Τα μάρμαρα του Παρθενώνα και η λευκότητα των δοντιών του Ρουβά

για τον πιο κερδοφόρο βράχο του κόσμου


«Του χρόνου έχουμε εκλογές,

μπορείς να κάνεις κάτι με τα Μάρμαρα;»
Κώστας Σημίτης προς τον Τόνι Μπλερ (2003, σύσκεψη στις Βρυξέλλες)


Έχουν περάσει μερικά χρόνια από τότε αλλά η εικόνα εξακολουθεί να μου τριβελίζει το μυαλό: η τηλεόραση στο mute παίζει ένα reality show, η κάμερα κάνει ζουμ στο πρόσωπο του Ρουβά, εκείνος γελάει έντονα με κάποιο αστείο, εμφανίζεται μια οδοντοστοιχία εμμονικά κατάλευκη και γυαλιστερή, μη ανθρώπινη, ξυσμένη με έναν ανοξείδωτο συρμάτινο τρίφτη, ολότελα ξένη για το είδος μας. Καθώς την έβλεπα αισθανόμουν πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει φάει ποτέ του, τρέφεται αποκλειστικά με σωληνάκια, δεν ξέρει τι είναι αλκοόλ. Στα δόντια του δεν υπάρχουν ίχνη από την προσωπική του ιστορία, ίσως είναι απλώς ένα τηλεοπτικό προϊόν και όταν σβήσει η κάμερα σταματάει να υπάρχει.

Δεν μπορούσα να βρω πιο συμβολικό πρόλογο για ένα κείμενο που θα ασχοληθεί με τη λευκότητα των περίφημων γλυπτών του Παρθενώνα, και θα πω τι ακριβώς εννοώ αφού πρώτα καταθέσω την προσωπική μου άποψη περί επαναπατρισμού: δεν διαθέτω άποψη. Το γεγονός πως ο όρος επαναπατρισμός είναι δυστυχώς ψευδής, αφού δεν προσβλέπει πραγματικά στη θεραπεία ενός «διαμελισμένου μνημείου» κι ούτε σημαίνει κάτι άλλο πέρα από την έκθεσή των «μαρμάρων» σε ένα ουδέτερο μουσειακό χώρο, παρόμοιας αισθητικής με εκείνης του βρετανικού Μουσείου, και με ακριβώς ανάλογα παγκοσμιοποιημένα χαρακτηριστικά επισκεπτών/τουριστών, με κάνει να διατηρώ μια ουδέτερη στάση και το debate που έχει αναζωπυρωθεί με καθιστά αμέτοχο.

Άλλωστε δεν είναι ένα αληθινό debate (ποιο debate είναι;), έτσι όπως ακριβώς δεν εκφράζουν κάποια αλήθεια τα δόντια του Σάκη Ρουβά. Η διαμάχη μεταξύ των δύο πλευρών γίνεται αποκλειστικά με όρους εμπορευματοποιημένου θεάματος και καλλιεργείται με έναν επικοινωνιακό τρόπο που επιθυμεί να κάνει απλώς ντόρο γιατί αυτό είναι και το μοναδικό ζητούμενό τους. Δεν είναι τυχαίο πως η σταυροφόρος του αγώνα για την επιστροφή των μαρμάρων είχε κερδίσει βραβείο α’ γυναικείου στις Κάννες και υποψηφιότητα στα όσκαρ για το Ποτέ την Κυριακή. Άλλωστε, η διαφήμιση που απορρέει ιστορικά από την αντιδικία είναι τεράστια και για τις δυο πλευρές, εξού και παραδοσιακά καλλιεργείται τεχνηέντως από καλοθελητές του Χόλυγουντ, παντελώς άσχετους με το θέμα (Σον Κόνερι, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, μέχρι και δικηγόρο την Αμάλ Αλαμουντίν, γυναίκα του Κλούνεϊ, επέλεξε η προηγούμενη ελληνική κυβέρνηση).

Όταν όμως σβήσουν τα στιλπνά φώτα του μαρμάρινου σκηνικού και πάψει η υστερία, τα ερωτήματα ουσίας γίνονται καταιγιστικά. Γιατί τα μέσα δεν ασχολούνται ποτέ με τον επαναπατρισμό του μοναδικού, μοναδικότατου Λέοντα του Πειραιά από τη Βενετία; Η αιγυπτιακή συλλογή στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών με τις σαρκοφάγους, και τόσα άλλα, γιατί να μην επιστρέψει σπίτι της; Γιατί δεν ασχολούμαστε με άλλα γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Λούβρο, στην Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Δανία και την Αυστρία, ή με τα γλυπτά του ναού της Αφαίας στην Αίγινα που εκτίθενται στην Γλυπτοθήκη του Μονάχου, αλλά και με τόσες εκατοντάδες άλλα ανά τον κόσμο; Αυτά είναι υποδεέστερα; Γιατί όλα τα περιφερειακά μνημεία ελλείψει κονδυλίων ρημάζουν απροστάτευτα για χάρη ενός θεαματικού ακροπολοκεντρισμού και μιας άνευ όρων παράδοσης στις τουριστικές διαθέσεις; Αλλά κι αντίστροφα: γιατί οι διαμαρτυρίες των ευσυνείδητων πολιτών και οι επιλεκτικές ευαισθησίες των μέσων μαζικής ενημέρωσης εξαντλούνται στο ερώτημα για το αν τα ξενοδοχεία γύρω από τον βράχο, τον πιο κερδοφόρο βράχο του κόσμου, θα είναι δεκαώροφα αντί οχταώροφα; Μήπως όλη η ιερότητα της ακρόπολης πια περιορίζεται στο αντίκρυσμα της θέας της; Μήπως η κλασική ομορφιά του βράχου έχει καταλήξει να είναι υπόθεση των μπαλκονιών των ρετιρέ; Τα ερωτήματα αυτά είναι αδύνατον να απαντηθούν σε ένα ηλεκτρονικό κείμενο αλλά μπορούν να σπείρουν τις κατάλληλες υποψίες.

Γενικότερα, η πραγματική διάσταση του θέματος ξεφεύγει από την πλαστή σημασία ενός διακρατικού ανταγωνισμού με σωβινιστικά χαρακτηριστικά και μεταπηδά στο πεδίο της ερμηνείας της σύγχρονης έννοιας του πολιτισμού. Και κάπως έτσι επανερχόμαστε στη λευκότητα των δοντιών του Ρουβά που μου έδωσαν την εντύπωση πως κάθεται και τα τρίβει με το συρμάτινο βουρτσάκι του, έτσι όπως ακριβώς ο δωρητής της αίθουσας λόρδος Duveen την δεκαετία του 1930 είχε βάλει ανθρώπους να τρίβουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα γιατί δεν ήταν όσο λευκά έπρεπε, δεν αντανακλούσαν την απαστράπτουσα λευκότητα που απαιτούσε η θριαμβική συνείδηση της αποικιοκρατίας. 

γιατί οι διαμαρτυρίες των ευσυνείδητων πολιτών και οι ευαισθησίες των μέσων μαζικής ενημέρωσης εξαντλούνται στο ερώτημα για το αν τα ξενοδοχεία γύρω από τον βράχο, τον πιο κερδοφόρο βράχο του κόσμου, θα είναι οχταώροφα αντί δεκαώροφα; Μήπως όλη η ιερότητα της ακρόπολης πια περιορίζεται στο αντίκρυσμα της θέας της; Μήπως η κλασική ομορφιά του βράχου έχει καταλήξει να είναι υπόθεση των μπαλκονιών των ρετιρέ;

Και νομίζω πως όλοι γνωρίζετε ποια λευκότητα είναι αυτή, νεοκλασσικού τύπου, που θεμελιώνει ακόμη και σήμερα τα εθνικά φαντασιακά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σκέψης που η λευκότητα των δοντιών θεμελιώνει το πρότυπο της ομορφιάς στο παρόν μας. Κανείς δεν φαίνεται να θίγεται από την παρανόηση του γεγονότος πως τα μάρμαρα στην αρχαιότητα ήταν επιχρωματισμένα ή επιχρυσωμένα και πως αυτό που κοιτούμε δεν ικανοποιούσε τους αποκαλούμενους προγόνους μας. Αντιθέτως, φαίνεται να επιζητούμε την τυφλότητα του λευκού και, εδώ που τα λέμε, βγάζει νόημα: όσο περισσότερο μας τρέφει η άγνοια τόσο πιο εύκολα αποκτούμε το συναίσθημα της εθνικής περηφάνιας. Όσο λιγότερη ιστορική αλήθεια μεταχειριζόμαστε, τότε περισσότερο θαυμασμό τρέφουμε για τα μαρμάρινα δόντια του Σάκη. Κι όσο θα βιώνουμε την ελληνική κουλτούρα ως μια ευσυγκίνητη ελαφράδα τόσο θα βρισκόμαστε χιλιάδες μίλια μακριά από τη «μυθολογία του ωραίου» ενός Δημήτριου Καπετανάκη, που τον αρπάξανε κοψοχρονιά οι θεοί απ’ τα μαλλιά -και τόσο πρόωρα- ώστε να πάψει να μιλάει την αλήθεια.

 

Αναλυτική και εμπεριστατωμένη ανάλυση για το θέμα έχει κάνει ο Γ. Χαμηλάκης
στη «Νοσταλγία για το Όλον» και ένα κρίσιμο απόσπασμα του βιβλίου διαβάζεται εδώ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981 και ζει στην Αθήνα. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.