Ζωή σε άλλους πλανήτες:
σ
τον θαυμαστό κόσμο από λέξεις

του Vicente Huidobro

(Χιλή, 1893-1948)

 

Η Γέννηση του Salvador Dali

.

Φτάνει πια με τα ρετάλια ανθρώπου, με τα μικρά κομμάτια ζωής.
Φτάνει πια να τεμαχίζετε τον άνθρωπο και τη γη και τον ουρανό και τη θάλασσα.
Φτάνει πια με τους πολέμους μέσα στο ίδιο σας το δέρμα.
Το στήθος κόντρα στο κεφάλι, το κεφάλι κόντρα στο στήθος.
Το μάτι κόντρα στο αφτί, το αφτί κόντρα στο μάτι.
Το δεξί χέρι κόντρα στο αριστερό χέρι, το αριστερό χέρι κόντρα στο δεξί χέρι.
Το συναίσθημα κόντρα στη λογική, η λογική κόντρα στο συναίσθημα.
Το πνεύμα κόντρα στο σώμα, το σώμα κόντρα στο πνεύμα.
Η πραγματικότητα κόντρα στο όνειρο, το όνειρο κόντρα στην πραγματικότητα.
Το συγκεκριμένο κόντρα στο αφηρημένο, το αφηρημένο κόντρα στο συγκεκριμένο.
Η μέρα κόντρα στη νύχτα. Η νύχτα κόντρα στη μέρα.
Ο Βορράς κόντρα στο Νότο, ο Νότος κόντρα στο Βορρά.

Γέμισε ο κόσμος απ’ τις φωνές σας μονόχορδου καναρινιού.

Απόσπασμα από το μανιφέστο με τίτλο «Όλον» (Total, 1925) του ποιητή.

 

Ο πρώτος αβάν-γκαρντ ισπανόφωνος ποιητής λέγεται Vicente Huidobro και είναι από την Χιλή. Γεννήθηκε το 1893 και η πυρά του πρώτου του βιβλίου (μετά από μια πρώτη νεανική λογοτεχνική απόπειρα) έγινε το 1914 ύστερα από διαταγή του πατέρα του. Όχι μόνο ποιητής, αλλά και φιλόσοφος, εισήγαγε την έννοια του λεγόμενου «Δημιουργισμού» ή Creacionismo, όπως είναι ο όρος που επινόησε στα Ισπανικά, θέλοντας να εκφράσει το ρεύμα του λογοτεχνικού κυβισμού. Με την θεωρία αυτή, ο Ουιδόμπρο επιδίωκε, όχι χωρίς κάποια έπαρση, να κόψει κάθε επαφή με το παρελθόν ή την παράδοση στέφοντας τον εαυτό του, και κατά συνέπεια τον ποιητή, ως τον απόλυτο Δημιουργό πρωτότυπων εικόνων, έστω κι αν έπρεπε για το σκοπό αυτό να καταλύσει την ίδια την γλώσσα, να αναιρέσει τα σημεία στίξης ή να επανεφεύρει τα τυπογραφικά σύμβολα. Παρά την αδυναμία της ποιητικής του θεωρίας, το περιπετειώδες του πνεύμα και το ταλέντο του, θα τον οδηγήσουν σε τολμηρούς γλωσσικούς πειραματισμούς, καταφέροντας μια καινοτόμα ποιητική έκφραση απαλλαγμένη από ταμπού. Στην προσωπική του ζωή, τα σκάνδαλα θα τον στιγματίσουν, από την πρώτη του αποτυχημένη πολιτική απόπειρα, το 1925, που έθεσε υποψηφιότητα για πρωθυπουργός στη χώρα του, μέχρι τον παράνομο ερωτικό δεσμό του με την έφηβη Ximena Amunátegui, γόνο γνωστής οικογένειας του Σαντιάγο, όντας ο ίδιος παντρεμένος με παιδιά. Παραβαίνοντας κάθε ηθικό και κοινωνικό κανόνα, θα κλαπούν, δυο χρόνια αργότερα, η ανήλικη Ximena και ο ποιητής, και θα ταξιδέψουν στο Παρίσι. Αλλά αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που ο Βιθέντε Ουιδόμπρο θα προκαλέσει τους πάντες. Το 1923 και ενώ βρίσκεται στην Ευρώπη, διαδίδει την φήμη πως Βρετανοί μυστικοί πράκτορες τον έχουν απαγάγει σαν απάντηση στα επικριτικά σχόλια κατά του αγγλικού ιμπεριαλισμού που δημοσιεύτηκαν στο δοκίμιο του με τίτλο Finis Britannia. Κι ωστόσο, όλα αυτά δεν είναι παρά απλά δομικά υλικά στο χτίσιμο του μύθου. Για την αλήθεια, πρέπει κανείς να στραφεί στους στίχους. Εν είδει συστάσεων, ένα σύντομο απόσπασμα από τον πρόλογο του περίφημου «Altazor» («Αλταθόρ ή ταξίδι με αλεξίπτωτο»), γραμμένο το 1931, στο οποίο ο ήρωας, βλέπε ο ποιητής, άλλοτε είναι πουλί κι άλλοτε αεροπόρος, άλλοτε επαναστατημένος άγγελος κι άλλοτε αστροναύτης που περιφέρεται στο αστρικό σύστημα:


Γεννήθηκα στα τριάντα τρία μου χρόνια, τη μέρα που πέθανε ο Χριστός. Γεννήθηκα κατά την Ισημερία, κάτω από τις ορτανσίες και τα αεροπλάνα της ζέστης. Κι είχα ένα βαθύ βλέμμα περιστεριού, τούνελ και συναισθηματικού αυτοκινούμενου. Έβγαζα αναστεναγμούς ακροβάτη.

Ο πατέρας μου ήταν τυφλός και τα χέρια του ήταν πιο θαυμάσια κι απ’ τη νύχτα. Αγαπώ τη νύχτα, το καπέλο όλων των ημερών.

Η νύχτα, η νύχτα της μέρας, της μιας μέρας μετά την άλλη.

Η μητέρα μου μιλούσε σαν την αυγή και σαν πηδαλιουχούμενο που πάει να πέσει. Είχε μαλλιά στο χρώμα σημαίας και μάτια γεμάτα μακρινά πλοία.

Ένα απόγευμα, πήρα το αλεξίπτωτο μου και είπα: «Ανάμεσα σ’ ένα αστέρι και δυο χελιδόνια». Ένθα κείται ο θάνατος που πλησιάζει (…).

Τ’ αληθινά ποιήματα είναι φωτιές.


(…)


Αγάπαμε. (…)

 

Ο Ουιδόμπρο προσωπογραφημένος από το φίλο του Πάμπλο Πικάσο


Ακολουθούν δυο από τα τέσσερα άκρως πρωτότυπα και λιγότερο γνωστά μικροδιηγήματα που έγραψε ο Βιθέντε Ουιδόμπρο, διανθισμένα με ποιήματα από την τελευταία του ποιητική συλλογή που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του και υπό την επιμέλεια της κόρης του. Σ’ αυτά, σύμφωνα με τους μελετητές του, επιτελείται μια ποιητική μεταστροφή κι ο μυθικός ναρκισσισμός του προηγούμενου ποιητικού εγώ αντικαθίσταται από μια ανθρωπιά και μια βαθιά ανησυχία για την τύχη της ανθρωπότητας. Ο ποιητής, που έχει βιώσει τον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο, την μαζική σφαγή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τον θάνατο της μητέρας του, αποκαλύπτεται πιο ευάλωτος από ποτέ. Αν πριν ο Αβανγκαρντισμός της εποχής του υπαγόρευε μανιφέστα για την Τέχνη ως το ύψιστο αγαθό, τώρα τραγουδιέται το μεγαλείο της ζωής.

 

Γυρνούσα στους δρόμους

Γυρνούσα στους δρόμους μιας παγωμένης πόλης
Με τόση νύχτα πάνω της
Θλιμμένη σαν το κενό που μένει
Ανάμεσα στον φανοστάτη και το έρημο σπίτι

Από τη συλλογή «Τελευταία ποιήματα», 1948

 

Νέα με μακρύ παλτό

Κάθε μέρα διασχίζει την πλατεία προς την ίδια κατεύθυνση. Είναι όμορφη. Ούτε κοντή, ούτε ψηλή, μια υποψία ίσως εύσωμη. Μάτια μεγάλα, μύτη κανονική, στόμα ώριμο που γλυκαίνει τον αέρα και δεν θέλει να πέσει απ’ το κλαρί. Αλλά έχει μια έκφραση θλίψης και φορά πάντα ένα μακρύ και φαρδύ παλτό. Ακόμα κι όταν κάνει μεγάλη ζέστη. Το ρούχο αυτό δεν βγαίνει ποτέ από πάνω της. Καλοκαίρι ή χειμώνας, πιο χοντρό ή πιο ψιλό, πάντα εκεί το πανωφόρι σαν να κρύβει κάτι. Να είναι ντροπαλή; Να την τρομάζει τόσος μάταιος δρόμος; Να είναι το παλτό αυτό το οχυρό για ένα κρυφό αίσθημα κατωτερότητας; Δεν θα ήταν καθόλου παράξενο. Γι’ αυτό έχει μια αρχιτεκτονική γραμμή που δεν μπορώ να περιγράψω, αλλά που θα αναγνώριζε σίγουρα κάθε αρχιτέκτονας. Ίσως ο κορμός του σώματός της να είναι πολύ ψηλός ή πολύ κοντός ή να μην έχει μέση. Ίσως να θέλει να κρύψει μια εγκυμοσύνη, αλλά τότε πρόκειται για μια εγκυμοσύνη υπερβολικά μεγάλη, μια εγκυμοσύνη χρόνων. Ή είναι γιατί έτσι νιώθει πιο μόνη ή γιατί τα κύτταρά της σκέφτονται καλύτερα. Γεύεται μια ανάμνηση μέσα σ’ αυτό το περιστύλιο μακριά απ’ τον κόσμο. Μπορεί, πάλι, να θέλει μόνο να κρύψει το γεγονός πως ο πατέρας της διέπραξε ένα έγκλημα όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε χρονών.

 

Σ’ αγαπώ γυναίκα του μεγάλου μου ταξιδιού

Σ’ αγαπώ γυναίκα του μεγάλου μου ταξιδιού
Όπως η θάλασσα αγαπά το νερό
Που την κάνει να υπάρχει
Και της δίνει το δικαίωμα να λέγεται θάλασσα
Και να καθρεφτίζει τον ουρανό και το φεγγάρι και τ’ άστρα

Από τη συλλογή «Τελευταία ποιήματα», 1948

 

Η κόρη του σιδηροδρομικού φύλακα

Το σπιτάκι του σιδηροδρομικού φύλακα είναι χτισμένο δίπλα στην σιδηροδρομική γραμμή, στους πρόποδες ενός βουνού τόσο απότομου που μόνο μερικά ειδικά δέντρα μπορούν να σκαρφαλώσουν μπουσουλώντας, πιασμένα απ’ τις αιχμηρές τους ρίζες, σφίγγοντας το σώμα τους πάνω στον ορεινό όγκο μέχρι την κορυφή. Το ξύλινο σπιτάκι ξεχαρβαλωμένο από τις συνεχείς δονήσεις και τους κραδασμούς. Το μικρό σπιτάκι σε μια πλαγιά είκοσι μέτρων δίπλα σε τρεις ράγες. Εκεί ζει ο σιδηροδρομικός φύλακας με την γυναίκα του, βλέποντας τα τρένα να περνούν γεμάτα φαντάσματα που πάνε από πόλη σε πόλη. Εκατοντάδες τρένα, τρένα από τον βορρά προς το νότο και τρένα από το νότο προς τον βορρά. Όλες τις μέρες, όλες τις εβδομάδες, κατά τη διάρκεια όλου του χρόνου. Χιλιάδες τρένα με εκατομμύρια φαντάσματα, κάνοντας τα κόκκαλα του βουνού να τρίζουν. Η γυναίκα, σαν καλή σύζυγος, τον βοηθά να δείξει στα τρένα τον σωστό δρόμο. Η ευθύνη τόσων ανθρώπινων ζωών έχει αποτυπωθεί στο πρόσωπό τους δίνοντάς του μια τραγική έκφραση. Μετά βίας χαμογελούν όταν χαζεύουν την μικρή τους κόρη, ένα πλασματάκι τριών χρονών, εύθραυστο και χαριτωμένο με κινήσεις λουλουδιού και περιστεριού. Τα τρένα περνούν με δονήσεις από σίδερα, σέρνοντας μακριά μέταλλα μιας ολόκληρης πόλης που πέταξε τα δεσμά της, τόσων ξέφρενων φαντασμάτων μεθυσμένων από ελευθερία. Η κόρη του σιδηροδρομικού φύλακα παίζει ανάμεσα στα τρένα του βουνού της με τρομακτική οικειότητα. Δεν ξέρει πως τα πλουσιόπαιδα της πόλης περνούν την ώρα τους με κάτι μικρά τρενάκια όμοια με ποντίκια πάνω σε ρόδες από κονσερβοκούτια. Εκείνη έχει δικά της τα πιο μεγάλα τρένα του κόσμου… Και τα αψηφά ήδη. Είναι ένα τόσο γοητευτικό κοριτσάκι. Ζωντανό, ανέμελο, χαλαρό σαν να μην θέλει να εξαρτάται από κανέναν. Θα έλεγε κανείς πως την άφησε εκεί τυχαία κάποιο τρένο. Οι γονείς της, αντίθετα, ζουν κολλημένοι πάνω της, την κοιτάζουν όσο έχουν ακόμα καιρό, της κάνουν όλα τα χατίρια, την λατρεύουν. Ξέρουν ότι μια μέρα θα την πατήσει ένα τρένο.

 

Η ποίηση είναι μια γαλάζια απόπειρα

Εγώ είμαι απών αλλά στο βάθος αυτής της απουσίας
Βρίσκεται η αναμονή για μένα τον ίδιο
Κι αυτή η αναμονή είναι άλλος τρόπος παρουσίας
Η αναμονή της επιστροφής μου
Εγώ βρίσκομαι μέσα σε άλλα αντικείμενα
Σε ορισμένα δέντρα και σε ορισμένες πέτρες
Που με περίμεναν για χρόνια
Κουράστηκαν να με περιμένουν κι έκατσαν
Εγώ είμαι και δεν είμαι
Είμαι απών και είμαι παρών σε κατάσταση αναμονής
Εκείνα ήθελαν την γλώσσα μου για να εκφραστούν
Και γω ήθελα την δική τους για να τα εκφράσω
Ιδού η παρανόηση η τρομερή παρανόηση
Αγωνιώδης αξιοθρήνητος
Εισχωρώ στα φυτά αυτά
Οδεύω αφήνοντας πίσω τα ρούχα μου
Οι σάρκες μου πέφτουν
Κι ο σκελετός μου σκεπάζεται από φλοιούς
Γίνομαι δέντρο Πόσες φορές δεν έγινα τόσα πράγματα…
Είναι οδυνηρό και γεμάτο τρυφερότητα
Θα μπορούσα να ουρλιάξω αλλά θα τρόμαζα την μετουσίωση
Πρέπει κανείς να σιωπά Να περιμένει σιωπηλά

Από τη συλλογή «Τελευταία ποιήματα», 1948

 


Πηγές: Vicente Huidobro, El pasajero y su destino, Selección y prólogo de Óscar Hahn, ed. Sibila.   https://www.vicentehuidobro.uchile.cl/

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Νάνσυ Αγγελή
Η Νάνσυ Αγγελή γεννήθηκε στην Εύβοια το 1982. Έχει εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων «Μια μέρα απόλυτης ησυχίας», εκδ. Παράξενες Μέρες. Διηγήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και περιοδικά του διαδικτύου και συμπεριλαμβάνονται στις ετήσιες ανθολογίες διηγημάτων «Ιστορίες Μπονζάι», εκδ. Γαβριηλίδης (συλλογικό έργο). Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων της βρίσκεται υπό έκδοση και πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα. Ζει στην Ισπανία.