20.09.19

4 χρόνια δίχως τον Γιάννη Κοντό

Στα 4 χρόνια σιωπής | 4 γυναίκες που τον αγαπούν | επιλέγουν 4 ποιήματά του

Επιμέλεια κι οργάνωση: γιώργος δομιανός

Μαρία Κουλούρη

Ο αριστερός σου ώμος
(Από τη συλλογή, Το χρονόμετρο, Κέδρος, 1972)

Πίσω από τον αριστερό σου ώμο
είναι ένα φαράγγι γεμάτο πέτρες
και χαμόγελα από μετάξι
σκαλωμένα σ’ αγριοπούρναρα.
– Στον ώμο π’ ακουμπάει
το κομμένο μου κεφάλι –
Μικραίνεις. Μικραίνεις τόσο
που γίνεσαι ένας λεκές στο πάτωμα.
Αρχίζουν οι μοναχικοί περίπατοι
στο δωμάτιο.
Πιάνω το κεφάλι μου και το πετάω
σ’ ένα οποιονδήποτε δημόσιο χώρο,
σαν χειροβομβίδα.

Μετά, τίποτα.

 

Πίσω από τον αριστερό σου ώμο σημειώθηκαν γεγονότα. Ερυθρές ταξιαρχίες με την σταθερότητα βαρυφορτωμένου ερπετού. Θα σταματούσαν κάποτε στ’ αγριοπούρναρα, γωνία Σταδίου και Ιπποκράτους. Εκεί που στρίβοντας είδα να χωρίζεται το κεφάλι απ’ τον κορμό σου. Κι αλλού η πλάτη, αλλού η κλίση του χεριού. Έτοιμο για ρίψη κρότου λάμψης. Κι όσο κι αν ο χρόνος στενεύει τους κοιτώνες, εξασφαλίζω ακόμα διάδρομους ανοιχτούς. Μικρά περάσματα για τους μοναχικούς σου περιπάτους. Βηματίζω αθόρυβα πίσω σου κι εγώ, κι όταν δεν έρχεσαι σου γράφω : «Απαρηγόρητος ο άνθρωπος / Γδύνεται τις νύχτες / Μόνος ξαπλώνει/Κρεβάτι ύπνου / Και όταν από σύμπτωση / Χαιρετίσει άλλη μια μέρα / Δήθεν ανυποψίαστος / Παίρνει νέα πόζα / Παρένθεση στα λόγια / Καπνός των προπατόρων / Ύστερα σε πέλματα πυθίες / Φορτώνει όλο το βάρος / Και ανοίγοντας την πόρτα/Αγκαλιάζει τα παπούτσια του».

 


 

Εύη Λαμπροπούλου

Φωτοτυπία
(Από τη συλλογή, Φωτοτυπίες, Κέδρος, 1977)

Να τρίψω τα μάτια μου με γυαλόχαρτο,
να πάρουν φωτιά για να ησυχάσω
με την περιβόητη επικοινωνία μας, και να μείνω μόνος.
Μόνος, παιδί μου, στον κόσμο, χωρίς περιττά χρώματα.
Μόνος με την αναπνοή μου.
Και να περνάν οι μέρες γκαμήλες μαύρες
και να ακούω μόνο τις φλέβες σου
γαλάζια νήματα στο λαιμό.
Οι ιδεολογίες στο ψυγείο
μαζί με τα τυριά και τη ρωσική σαλάτα,
μαζί με τα ποιήματα και την ενεργειακή πολιτική
και τις βλακείες για τη μόλυνση της ατμόσφαιρας.
Ε, όχι άλλο. Τέρμα τα αστεία.
Τέρμα οι φωτοτυπίες των συναισθημάτων.
Τέρμα και το θέμα πατρίδα.
Για τελευταία φορά. Θα μείνω μόνος,
πηγαίνοντας τα δελφίνια μου στη βοσκή
κάτω από την Ακρόπολη, και όπως θα μηρυκάζουν
το καμένο χόρτο, θα κοιμηθώ ή θα πεθάνω χωρίς όνειρα.

 

Μικρή είχα γράψει ένα μυθιστόρημα, το ‘Χάπι Λου’, που είχα στείλει σε δύο εκδοτικούς. Ο Κοντός, τότε επιμελητής του Κέδρου, μου τηλεφωνούσε, έλεγε, «Δεν μπορείτε να πάτε στο Οξύ κυρία μου, εμείς είμαστε ο οίκος του Βάρναλη, του Σαχτούρη, του Ρίτσου. Εσείς είστε για δω, έχετε αυτό το γρήγορο, το μοντέρνο, το αμερικάνικο, το ποιητικό.» (Τότε δεν ήθελα να είμαι ποιητική κι ας έγραφα κρυφά ποιήματα.) Ρουφούσα τα λόγια του, ήταν γενναιόδωρα, παθιασμένα. Αλλά είχα πουλήσει την ψυχή μου στην αισθητική. Το Οξύ είχε τις πιο κυβερνοπάνκ γραμματοσειρές. Υποτάχτηκα στην αισθητική, ως συνήθως – και το μετάνιωσα. Ο Κοντός είχε δίκιο. Πήγα στον Κέδρο το επόμενο βιβλίο. Από κοντά ο Κοντός ήταν γελαστός, χαρούμενος, φωτεινός, καλοσυνάτος. Στη ΦΩΤΟΤΥΠΙΑ, ο εραστής προτιμά τη μοναξιά από την αγωνία της επικοινωνίας. Μια αντίδραση Ρολάν Μπαρτ, τίμια.

 


 

Μυρσίνη Λοΐζου

(Από τη συλλογή, Τα οστά, Κέδρος, 1982)

Πρέπει να προσέξω τη μοναξιά μου.
Μερικές φορές
στα ενδιάμεσα των δαχτύλων
και στα χαλίκια των ματιών
βγαίνει το χορτάρι
της φωνής σου.

 

Με τους στίχους αυτούς ξεκινά ένα κείμενο του Γιάννη Κοντού για τον πατέρα μου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Χάρτες» τον Νοέμβριο του 1982 μόλις ένα μήνα μετά τον θάνατο του. Πέρασαν πολλά χρόνια για να μάθω την ύπαρξη του και να το διαβάσω. Ίσως ο Γιάννης Κοντός τελικά, με τις λέξεις του και με την απέραντη τρυφερότητα του, περιέγραψε εκείνες τις μέρες καλύτερα από κάθε άλλον. “Τα ποιήματα τα άκουγες με μάτια μικρού παιδιού. Φέτος σε είδα μερικές φορές. το ένα σου φτερό ήτανε σπασμένο – έδειχνες ότι δεν το πρόσεχες. Τώρα σε σκέπτομαι μικρό παιδάκι να μαθαίνεις βιολί στην Αλεξάνδρεια, να αγκαλιάζεις το όργανο και τα σοβαρά σου μάτια να κοιτάνε πέρα τη θάλασσα [..] Μια παρασκευή μεσημέρι έσβησες. Μπορεί να σου βάλανε καθρεφτάκι στα ρουθούνια για να δούνε αν αναπνέεις. Μετά, οκτώ μέρες στο ψυγείο. Μόνος καλό μου, και οι εφημερίδες εδώ δημιουργούν μεγαλύτερη μοναξιά και απελπισία. Ύστερα τα γνωστά. Πρώτο Νεκροταφείο [..] το απόγευμα ζεστό μπλουζάκι στο σώμα σου. Μια κοπέλα σε πιάνει από το σακάκι να μην φύγεις. Έμεινες με το πρόσωπο μέσα στη μουσική, όπως στο νερό”

 


 

Γλυκερία Μπασδέκη

Ο Τάκης
(Από τη συλλογή, Τα οστά, Κέδρος, 1982)

Κάρβουνο ο ουρανός και η οδοντόβουρτσα
του πεθαμένου περιμένει. Ο φίλος μου
από το ιατρείο του κάτω κόσμου
μου τηλεφωνεί. Μου στέλνει φάρμακα,
μου στέλνει ποιήματα. Ο φίλος μου,ο επιζών.

 

Από Τα Οστά του 1982 αγαπώ το ποίημα για τον Τάκη. Ο Τάκης μπορεί να είναι ο Σινόπουλος, μπορεί να είναι ένας συμπονετικός γιατρός του κάτω κόσμου. Ο Γιάννης Κοντός πάντα σήκωνε τα τηλέφωνα. Δεν άκουγε πάντα καλά, μάλλον μονολογούσε, όπως μονολογούν οι επιλεκτικά κωφοί. Αγαπούσε πολύ τη ζωή και γι’αυτό έγραφε για τον θάνατο. Είχε την ελαφράδα των νηπίων. Φοβόταν, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τι τον περιμένει στο κάτω δωμάτιο. Αυτό μας έδωσε στην ποίησή του: χαδάκι στη φρίκη. Τώρα Αυτός ο Γιάννης και Γιαννάκης, ως άλλος επιζών, θα μας τηλεφωνεί για φάρμακα και ποιήματα. Αργά τη νύχτα, όταν ανοίγουν τα ιατρεία του άλλου κόσμου.

4 χρόνια δίχως τον Γιάννη Κοντό

Στα 4 χρόνια σιωπής | 4 γυναίκες που τον αγαπούν | επιλέγουν 4 ποιήματά του

Επιμέλεια κι οργάνωση: γιώργος δομιανός

Μαρία Κουλούρη

Ο αριστερός σου ώμος
(Από τη συλλογή, Το χρονόμετρο, Κέδρος, 1972)

Πίσω από τον αριστερό σου ώμο
είναι ένα φαράγγι γεμάτο πέτρες
και χαμόγελα από μετάξι
σκαλωμένα σ’ αγριοπούρναρα.
– Στον ώμο π’ ακουμπάει
το κομμένο μου κεφάλι –
Μικραίνεις. Μικραίνεις τόσο
που γίνεσαι ένας λεκές στο πάτωμα.
Αρχίζουν οι μοναχικοί περίπατοι
στο δωμάτιο.
Πιάνω το κεφάλι μου και το πετάω
σ’ ένα οποιονδήποτε δημόσιο χώρο,
σαν χειροβομβίδα.

Μετά, τίποτα.

 

Πίσω από τον αριστερό σου ώμο σημειώθηκαν γεγονότα. Ερυθρές ταξιαρχίες με την σταθερότητα βαρυφορτωμένου ερπετού. Θα σταματούσαν κάποτε στ’ αγριοπούρναρα, γωνία Σταδίου και Ιπποκράτους. Εκεί που στρίβοντας είδα να χωρίζεται το κεφάλι απ’ τον κορμό σου. Κι αλλού η πλάτη, αλλού η κλίση του χεριού. Έτοιμο για ρίψη κρότου λάμψης. Κι όσο κι αν ο χρόνος στενεύει τους κοιτώνες, εξασφαλίζω ακόμα διάδρομους ανοιχτούς. Μικρά περάσματα για τους μοναχικούς σου περιπάτους. Βηματίζω αθόρυβα πίσω σου κι εγώ, κι όταν δεν έρχεσαι σου γράφω : «Απαρηγόρητος ο άνθρωπος / Γδύνεται τις νύχτες / Μόνος ξαπλώνει/Κρεβάτι ύπνου / Και όταν από σύμπτωση / Χαιρετίσει άλλη μια μέρα / Δήθεν ανυποψίαστος / Παίρνει νέα πόζα / Παρένθεση στα λόγια / Καπνός των προπατόρων / Ύστερα σε πέλματα πυθίες / Φορτώνει όλο το βάρος / Και ανοίγοντας την πόρτα/Αγκαλιάζει τα παπούτσια του».

 


 

Εύη Λαμπροπούλου

Φωτοτυπία
(Από τη συλλογή, Φωτοτυπίες, Κέδρος, 1977)

Να τρίψω τα μάτια μου με γυαλόχαρτο,
να πάρουν φωτιά για να ησυχάσω
με την περιβόητη επικοινωνία μας, και να μείνω μόνος.
Μόνος, παιδί μου, στον κόσμο, χωρίς περιττά χρώματα.
Μόνος με την αναπνοή μου.
Και να περνάν οι μέρες γκαμήλες μαύρες
και να ακούω μόνο τις φλέβες σου
γαλάζια νήματα στο λαιμό.
Οι ιδεολογίες στο ψυγείο
μαζί με τα τυριά και τη ρωσική σαλάτα,
μαζί με τα ποιήματα και την ενεργειακή πολιτική
και τις βλακείες για τη μόλυνση της ατμόσφαιρας.
Ε, όχι άλλο. Τέρμα τα αστεία.
Τέρμα οι φωτοτυπίες των συναισθημάτων.
Τέρμα και το θέμα πατρίδα.
Για τελευταία φορά. Θα μείνω μόνος,
πηγαίνοντας τα δελφίνια μου στη βοσκή
κάτω από την Ακρόπολη, και όπως θα μηρυκάζουν
το καμένο χόρτο, θα κοιμηθώ ή θα πεθάνω χωρίς όνειρα.

 

Μικρή είχα γράψει ένα μυθιστόρημα, το ‘Χάπι Λου’, που είχα στείλει σε δύο εκδοτικούς. Ο Κοντός, τότε επιμελητής του Κέδρου, μου τηλεφωνούσε, έλεγε, «Δεν μπορείτε να πάτε στο Οξύ κυρία μου, εμείς είμαστε ο οίκος του Βάρναλη, του Σαχτούρη, του Ρίτσου. Εσείς είστε για δω, έχετε αυτό το γρήγορο, το μοντέρνο, το αμερικάνικο, το ποιητικό.» (Τότε δεν ήθελα να είμαι ποιητική κι ας έγραφα κρυφά ποιήματα.) Ρουφούσα τα λόγια του, ήταν γενναιόδωρα, παθιασμένα. Αλλά είχα πουλήσει την ψυχή μου στην αισθητική. Το Οξύ είχε τις πιο κυβερνοπάνκ γραμματοσειρές. Υποτάχτηκα στην αισθητική, ως συνήθως – και το μετάνιωσα. Ο Κοντός είχε δίκιο. Πήγα στον Κέδρο το επόμενο βιβλίο. Από κοντά ο Κοντός ήταν γελαστός, χαρούμενος, φωτεινός, καλοσυνάτος. Στη ΦΩΤΟΤΥΠΙΑ, ο εραστής προτιμά τη μοναξιά από την αγωνία της επικοινωνίας. Μια αντίδραση Ρολάν Μπαρτ, τίμια.

 


 

Μυρσίνη Λοΐζου

(Από τη συλλογή, Τα οστά, Κέδρος, 1982)

Πρέπει να προσέξω τη μοναξιά μου.
Μερικές φορές
στα ενδιάμεσα των δαχτύλων
και στα χαλίκια των ματιών
βγαίνει το χορτάρι
της φωνής σου.

 

Με τους στίχους αυτούς ξεκινά ένα κείμενο του Γιάννη Κοντού για τον πατέρα μου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Χάρτες» τον Νοέμβριο του 1982 μόλις ένα μήνα μετά τον θάνατο του. Πέρασαν πολλά χρόνια για να μάθω την ύπαρξη του και να το διαβάσω. Ίσως ο Γιάννης Κοντός τελικά, με τις λέξεις του και με την απέραντη τρυφερότητα του, περιέγραψε εκείνες τις μέρες καλύτερα από κάθε άλλον. “Τα ποιήματα τα άκουγες με μάτια μικρού παιδιού. Φέτος σε είδα μερικές φορές. το ένα σου φτερό ήτανε σπασμένο – έδειχνες ότι δεν το πρόσεχες. Τώρα σε σκέπτομαι μικρό παιδάκι να μαθαίνεις βιολί στην Αλεξάνδρεια, να αγκαλιάζεις το όργανο και τα σοβαρά σου μάτια να κοιτάνε πέρα τη θάλασσα [..] Μια παρασκευή μεσημέρι έσβησες. Μπορεί να σου βάλανε καθρεφτάκι στα ρουθούνια για να δούνε αν αναπνέεις. Μετά, οκτώ μέρες στο ψυγείο. Μόνος καλό μου, και οι εφημερίδες εδώ δημιουργούν μεγαλύτερη μοναξιά και απελπισία. Ύστερα τα γνωστά. Πρώτο Νεκροταφείο [..] το απόγευμα ζεστό μπλουζάκι στο σώμα σου. Μια κοπέλα σε πιάνει από το σακάκι να μην φύγεις. Έμεινες με το πρόσωπο μέσα στη μουσική, όπως στο νερό”

 


 

Γλυκερία Μπασδέκη

Ο Τάκης
(Από τη συλλογή, Τα οστά, Κέδρος, 1982)

Κάρβουνο ο ουρανός και η οδοντόβουρτσα
του πεθαμένου περιμένει. Ο φίλος μου
από το ιατρείο του κάτω κόσμου
μου τηλεφωνεί. Μου στέλνει φάρμακα,
μου στέλνει ποιήματα. Ο φίλος μου,ο επιζών.

 

Από Τα Οστά του 1982 αγαπώ το ποίημα για τον Τάκη. Ο Τάκης μπορεί να είναι ο Σινόπουλος, μπορεί να είναι ένας συμπονετικός γιατρός του κάτω κόσμου. Ο Γιάννης Κοντός πάντα σήκωνε τα τηλέφωνα. Δεν άκουγε πάντα καλά, μάλλον μονολογούσε, όπως μονολογούν οι επιλεκτικά κωφοί. Αγαπούσε πολύ τη ζωή και γι’αυτό έγραφε για τον θάνατο. Είχε την ελαφράδα των νηπίων. Φοβόταν, αλλά δεν ήξερε ακριβώς τι τον περιμένει στο κάτω δωμάτιο. Αυτό μας έδωσε στην ποίησή του: χαδάκι στη φρίκη. Τώρα Αυτός ο Γιάννης και Γιαννάκης, ως άλλος επιζών, θα μας τηλεφωνεί για φάρμακα και ποιήματα. Αργά τη νύχτα, όταν ανοίγουν τα ιατρεία του άλλου κόσμου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ