Τάσος Κόρφης


Ο θαλασσοπόρος της ερήμου
.

 

Ο Τάσος Κόρφης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αναστασίου Ρομποτή, γεννήθηκε το 1929 στην Κέρκυρα, στους κόλπους μιας καλλιτεχνικής οικογένειας και πέρασε τα εφηβικά του χρόνια στην Πάτρα, όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές.

Ω, δες το θαύμα.
Πουλιά, λουλούδια, ψάρια, γίνανε λέξεις!

Ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, υπήρξε πολύπλευρη προσωπικότητα όχι μόνο στα γράμματα, (ήταν ποιητής, διηγηματογράφος, μεταφραστής, εκδότης) αλλά και στην τέχνη του «πολέμου» καθώς υπήρξε ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού· μάλιστα έφτασε ως τα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας και αποστρατεύτηκε ως επίτιμος Αρχηγός του Στόλου με τον βαθμό του αντιναυάρχου.


Κατάμονο μια ολόκληρη ζωή να παραδέρνεις

σε λιμάνια, σε πέλαγα, σ΄ακρογιαλιές – τοπία της μνήμης-
ταξιδεύοντας με νηολόγιο άγνωστης , ανύπαρκτης χώρας, με ξένη σημαία,
με όνομα μισοσβησμένο από τ’αλάτι και τη σκουριά.
Και να μη θυμάσαι τους πλοιάρχους που γέρασαν στη γέφυρά σου,
τα κορμιά των ναυκλήρων σου, στιγματισμένα με φιγούρες ονείρων,
τη σπατάλη του πάθους σου στις άγονες γραμμές.
Κατάμονο μια ολόκληρη ζωή να ταξιδεύεις,
και τα σκυλόψαρα, κοπάδι, να σ΄ακολουθούν,
να σκίζουν τη θάλασσα, να γυροφέρνουν, ν΄ αγρυπνούν
χτυπώντας μ’ ανυπονησία τα φτερά τους στην πλώρη σου,
ακονίζοντας τα δόντια τους στους τροχούς των ελίκων σου,
περιμένοντας, ώρα με την ώρα, το σήμα κινδύνου.

“Κοντός κάτου από το κανονικό, με αραιωμένα μαλλιά…Το `να του αυτί έγερνε κι ήταν μεγαλύτερο από τ΄άλλο…”, [1] στην λογοτεχνία εμφανίστηκε σε νεαρή ηλικία, δημοσιεύοντας τα πρώτα του κείμενα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Χαραυγή» και στην εφημερίδα «Αυγή» του Πύργου Ηλείας. Στα 23 του χρόνια εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Ταξίδι χωρίς πολικό», από τις εκδόσεις Μαυρίδης, το 1953.


Το 1966 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της «Διαγώνιου» το δοκίμιό του για τον Μήτσο Παπανικολάου και λίγο αργότερα με δική του επιμέλεια κυκλοφόρησαν τα ποιήματα και οι μεταφράσεις του πρόωρα χαμένου ποιητή.

Ο Κόρφης, μέσα από την «Διαγώνιο», παρουσίαζε συχνά ποιητές του μεσοπολέμου, όπως τον Τ. Μυλωνογιάννη, τον Αναστάσιο Δρίβα και άλλους. Επίσης συγκέντρωσε και εξέδωσε το έργο του Καίσαρος Εμμανουήλ, ενώ επιμελήθηκε την ημιτελή βιογραφία «Τα νεανικά χρόνια του Κωνσταντίνου Θεοτόκη», που είχε γράψει ο Σπυρίδων Μ. Θεοτόκης.


Με τον τίτλο «Ημερολόγιο», ο Τάσος Κόρφης συγκέντρωσε εβδομήντα τέσσερα ποιήματα που είχε γράψει τα τελευταία -έως τότε- δώδεκα χρόνια, και τα χώρισε σε τέσσερα μέρη: Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει το «ημερολόγιο» που τυπώθηκε το 1963, το δεύτερο περιλαμβάνει το «ημερολόγιο» του 1964, το τρίτο περιέχει ανέκδοτα ποιήματα και το τέταρτο τα πεζά ποιήματα που τυπώθηκαν ως «ημερολόγιο τρία», το 1968.

Άφησέ με να σου γνωρίσω το σώμα σου
Ξεκινώντας από τα πιο βασικά
Όπως τα γράμματα του αλφάβητου στη γλώσσα,
Για να πάψεις να υπομένεις τα πολύχρωμα ενδύματα,
Προπάντων τα μαύρα, που πολύ αγαπάς,
Γιατί επιτρέπουν στη θερμότητα να σ’ ερεθίζει.
Χέρι πάνω στο χέρι, άσε με να σε οδηγήσω
Στις εξάρσεις και τις χαράδρες του κορμιού σου
Εκεί που οι θύελλες μαίνονται κι οι λίμνες
Καθρεφτίζουν τους ιμέρους σου -ψηλοί, αιχμηροί βράχοι
Που ακούραστοι παλινδρομούν
Εντός σου.
Έχω τόσο καιρό ιχνηλατήσει -από επικίνδυνους φεγγίτες-
Τις ομορφιές του αμπελώνα σου,
Που μπορώ να σ’ αναπλάσω ολόκληρη,
Ωραία σαν σελήνη, φωτεινή σαν αυγή, πολύφυλλη σαν
νύχτα,
Με τους αγρούς σου ακόρεστους για γόνιμα ύδατα
και τις θύρες σου ανοιχτές στις νέες αφίξεις.
Έλα, λοιπόν, να σου γνωρίσω -με τις αισθήσεις και
τη φαντασία μου-
Το σώμα σου, πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο,
Που, περίφοβη, προσπαθείς να κρύψεις.

Οι πιο πολλές εμπειρίες του από την ναυτική ζωή, είναι συμπυκνωμένες στα έξι ποιήματα, -που ως ενότητα τιτλοφορούνται «Μνήμες πλοίων» όπου κάθε ποίημα παίρνει τον τίτλο του από εγγλέζικες ονομασίες καραβιών: deserted sea, aimless speed, terrified return-, μικρές αλληγορίες που εκφράζουν ανθρώπινες καταστάσεις, εικονίζοντας τύχες καραβιών. Γράφει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος [2] για την συλλογή: «…Τα πεζά ποιήματα, δοκιμές στο γνωστό στυλ των μπωντλαιρικών πεζών, διασώζουν πολλές καλές στιγμές του Κόρφη. Οι ναυτικές εμπειρίες απλώνονται εδώ με περισσότερη ποικιλία που φτάνει απ´ την πραγματικότητα ως το σύμβολο…αλλά σε πολλά ποιήματα του Κόρφη υπάρχει κάτι πολύ στρογγυλεμένο και μαλακό. Λείπει το νεύρο που θα έκανε πιο ζωντανό τον κόσμο του λιμανιού και της θάλασσας…Ωστόσο, η χαμηλόφωνη ποίησή του, κερδίζει όχι μόνο με την σεμνότητά της αλλά και με την τέχνη της…».

Ψάχνω να βρω ένα κορμί να ξαποστάσω,
μιαν αγκαλιά, για να ζεστάνω τη γύμνια μου.

Για το «ημερολόγιο 3», έγραφε ο Ανδρέας Καραντώνης [3]: «Αξίζει να διαβάσει κανείς αυτά τα πεζά ποιήματα. Είναι γραμμένα με μιαν ευαισθησία λεπτή, κεντρισμένη από μύριες καθημερινές μικρολεπτομέρειες και εντυπώσεις, που μόνο μια γνήσια λυρική αίσθηση μπορεί να συλλάβει και να κατεργαστεί μέσα σ´ εκείνη την περιοχή της υποκειμενικότητας που, με ό,τι κι αν λέμε, είναι το καλύτερο ποιητικό εργαστήρι. Εκεί μέσα ο Κόρφης απομονώνει από τη γύρω ζωή πολλές στιγμές, ακόμα και περιπτώσεις και μορφές ανθρώπινες και υποβλητικά τις ιχνογραφεί. Αυτά τα μικρά πεζά θα μπορούσαν να ξετυλιχθούν και σε διηγήματα. Μα κι έτσι, διατηρούν μια ιμπρεσσιονιστική ποιητικότητα που θέλγει».

Μεγάλη λέξη
το ανικανοποίητο
νικάει το χρόνο

Το 1973, κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Πρόσπερος» τρία πεζογραφήματά του που τιτλοφορήθηκαν «Ένα έρημο σπίτι» και το 1974 ο «Ρώμος Φιλύρας»,-με τον Φιλύρα είχε ασχοληθεί και το 1966-, μια μελέτη της ζωής και του έργου του ποιητή της περιόδου του δεκαπεντάχρονου εγκλεισμού του στο Δρομοκαΐτειο, δοκίμιο που περιελάμβανε και εβδομήντα ποιήματά του.

Στο κριτικό σημείωμα που έγραψε ο Γιάννης Χατζίνης σε περιοδικό της εποχής, με αφορμή το «έρημο σπίτι», σκιαγραφεί και το προφίλ του ποιητή [4]: «Ο Τάσος Κόρφης, εδώ και κάμποσα χρόνια, ασχολείται με την ποίηση. Δεν το κάνει συστηματικά, αλλά μόνο για το κέφι του. Δε φαίνεται να έχει μεγάλες φιλοδοξίες. Νιώθει χαρά να βρίσκεται μέσα σ´αυτόν τον κόσμο των γραμμάτων όπου συναντά τον καλύτερο εαυτό του. Ίσως έτσι έχει το προνόμιο να μην παίρνει είδηση πόσο βαριά γίνεται πολλές φορές η ατμόσφαιρα αυτού του κόσμου, όπου η ματαιοδοξία, η ζήλια, ο εγωισμός, η απογοήτευση δημιουργούν ένα πανδαιμόνιο. Μοιάζει λιγάκι σαν ένας ερασιτέχνης των γραμμάτων. Αλλά το πάθος του πάλι για μια προσωπική έκφραση, ξεπερνάει τα όρια του ερασιτεχνισμού. Αυτό το πάθος διακρίνεται τώρα πιο πολύ στο τετράδιο των πεζογραφημάτων του. Αυτή είναι η κύρια, η βασική εντύπωση που αποκομίζει κανείς από το διάβασμα αυτών των σελίδων».

Εδώ καράβια χάθηκαν, πνίγηκαν αύτανδρα,
τα χέρια των ανθρώπων άλλαξαν την όψη της γης.

«Ο Κόρφης βάζει τον εαυτό του μέσα σ´ αυτά τα διηγήματα, από μια ανάγκη να ερευνήσει ο ίδιος την ερημιά του, να την συνειδητοποιήσει, να βεβαιωθεί επί τέλους ποιος είναι[…]. Η αφήγηση μάλλον στεγνή, χωρίς εξάρσεις, με κάποια παραγεμίσματα αλλά και με προσπάθεια μιας ακριβολογίας, μας αφήνει την εντύπωση μιας επίπονης συσπείρωσης στο εγώ, κάτω απ´ το φως του οποίου σχηματίζεται ο κόσμος. Αν επρόκειτο να δώσω έναν χαρακτηρισμό σ´ αυτήν την τέχνη στην οποία αποβλέπει ο συγγραφέας, θα την έλεγα νεορεαλιστική[…]. Πάντως τα πεζογραφήματα δεν στερούνται ούτε από εσωτερική αντήχηση, ούτε από εφευρετικότητα. Αν και κάπως αργά, ο Κόρφης κάνει μια πολύ καλή αρχή».


Καί, βέβαια, η ποίηση δεν υπάρχει εδώ

Στα πολυτελή σαλόνια με τη λαϊκότροπη μουσική,
Στούς επώνυμους, φουσκωμένους διάνους,
Στην κοσμική ηθοποιό [..]
Καημένε Κέρουακ, εσύ που ξέρεις πόσο μεγάλοι
Είναι οι δρόμοι, που δεν οδηγούν πουθενά,
Κι ακροβατείς σε μια τροχισμένη λεπίδα
Μαχαιριού, περιφρονώντας κάθε εξουσία
Γιά τη νύχτα, εσύ ερωμένε κι εραστή,
Κρίνο της θάλασσας, που ανοίγεις και πεθαίνεις
Την ίδια στιγμή, εφήμερο έντομο,
Οδήγησέ μας από τα μονοπάτια του θανάτου
Στην πραγματική ζωή.


Την περίοδο 1975-1976, όταν οι εκδόσεις «Πρόσπερος» ανέστειλαν την λειτουργία τους, ο Κόρφης δημιούργησε την «Λέσχη Ανάγνωσης Πρόσπερος». Στα τρία χρόνια της λειτουργίας της, κυκλοφόρησαν τα «Εργόχειρά» του, (1977), η μετάφραση ποιημάτων του Ezra Pound και τα «Λαϊκά δίστιχα».

Το 1978 τυπώθηκε η δεύτερη έκδοση των πεζογραφημάτων του και το δοκίμιο του «Ματιές σε ποιητές του Μεσοπολέμου», -η παλαιότερη μελέτη του, συμπληρωμένη με υλικό για τους Απόστολο Μελαχρινό, Ναπολέων Λαπαθιώτη, Μίνω Ζώτο και Γιώργο Σαραντάρη-.


Στην δουλειά του Κόρφη για τους ποιητές του μεσοπολέμου, αξίζει να αναφερθεί και το βιβλίο του «Νίκος Καββαδίας» που κυκλοφόρησε το ίδιο έτος από τον «Κέδρο». Ομόσταυλοι στην τέχνη, Επτανήσιοι στην καταγωγή και οι δυο, αμφότεροι ναυτικοί, με τον ίδιο σχεδόν κύκλο ζωής.

«…Κορμός της «Βάρδιας» είναι ο λόγος. Λόγος μόνο ναυτικός; Όχι, παρά το γεγονός ότι το λεξιλόγιο είναι γεμάτο απ’ τη ναυτική ορολογία. Ο λόγος της «Βάρδιας» είναι λιτός, προφορικός με κοφτερή γλώσσα που φθάνει πολλές φορές (κυρίως στους ολοζώντανους διαλόγους) τα όρια της αθυροστομίας, είναι μια επιτυχημένη σύζευξη του αφηγηματικού και του λυρικού λόγου…», αναφέρει ο Κόρφης για το γνωστό έργο του Καββαδία.

Δύο χιλιάδες χρόνια τώρα
σε θυμάμαι.

Όμορφος σαν τα ερείπια. Έρχονται πολλοί
και μ΄επισκέπτονται. Κανένας δε μένει
μαζί μας τη νύχτα.

 


Το 1979 ο ποιητής μετέφρασε στίχους του William Carlos Williams και επιμελήθηκε την ποιητική ανθολογία «Φωνές».

Στις λεύκες μέσα είναι ένα πουλί-
ο ήλιος είναι!
Τα φύλλα είναι ένα κίτρινο ψαράκι
που κολυμπάει στο ποτάμι
Το πουλί περνάει ξυστά επάνω τους-
Στα φτερά του η μέρα.
Φοίνικας!
Αυτός είναι που ανάβει
Τη μεγάλη αναλαμπή στις λεύκες.
Με το τραγούδι του
Το θόρυβο σκεπάζει
Των φύλλων που χτυπιούνται στον αέρα.

(Μετρική εικόνα-William Carlos Williams)


Το μεταφραστικό έργο του Τάσου Κόρφη περιλαμβάνει εκτός από τον Williams, ποιήματα των Έζρα Πάουντ, της Τζόις Μανσούρ και άλλων ξένων ποιητών.

Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δώστε μου, σας παρακαλώ πολύ, εν ώρα ανάγκης, ένα μικρό καπνοπωλείο,
Με τα γυαλιστερά κουτάκια
στιβαγμένα τακτικά στα ράφια
Και τον ανάριο, μυρωδάτο καπνό
και το σέρτικο
Και τον ξανθό Βιρτζίνια
σκόρπιο κάτω από τις γυαλιστερές, γυάλινες βιτρίνες,
Και μια όχι και τόσο λιγδιασμένη ζυγαριά
Και τα τσουλάκια να μπουκέρνουν για καναδυό κουβέντες του
ποδαριού,
Να πούνε την παρόλα τους και να σιάξουν λίγο τα μαλλιά τους.
Θεέ μου, Αφροδίτη, Ερμή, προστάτη των κλεφτών,
Δανείστε μου ένα μικρό καπνοπωλείο
ή στρώστε με σε κάποιο, τέλος πάντων, επάγγελμα
Μακριά από το κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη
που πρέπει να’ χεις πάντα τα μυαλά σου τετρακόσια.

(Το νησί στη λίμνη-Ezra Pound)

 


Αν και οι καταβολές του Κόρφη θα ´πρεπε να αναζητηθούν στον μεσοπόλεμο, ο ελεύθερος στίχος και η μοντέρνα αίσθηση των στίχων του, δεν κρύβουν πάντα την εξοικείωση με τους παραδοσιακούς ποιητές του ’20, ούτε ως προς τα θέματα, ούτε ως προς την διάθεση. Οι πέτρινες βεράντες των εξοχικών σπιτιών, τα χέρια των παιδιών στα σήμαντρα του εσπερινού, η άνοιξη, μια πυρκαγιά τριαντάφυλλα, το αμάξι σταματημένο στη γωνιά της μνήμης. Τον συγκινεί η ομορφιά, η «σκλαβωμένη άνοιξη», τα σώματα των κοριτσιών, οι «γυναίκες που ξαπλώνουμε για μας στο χώμα», οι «ρημαγμένες γυναίκες του λιμανιού», «αυτές με την νύχτα στα μάτια, ένα φαράγγι για πρόσωπο και μια λιωμένη λαμπάδα για κορμί», είναι όμως στυφή αυτή η διαπίστωση λόγω της αναγκαστικής παραμονής μακριά από αγαπημένα πρόσωπα και από τις δυνατότητες της κοινωνικής ζωής: Το κορμί μου δεν είναι γεφύρι· δεν μπορείς να περάσεις και να σωθείς, δεν μπορείς να γλιτώσεις το ποτάμι. Γράφει και πάλι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος [5] : «Το νέο στοιχείο που φέρνει ο Κόρφης, είναι ο συνδυασμός ναυτικής και αισθηματικής ζωής». Ευώδιαζε δίκταμο στα λίγα, κυρτωμένα δέντρα / Έρωτας, λέγεται, φυτρώνει στο βράχο. «Χωρίς να φτάσει στην μπωντλαιρική γοητεία του Καββαδία, αλλά και χωρίς να ξεφύγει από την ήπια μελαγχολική ιδιοσυγκρασία του, ο Κόρφης τοποθέτησε το ανικανοποίητο, τη μοναξιά και την ανθρώπινη τυραννία μέσα σ’ ένα πλαίσιο ναυτικό, θαλασσινό και του λιμανιού».

Μικραίνει ο κόσμος κι η θάλασσα γίνεται κήπος,
στερεύει το φως στις γυμνές αποβάθρες,
μ’ ασβέστη σκεπάζουν τα δάκρυα.
Σεντόνι λευκό, χειρουργείου
σκεπάζει τ’ ανήσυχα χέρια.

Μα εσύ ματωμένη καρδιά μου
και πάλι μαζί σου με πας
ταξιδιώτη με πας για ναυάγιο.

Το  1982,  ο Σταύρος Κουγιουμτζής μελοποίησε το ποίημα του «Η θάλασσα γίνεται κήπος», που περιλαμβάνεται στη συλλογή «‘Εργόχειρα» του 1977, με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

Τα βγάλαν όλα στο σφυρί:
τα έπιπλα, τα κάδρα, τα χαλιά.
Είπαν να μην αφήσουν τίποτα που να θυμίζει
τα είκοσι χρόνια που έζησαν μαζί
κάτω από την ίδια στέγη.
Απόφαση πικρή, απεγνωσμένη
−παρά τον κάποιο ηρωισμό−, προσπάθεια
εκ των προτέρων καταδικασμένη, μια και γνώριζαν
ότι στο τέλος
θα κέρδιζε η μνήμη, εκείνη θα πλειοδοτούσε.


Ό,τι κι αν γράφεις, φίλε μου Βαρβέρη,

για των ποιητών τα γηρατειά: πληγή,
βαθιά πληγή από φριχτό μαχαίρι,
δεν πρέπει να ’χει πίκρα κι ούτε οργή.

Οι ποιητές ποτέ δεν φτάνουν γέροι.
Θνήσκοντες κάθε μέρα έχουνε βγει
πέρα απ’ του πόνου τα δεσμά, απ’ το χέρι
του χρόνου, σε μια γόνιμη σιγή […]

 


Δεν ξέρω

Αν πρέπει ν’ ακολουθήσω
Εκείνο τον ακαθόριστο δρόμο,
Που δεν είναι αδιέξοδο, ούτε δημοσιά,
Αλλά ένα υγρό μονοπάτι,
Που σέρνεται από γκρεμό σε γκρεμό,
Τυλίγοντας τα περασμένα σαν βρόχος.
Υπάρχουν εκεί
Δάχτυλα που αλλάζουν επιδέσμους σε πληγές,
Το ύπουλο σφύριγμα του τραίνου σαν του φιδιού,
Ο χειμώνας με τα κλεισμένα σπίτια, οι βόγκοι
Των πληγωμένων.

Είναι όμορφη πόλη τα Χανιά, έστω και τα Χανιά,
Όταν ακούς τα τραγούδια των ναυτών που γυρίζουν από την έξοδο
Και είσαι μόνος, ολομόναχος όχι, αλλά
Κοντά στους ανθρώπους, στη διάχυση.
Μπορείς ν’ αγρυπνήσεις, να ζήσεις τη νύχτα.
Το φως και το ημίφως που μπερδεύονται, η σκιά
Που ενώνει τα βήματα, η θύελλα
Που μαστιγώνει τα δέντρα, η ταλάντευση
Στον αναπόφευκτο ιστό της αράχνης.

Ο Τάσος Κόρφης, σε στίχο ελεύθερο, σ’ ευλύγιστο ρυθμό, όσο κι αν τόλμησε τη δίψα της ερήμου να εκφράσει με βαθύ, ανυπόκριτο καημό, κάποτε ψεύτικη ήχησε απ’ τα μαλάματα η φωνή του: Εκεί που γιόρταζε η φωτιά, τώρα απομένει στάχτη. Ήσυχη απόψε η θάλασσα! Τους ναυαγούς μετράει.Του Άι Σώστη ανήμερα, πέρασε μαύρη γάτα. Πέθανε στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών τον Δεκέμβρη του 1994, σε ηλικία 65 ετών, μα η άμμος κράτησε το χνάρι των ποδιών του.

Όταν υποχωρήσουμε πια κάτω από τον καταιγισμό του πυρός
και τα μάτια μας τυφλωθούν από τα μάκρη της ηρεμίας
και δεν υπάρχει πια ο πυρετός, το γυμνό αγκάθι
δε μας ενοχλεί κι η σκέψη μας σταματήσει να μας οδηγεί
σε αδιέξοδες κατευθύνσεις, τότε
τα πράγματα που αγγίξαμε θα μας θυμούνται […]

Ω πόσο προσφιλείς είναι αυτοί οι μεγάλοι χώροι όταν αδειάζουν
Και μένεις ασάλευτος, ανάμεσα στη γη και τον ουρανό
Σαν το κυπαρίσσι,
Που χρόνια ονειρεύεται ν’ αφήσει τους τάφους, να γίνει
Κατάρτι σε πλοίο.

 

Παραπομπές:

[1] blog alkman («…Περιγραφή (πιθανότατα)του Νίκου Καββαδία κάνει ο ίδιος στη “Βάρδια”…)

[2] Περιοδικό «διαγώνιος», τεύχος 2

[3]τεύχος 1026 Νέα Εστία

[4]Νέα Εστία, τεύχος 1116

[5]Ντίνος Χριστιανόπουλος, Διαγώνιος τεύχος 2, Μάιος-Αύγουστος 1972


Πηγές
:

-Wikipedia

-Τάσος Κόρφης, «Εγκώμια», εκδ. Πρόσπερος, 1993

-Εικοσιτέσσερα χαϊκού, συλλογή Παυσίλυπα-Σονέτα και χαϊκού, εκδ. Πρόσπερος, 1987

-Τάσος Κόρφης, «Ποιήματα», εκδ. Πρόσπερος, 1983

-«Ημερολόγιο» ,ποιήματα του Τάσου Κορφη, εκδ. Διαγώνιος, 1971

-Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας

-Α. Ευαγγέλου – Γ. Αράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012) – Ανθολογία, εκδ. Gutenberg (β΄ έκδοση, συμπληρωμένη Μάρτιος 2017

-William Carlos Williams (1883- 1963), Πέντε ποιήματα (μετφρ.: Τάσος Κόρφης), εκδ. Πρόσπερος, 1979

-Περικλής Σφυρίδης, Τάσος Κόρφης, Διαγώνιος τεύχος 4, Ιανουάριος-Απρίλιος, 1980

-Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 039

-Κοσμόπολις, περιοδικό Τραμ, 1979

-Τάσος Κόρφης, Ποιήματα-Β’, εκδ. Πρόσπερος, 1997

-Λαϊκά Δίστιχα, Διαγώνιος τεύχος 5, Μάιος-Αύγουστος 1973

-Μήτσος Παπανικολάου, Ποιήματα-Μεταφράσεις, Διαγώνιος τεύχος 16, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1968

-Διαγώνιος τεύχη 2,3, 16( 1968,1972,1979)

-Κρίκος, ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 1980

-Ρομποτής Αναστάσιος, Τέσσερα εγκώμια. Για την απρόσμενη άνοιξη, περιοδικό «Νέα Πορεία», τόμ. 39, τεύχος 461-463, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1993

-Περιοδικό » Η λέξη», τεύχος 99-100

-Περιοδικό «Νέα Εστία, τεύχη 861, 958, 974, 986, 1007, 1012, 1026, 1050, 1241, 1300, 1416

-Περιοδικό «Το δέντρο», τεύχος: 27, 1986