Είχαν περάσει επτά χρόνια, επτά χειμώνες. Της άρεσε που η μέρα ήταν σκοτεινή, της άρεσε που και σήμερα η ομίχλη ήταν πυκνή. Ήθελε να είναι όλα όπως τότε: ομίχλη, πυκνή ομίχλη και παγωνιά, έτσι για να μην λιγοστεύει ποτέ ο πόνος.

-Πού θα πας πάλι μάνα; Είναι επικίνδυνο, δεν το καταλαβαίνεις; Υπάρχουν λύκοι και άγρια σκυλιά.
Οι αρκούδες ακόμα κοιμόντουσαν.

Δεν απαντούσε στην κόρη της. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα πριν από την επίσημη τελετή στο μνημείο των πεσόντων εκείνη ξεκινούσε πρωί-πρωί. Κατέβαινε με τα πόδια μέχρι το ποτάμι κι ύστερα ανηφόριζε σιγά-σιγά το μονοπάτι που οδηγούσε στο μνημείο. Σήμερα διάλεξε ένα νεαρό πεύκο και κρέμασε πάνω του το σακάκι του γιού της. Όταν έφτασε στον τόπο που σκοτώθηκε ο γιός της, φώναξε και πάλι, όπως κάθε χρόνο, σπαραχτικά το όνομά του. Σαν τέλειωσε ο αντίλαλος της φωνής της, της φάνηκε πως άκουσε βήματα μέσα στην πυκνή βλάστηση του δάσους. Δεν ήταν βήματα ζώου, της φάνηκε πως άκουσε κι ένα μικρό λυγμό ή βρισιά, δεν μπόρεσε να το ξεκαθαρίσει.

-Εδώ είναι, σκέφτηκε. Γύρισε.
Κι εννοούσε πως εκεί ήταν ο δολοφόνος.
-Φανερώσου, παιδί μου.
Έτσι τον αποκάλεσε, παιδί μου.

Πρέπει τώρα να είναι 29 χρονών και ο γιος της θα ήταν 50.
Περίμενε κι έσφιξε στην τσέπη της το πιστόλι. Μέσα στην ομίχλη φάνηκε μια ψηλή αντρική φιγούρα που φορούσε τραγιάσκα.

-Γιατί χρόνια τώρα κρεμάς τα ρούχα του γιού σου στα δέντρα του δάσους;
-Του άρεσε να περπατάει σ’ αυτό εδώ το δάσος. Το μονοπάτι που πήρες εσύ για να κρυφτείς μετά το φονικό τόπαιρνε και ο γιος μου όταν κατέβαινε στο ποτάμι. Τα κρέμαγα για σένα, ήθελα όταν ξαναπερπατούσες σ’ αυτό το μονοπάτι να αγγίξουν τα ρούχα του το πρόσωπό σου, να μυρίσεις τη μυρωδιά που είχαν, να ακούσεις το ανέμισμά τους και να σκεφτείς πως μιλούσε ο γιος μου όταν ήταν μέσα σ’ αυτά τα ρούχα.
-Φοράω το σακάκι του, μάνα. Γύρισα, ήξερα ότι θα σε βρω. Δεν μπόρεσα ποτέ να φύγω από τούτο το μέρος. Όταν συνάντησα τους δικούς μου, τους γονείς μου, τα αδέλφια μου, δεν με αναγνώρισαν. Φίλους δεν έκανα. Τον γιό σου δεν τον ήξερα. Ήταν απλά ο δεσμοφύλακάς μου. Δεν γύρισα γιατί μετάνιωσα, γύρισα γιατί αυτός είναι ο δικός μου τόπος, δεν με δέχεται κανένας άλλος τόπος.
-Και τι θέλεις από μένα;
-Δεν ξέρω. Μόνο έλεγα πως πρέπει να σε δω. Ίσως εσύ μπορείς…
Η μάνα τον πλησίασε.
-Πώς σε λένε;
-Σέργιο.
Τον αγκάλιασε.
-Δείξε μου την καρδιά σου.

Δεν ήθελε να κάνει λάθος. Ο άντρας έβαλε το δάχτυλο στο μέρος της καρδιάς του. Η γυναίκα ακούμπησε σ΄εκείνο το σημείο την κάννη του πιστολιού κι αντήχησε στα βουνά ο ήχος του πυροβολισμού. Ίδιος όπως τότε πριν επτά χρόνια.

-Η μεγαλύτερη ελευθερία για σένα είναι στην απέναντι όχθη, είπε καθώς έκλεινε τα μάτια του νεκρού άντρα. Θα λέμε και το όνομά σου στο μνημόσυνο, Σέργιε, είπε και πήρε την τραγιάσκα του και την κρέμασε κι αυτήν στα κλαδιά ενός πεύκου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Αθηνά Τσάκαλου
Γεννήθηκα το 1955 στο βλαχοχώρι Τρυγώνα στην ορεινή Θεσσαλία. Σπούδασα φιλολογία και ονειρεύομαι κήπους με πλούσια βλάστηση. Μου λείπει το νερό, το τρεχούμενο νερό γι' αυτό και συνεχώς το ονειρεύομαι.