχει μπλεχτεί με χίλιους δύο άσχετους. Δεν έχει καύλα το πράγμα. Όλο αυτό στο δικό μου νου είναι πιο κοντά στο πώς δουλεύει ένα εργοστάσιο παρά μια ταινία. Σίγουρα το Motherland δεν είναι μια τέτοια ταινία. Είχαμε ορμή, είχαμε ενθουσιασμό, είχαμε μια συγκυρία ευνοϊκών παραγόντων να πάμε να την κάνουμε, μετρήσαμε «μπορούμε – δε μπορούμε», είδαμε τελικά ότι μπορούμε και την κάναμε.

Κάποιες στιγμές φαίνονται οι τεχνικοί την ώρα της δουλειάς τους στην ταινία. Ηθελημένα συμβαίνει αυτό;
Μ` αρέσει αυτή η ερώτηση. Έχω πάει σε πολλά γυρίσματα κι αυτό που μ` εκνευρίζει είναι ότι η κάμερα τόσο απόλυτα αποφασίζει τι είναι μπροστά και τι πίσω απ` αυτήν. Από την εμπειρία μου, αυτό που γίνεται πίσω απ` την κάμερα έχει περισσότερο ενδιαφέρον απ` αυτό που γίνεται μπροστά απ` αυτή. Σ` αυτή την ταινία ήθελα αυτό το πράμα να γίνει ακόμα πιο ρητό. Οπότε βάζοντας δύο και τρεις κάμερες στην ίδια σκηνή, επειδή το μπρος και το πίσω από την κάμερα διαφέρει για κάθε κάμερα, ο φιλμικός χώρος δεν ορίζεται από την κινηματογραφική μηχανή, αλλά από τον ίδιο τον φιλμικό χώρο. Επίσης δε μ` αρέσει αυτή η ψευτιά στο σινεμά, που σου δείχνουμε ένα κάδρο 4×3 και έξω από αυτό το κάδρο γίνεται της πουτάνας κι έχουμε κρύψει τα πάντα. Και πάντα το χαμόγελο ή κάποια έκφραση ενός ηχολήπτη, ενός οπερατέρ, ενός οποιουδήποτε στο σετ – που δεν είναι ο οποιοσδήποτε – μπορεί να έχει το ίδιο ενδιαφέρον με ενός ηθοποιού, κι αυτό είναι κάτι που δε θέλω να το χάσω.


 

 

Η ταινία προβάλλεται ένα τέταρτο μετά τα μεσάνυχτα του Σαββάτου και την Τετάρτη στις 18:30, στο Μικρόκοσμο, Συγγρού 106.  (ιβέντ)

Το ΑΣΣΟΔΥΟ εξασφάλισε δύο διπλές προσκλήσεις για το Σάββατο και δύο για την Τετάρτη.

Στείλτε email στο talk@1-2.gr με θέμα  Motherland, δώστε μας το ονοματεπώνυμο σας και μπείτε στην κλήρωση.

 

 

 

 

.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Χαρίλαος Τρουβάς
Ο Χαρίλαος Τρουβάς πάντα δυσκολεύεται να συστηθεί.