Ο Αμερικανός συγγραφέας Πολ Γκούντμαν (1911 – 1972) αποτελεί μία από τις εξέχουσες και πλέον επιδραστικές φωνές της αναστατωμένης και εύφορης αμερικανικής δεκαετίας του ‘60. Ποιητής, δοκιμιογράφος, συνιδρυτής της Θεραπείας Γκεστάλτ μαζί με ζεύγος Περλς, έφτασε στο απόγειο της φήμης του στις αρχές περίπου του 1960, εκδίδοντας το θρυλικό για την εποχή του βιβλίο «κοινωνικής κριτικής», το «Μεγαλώνοντας Παράλογα». Ήδη ένας ώριμος συγγραφέας και πεπαιδευμένος στοχαστής, θα συνεχίσει τη δράση του, ακτιβιστική και θεωρητική, καθ’ όλη τη δεκαετία του ‘60 έως τον θάνατό του, χαίροντας ιδιαίτερης αναγνώρισης και διάδοσης των ιδεών του.

Αυτοχαρακτηριζόμενος ως Τζεφερσονιανός Δημοκράτης, ο Γκούντμαν θα προωθήσει από την αρχή σχεδόν της καριέρας του ένα χαρακτηριστικό και πρωτότυπο είδος κοινωνικού αναρχισμού, με έντονη την επιρροή του Κροπότκιν, των Αμερικανών πραγματιστών όπως ο Τζον Ντιούι και ο Ουίλιαμ Τζέιμς, και μια βαθιά εκτίμηση για τις ηθικές και ανθρωπιστικές βάσεις του Διαφωτισμού και των κλασικών κειμένων. Ανυπότακτα ελευθερογνώμων, θα αποτελέσει επίσης ένα από τα πρωιμότερα δείγματα του ΛΟΑΤΚΙ ακτιβισμού, όντας αμφιφυλόφιλος ο ίδιος, αρνούμενος να συμβιβαστεί με την περιθωριοποίηση της σεξουαλικότητας και της ελεύθερης ανθρώπινης ανάπτυξης.

Φημισμένος κυρίως για τα δοκιμιακά του κείμενα, αλλά θεωρώντας ο ίδιος την ποίηση ως κομβικό σημείο του έργου του, ο Γκούντμαν ολοκληρώνει το τελευταίο του βιβλίο, «Μικρές Προσευχές και Πεπερασμένη Εμπειρία», το 1972, λίγο πριν τον θάνατό του. Ένας συγκερασμός δοκιμίων και λυρικών ποιημάτων, αφορμάται από τις μορφές της θρησκευτικής εμπειρίας ανά τους αιώνες, μέχρι και τη σύγχρονη εποχή, αναδεικνύοντας τη χαρακτηριστικά πραγματιστική και «εμμανώς» ανθρωποκεντρική στάση ολόκληρου του έργου του. Το κεφάλαιο που μεταφράζουμε σε απόσπασμα, προέρχεται από αυτό το βιβλίο.

Πολ Γκούντμαν

Πέρα απ’ τον Ορίζοντά μου (Απόσπασμα)

Είναι μια στοιχειώδης εμπειρία που επιλέγω ως δική μου, σαν να ήμουν ένα απλούστερο ζώο, δίχως μακρά ανθρώπινη μνήμη, ανείπωτο πόθο, ζώσα αγωνία, συνοπτική όραση, και αφηρημένη γλώσσα. Πώς γεμίζω τα κενά και βγάζω νόημα σ’ εμένα τον ίδιο; Υπάρχουν πράγματα που κάνω και λέω τελετουργικά, και πάνε πέρα από την εμπειρία. Μπορώ να τα διαβάσω σαν προτάσεις, μα είναι κενές περιεχομένου. Δεν είναι ούτε αντιλήψεις, ούτε νοήματα, ούτε συναισθήματα. Είναι θεολογικά, «η ουσία των αφανών πραγμάτων».

Δεν «πιστεύω» αυτές τις θεολογικές προτάσεις, αυτός είναι ένας μακράν διανοητικός όρος. Όχι ότι είμαι σκεπτικιστής από την κράση μου· είμαι αρκετά εύπιστος. Κρίνω ως πιθανό σχεδόν καθετί απόκρυφο μου λένε οι άλλοι με αυτοπεποίθηση, είτε είναι τηλεπάθεια, κυτία οργόνης, η Θεία Ευχαριστία, ή τα αποκαλυπτικά οράματα που προκαλούν τα ψυχοτρόπα μανιτάρια. Μη έχοντας δικά μου θαύματα, θαυμάζω αυτά των αλλωνών. Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, με πιάνει μια αιφνίδια αίσθηση σύμπνοιας με τον Χιουμ, ο οποίος έλεγε ότι θα περπατούσε ένα ολόκληρο μίλι για ν’ ακούσει ένα από τα αναγεννησιακά κηρύγματα του Γουάιτφιλντ. Με τη διαφορά όμως πως δεν θα χρησιμοποιήσουμε τέτοιες ιδέες ως προϋπόθεση για τ’ οτιδήποτε πρόκειται να κάνουμε ή να πούμε υπεύθυνα.

* * *

Ψυχαναλυτικά, η προφανής εξήγηση τέτοιων αναπόφευκτων μα κενών θρησκευτικών ιδεών είναι ότι είναι εμμονικές τελετουργίες, όπως το πλύσιμο των χεριών ή το ν’ αγγίζεις με το χέρι σου στύλους φαναριών στον δρόμο– το πραγματικό τους νόημα είναι καταπιεσμένο. Συμφωνώ με αυτό. Ο ίδιος ο Καντ ήταν το είδος του πρωκτικού χαρακτήρα, με την ευταξία του, τη ρουτίνα, την κάποιες φορές σοκαριστικά αυστηρή και σκληρή αίσθηση καθήκοντος, τις κατηγοριοποιήσεις του, την απώθησή του προς τα ενστικτώδη αισθήματα.

Ωστόσο, ήταν ο Καντ. Από τη μέση του ηλικία μέχρι και ένα πολύ καλό γήρας, η δουλειά του συνέχιζε να ρέει αυθόρμητα, ρωμαλέα, θαρρετά, ακαταπόνητα εφευρετική και συνεχώς ωριμάζουσα, εξονυχιστικά λεπτομερής και τολμηρά ευρεία, και μ’ έναν πολύ ωραίο ρυθμό ύφους. Θα πρέπει να διερωτηθούμε αν ο καντιανός τρόπος να είμαστε εμμονικοί δεν είναι ένας καλός τρόπος ν’ αντιμετωπίζουμε τη φύση των πραγμάτων, έτσι ώστε να επιβιώνουμε με ελάχιστα. Το επαναλαμβάνω: απόδειξη του σοφού είναι ότι επιβιώνει, ξέρει πώς. «Το να διανύσεις το προκαθορισμένο σου μάκρος και να μην καταρρεύσεις στη μέση της πορείας: αυτό είναι η γνώση» (Τσουάνγκ Τσου).

* * *

Ο πλατωνικός Σωκράτης ορίζει το θάρρος ως το να έχεις μια ιδέα, και υποθέτω πως αυτό βοηθά κάποιον στο να υπερβεί τον φυσικό του φόβο. Αλλά το ένστικτό μου λέει ότι ο Σωκράτης – είναι ένας από τους πρώιμους διαλόγους – λέει κάτι διαφορετικό: εάν κάποιος βρίσκεται εντός μίας κατάστασης, ταυτιζόμενος με τη σημασία της, δεν έχει κάποια δομή ώστε να το βάλει στα πόδια· δεν του προκύπτει κάτι τέτοιο, είναι απασχολημένος. Κι έτσι κερδίζει μία έξτρα δόση ισχύος. Δεν ξέρει από πού προέρχεται· δεν έχει την ευχέρεια να αναρωτηθεί.

* * *

Σίγουρα, για ατυχείς ανθρώπους όπως εγώ, η φυσική ελπίδα – το να φαντάζεσαι, να εύχεσαι, να προσμένεις – είναι μία βέβαιη κατάρα. Μία απογοήτευση. Είναι κάτι που μου έχει επαληθευτεί τόσες πολλές φορές, που μπορώ σχεδόν να συλλάβω το πώς λειτουργεί. Συντηρώ μία τρελή ελπίδα προτού σχεδιάσω κάτι, ή ακόμη και στη θέση του να καταστρώσω κάποιο πρακτικό πλάνο. Η φαντασία μου είναι μία αφαίρεση άσχετη με την πραγματική κατάσταση, και με κρατάει μακριά της. Βάσει των επιθυμιών μου, μία τυχαία υπόσχεση γίνεται ένα ζέον όραμα· βάσει της συμπεριφοράς των άλλων γύρω μου, λησμονείται σχεδόν άμεσα. Σχεδόν πάντα όταν ελπίζω για κάτι, δεν πραγματοποιείται τίποτα. Κι αν τύχει και κάτι πραγματοποιηθεί, υπερερεθίζομαι και δρω αλόγιστα.

Τα πάω καλύτερα, και υποφέρω λιγότερο, αν δρω με απάθεια, κάνοντας ό,τι είναι τεχνικά σωστό, μη προσμένοντας τίποτα. Κι αν τύχει και κάτι πραγματοποιηθεί, το αντιμετωπίζω σαν παρόν γεγονός, παρά σαν εκπλήρωση κάποιας επιθυμίας.

* * *

Ο έρωτας είναι το βίωμα που με τραβάει πέραν της εμπειρίας. Ο έρωτας έχει ένα βέβαιο αντικείμενο και αίσθημα, αλλά υφίσταται υποσχόμενος να συνεχίσει πέραν του Εδώ και Τώρα και Έπειτα. Όπως ο Μονόκερως του Ρίλκε «υπάρχει λόγω της πιθανότητας της ύπαρξής του», ο έρωτας υπάρχει λόγω της πιθανότητας του γίγνεσθαί του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, είναι η μόνη θεολογική αρετή που δεν είναι κενή περιεχομένου, και που επιδρά με κάποιον τρόπο στη συμπεριφορά μου. Πιστεύω πως αυτός είναι επίσης ο λόγος που κατέχει μία τόσο προνομιούχα θέση στην ορθόδοξη θεολογία: ενσαρκώνει τη θεότητα. Είναι εκείνος που πρόκειται να έρθει.

Για να κάνουμε μία γνωστή διαφοροποίηση, ο σεξουαλικός πόθος βιώνεται ως Εδώ και Τώρα και Έπειτα, δεν περιλαμβάνει κάποια αόριστη ελπίδα. Αυτή η διαφορά ωστόσο, αν και πραγματική, είναι εφήμερη, μιας και ο χαρούμενος πόθος εξελίσσεται γρήγορα είτε σε σεξουαλικό έρωτα, είτε σε αγάπη δίχως σεξ. Αντίστοιχα, αμφιβάλλω αν κάποιος μπορεί να περάσει καλά ποθώντας, εάν δεν είναι έτοιμος να πάρει το ρίσκο να ερωτευτεί, να χάσει τον εαυτό του. Η οργασμική απόλαυση είναι ήδη ένα ρίσκο που απαιτεί και πίστη και εμπιστοσύνη. Ερωτευόμαστε ό,τι έχει προσπεράσει τις άμυνές μας, και έτσι μία ξένη ενέργεια απελευθερώνεται, που τη διαισθανόμαστε σαν κίνδυνο.

* * *

Κάθε είδους αγάπη, είτε σεξουαλική, είτε γονεϊκή, είτε κοινοτική ή συμπονετική, είναι μία παραίσθηση. Δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ ένας τέτοιος συνεχώς ανακαινιζόμενος κόσμος, μόνο και μόνο επειδή η αγωνία μου με επιβεβαιώνει και με προστατεύει. (Φυσικά, οι άγιοι μπορούν και συνεχίζουν). Ωστόσο, είτε είναι παραίσθηση είτε όχι, η αγάπη είναι ψυχωτική. Μπορεί να είναι σιωπηλά ψυχωτική, εάν δίνω εύλογα και προσεκτικά λίγο λίγο τον εαυτό μου.

Η αγάπη δημιουργεί νέα πίστη. Η πίστη δίνεται διά της χάριτος, και η αγάπη εκτελεί το έργο της χάριτος. Το καταφέρνει αυτό πλάθοντας ενεργά, ή απλώς εφευρίσκοντας, έναν κόσμο για μένα στον οποίον πιστεύω, και όπου η ελπίδα έχει υπόσταση· τον παράδεισο, όπου δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ χάριτος και καθημερινής πρακτικής δράσης.

Παρατηρώ, καθώς γράφω, πόσο καλά είναι όλα αυτά ειπωμένα στον χριστιανικό μύθο του Ιησού ενσαρκωμένου ως αγάπη και λυτρωμό με την αυτοθυσία του, εγκαθιδρύοντας μία νέα βασιλεία των ουρανών και μία καινούργια γη. Λόγω του χαρακτήρα μου, ωστόσο, προτιμώ φυσικά μία κυριολεκτική ανάλυση της πανέμορφης ιστορίας.

 

Λέω ότι «σ’ αγαπώ» παραπάνω απ’ όσο νιώθω, όχι σαν ψέμα,

είναι μια υπόθεση που εύχομαι έξαφνα να πραγματοποιηθεί.

Μα δεν υπάρχει ρίμα ή αιτία κι εσύ να μ’ αγαπήσεις.

Μην πεις τίποτε καθόλου. Απλά να είσαι.

Μ’ αρέσει ν’ ανακοινώνω τις προθέσεις μου με κομπανία έξι τρομπετών.

Γαργαλιέμαι σαν ακούγομαι σαν παλιό βιβλίο.

 

  * * *

Όταν κάνω αυτό που λέμε «στοχάζομαι», όταν μουρμουρίζω προς τον εαυτό μου, δεν χρησιμοποιώ ποτέ λέξεις όπως Θεός ή Πίστη, και δεν είναι σε καμία περίπτωση προϋποθέσεις για τη συμπεριφορά μου. Όταν μιλάω με άλλους ανθρώπους, τις χρησιμοποιώ κάποιες φορές, μα όχι γνήσια· μπορεί να χρησιμοποιήσω τέτοια γλώσσα για να κάνω πιο εύκολη μια ειλικρινή συζήτηση με έναν πιστό, αν και δεν είμαι πιστός· ή μπορεί να τη χρησιμοποιήσω για να διακόψω μια βαρετή συζήτηση με έναν άπιστο, όταν είμαι υπερβολικά κουρασμένος να εξηγήσω καλύτερα τον εαυτό μου. Όταν γράφω ωστόσο, χρησιμοποιώ άμεσα αυτό το λεξιλόγιο, και φαινομενικά το κάνω με σοβαρότητα. Πώς γίνεται αυτό;

Στο βιβλίο μου «Μία Υπεράσπιση της Ποίησης», προτείνω έναν πιθανό λόγο: «Ίσως είναι επειδή όταν σκέφτομαι ή μιλάω με τον εαυτό μου, ντρέπομαι· ωστόσο, όταν γράφω, δεν ντρέπομαι»– μιας και το γράψιμο είναι η ελεύθερή μου πράξη. Αλλά θα μπορούσε να δοθεί κι ένας απλούστερος λόγος, πιο εύλογος, πιο κοντά στις αισθήσεις· χρησιμοποιώ αυτή τη γλώσσα επειδή είναι μια ποιητική σύμβαση, μία παραδοσιακή αργκό, σαν να φοράς τα παλιά σου ρούχα μόνο και μόνο επειδή είναι άνετα. Δεν σημαίνει τίποτα. Μία ελεύθερη πράξη είναι μία κενή πράξη, εξαιρουμένου του γεγονότος ότι είναι μία πράξη. Η σημασία αυτών των λέξεων είναι η διάνοια μιας γλώσσας δισεκατομμυρίων ανθρώπινων ομιλητών– δηλαδή, όχι δική μου υπόθεση. Υπόθεσή μου ως συγγραφέας είναι μονάχα να είμαι όσο πιο ξεκάθαρος γίνεται, και να πω ένα έργο που έχει αρχή, μέση και τέλος.

Photo: Sam Falk/New York Times

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σάββας Κοκκινίδης
Ο Σάββας Κοκκινίδης γεννήθηκε το 1991 στην Κοζάνη και είναι απόφοιτος του Τμήματος Φιλοσοφικών και Κοινωνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης. Εργάζεται ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.