Ένα ελληνικό μυστήριο στα βάθη του Αρκτικού Κύκλου

Μια συζήτηση της Κλεοπάτρας Χαρίτου με τον σκηνοθέτη Άγγελο Φραντζή με αφορμή τη νέα του ταινία «Ακίνητο Ποτάμι»

 

Ο Άγγελος Φραντζής, με τον ερχομό της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, επέλεξε τον δύσκολο δρόμο. Επέλεξε να ασχοληθεί με το δάσος, καλύπτοντας το δέντρο της ζωής και της γνώσης μέσα, στο πυκνό χιόνι. Το χιόνι όταν λιώσει γίνεται νερό, μα είναι μολυσμένο. Κι έτσι αρχινά η περιπέτεια αναζήτησης λύσεων και απαντήσεων. Ερχόμενος αντιμέτωπος με την ευρύτερη εικόνα, με την ουσία δηλαδή που θέτουν οι δυσκολίες, έδωσε πρόσωπο στους δύο αντιθετικούς προβληματισμούς της λογικής και του συναισθήματος, της επιστήμης και της θρησκείας, της μεταφυσικής και των μαθηματικών, αποφάσισε για πρώτη φορά να ακολουθήσει την κλασσική κινηματογραφική δομή, αφήνοντας τους θεατές ελεύθερους να κοντραριστούν μέσα στα βαριά και λευκά ρώσικα τοπία, με τον διπολισμό της πραγματικότητας και των ηρώων του. Στην πέμπτη του πλέον μεγάλου μήκους ταινία, προσπαθεί με μεθοδευμένη ηρεμία να εξερευνήσει το «δέος απέναντι στο ανεξήγητο».
Το «Ακίνητο Ποτάμι», μια μεγάλη διεθνής συνεργασία της Ελλάδας (Heretic), της Γαλλίας και της Λετονίας, γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στη Ρωσία και τη Λετονία, ενώ οι πρωταγωνιστές Κάτια Γκουλιώνη και Ανδρέας Κωνσταντίνου, στελεχώνονται από ένα διεθνές καστ. Στην ταινία, η ρώσικη γλώσσα επικρατεί ευχάριστα, ενώ συμπληρώνεται από ελληνικά και ελάχιστα αγγλικά.
Οι υπόλοιποι ήχοι ανήκουν στην ήρεμη δύναμη του μουσικού Coti K. που συντροφεύει τις στιγμές της περιπλανώμενης κάμερας μέσα σε βιομηχανικά τοπία, μέσα στα βαριά μπρεζνιεφικά οικοδομήματα του Ρώσικου κονστρουκτιβισμού και των λευκών νεκρών τοπίων. Ευχάριστη σφήνα κι ένα τραγούδι του The Boy.

Γεννήθηκες…
Στην Αθήνα.

Σπούδασες κινηματογράφο;
Ναι, στις Βρυξέλλες.

Σαν βοηθός σκηνοθέτη δούλεψες;
Μόνο μια φορά, με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στο «Βλέμμα του Οδυσσέα».

Στην Ελλάδα τα πράγματα κυλάνε αργά και με εμπόδια. Τι είναι αυτό που βοηθά τους σκηνοθέτες να επιβιώνουν;
Το πείσμα. Πέρα από το ταλέντο και την ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης, το να συνεχίσει ένας σκηνοθέτης να κάνει ταινίες, είτε καλές είτε κακές, είναι πιο πολύ θέμα χαρακτήρα. Κυρίως χρειάζεται επιμονή και πείσμα.

Το οικονομικό κομμάτι παίζει ρόλο; Η πολυπόθητη ανεύρεση χρηματοδότησης…
Τεράστιο. Αλλά πολύ συχνά η οικονομική έλλειψη μπορεί να αποδειχθεί ιδανική κατάσταση για την ευρηματικότητα, τη δημιουργία και τη φαντασία.

Από το «Polaroid» και το «Όνειρο του Σκύλου» στο «Ακίνητο Ποτάμι», διανύεις μια διαδρομή όπου η ροή της έκφρασής σου αλλάζει πορεία. Το χιούμορ σου, που για όσους σε γνωρίζουν αποτελεί βασικό τρόπο αντίστασης, έχει σιωπήσει εδώ και καιρό. Φταίει η κρίση;
Η κρίση αυτή καθ’ αυτή, όχι. Το «Ακίνητο Ποτάμι» όμως γεννήθηκε μέσα στην οικονομική κρίση, η οποία βέβαια με επηρέασε και συναισθηματικά, οδηγώντας σε ένα άλλο επίπεδο τη σκέψη μου, δίχως να αποτρέψει την ανάγκη δημιουργίας. Με επηρέασε κυρίως αυτό το άγνωστο κομμάτι της, το συναίσθημα του ανοίκειου που δημιούργησε. Όλοι ξαφνικά βρεθήκαμε αντιμέτωποι με μία κατάσταση η οποία μας ήταν άγνωστη. Ρωτάγαμε οικονομολόγους να μας εξηγήσουν, διαβάζαμε άρθρα που θα μας βοηθούσαν να αντιμετωπίσουμε αυτή την άγνωστη κατάσταση. Την ίδια εποχή, σε πιο προσωπικό επίπεδο, έμπαινα βαθιά σε μία μακροχρόνια σχέση με την Κάτια, έναν τελείως διαφορετικό άνθρωπο και δεν ήξερα πώς να την αντιμετωπίσω. Αυτή η αβεβαιότητα απέναντι στο μυστήριο και το άγνωστο, με ώθησε να γράψω το «Ακίνητο Ποτάμι», την ιστορία δύο ανθρώπων αντιμέτωπων με την ανασφάλεια που δημιουργεί κάθε ανεξήγητη κατάσταση.

Photo: Κλεοπάτρα Χαρίτου

Και ξύπνησες μια ημέρα και σκέφτηκες ότι θέλεις να κάνεις την ταινία στη Ρωσία. Τρομερά δύσκολο…
Πάρα πολύ! Αντιμετώπισα μεγάλες δυσκολίες και η μία αναβολή ακολουθούσε την άλλη. Αφού όσο κυνηγούσα το «Ακίνητο Ποτάμι», έγραψα και γύρισα το «Σύμπτωμα», αλλά το πείσμα και η επιμονή που λέγαμε πριν δεν πτοήθηκαν, όσες φορές κι αν έφτασα στο σημείο της παραίτησης, μέχρι που τελικά καταφέραμε να βρούμε χρήματα.

Γιατί στη Ρωσία;
Η Ρωσία με ελκύει τρομερά. Από τη λογοτεχνία μέχρι τα τοπία της αλλά και τις έντονες αντιφάσεις της.

Το ρώσικο φως;
Για το γύρισμα της ταινίας αναζητούσαμε ένα ομοιόμορφο, ψυχρό, εξωτερικό φως, αλλά στον Αρκτικό υπάρχουν αρκετές ημέρες ηλιοφάνειας. Ο καιρός εναλλάσσεται συνέχεια. Ο ήλιος βγαίνει, μπαίνει, σύννεφα, ήλιος ξανά, μετά χιονοθύελλα, ξαναβγαίνει ο ήλιος, χιόνι… χαμός. Κι εμείς γυρίζαμε 14 ώρες την ημέρα! Μεγάλη κούραση! Για την αστάθεια αυτή του καιρού χρειάστηκε να δημιουργήσουμε και μία τεχνητή ηλιαχτίδα με γερανό μέσα σε ένα θέρετρο στη Λετονία, στο Brezhnev House, που μάλιστα στέγαζε κάποτε το γραφείο του Μπρέζνιεφ. Κάναμε γύρισμα και μέσα στο γραφείο του.

Πώς σας υποδέχτηκαν οι άνθρωποι, και δη οι Ρώσοι οι οποίοι δεν χρηματοδότησαν τελικά την ταινία, όπως έκαναν στην Ευρώπη;
Οι Ρώσοι έχουν αρκετά ανορθολογική συμπεριφορά. Πας σ’ ένα μέρος και στην αρχή φέρονται με τρομερή αγένεια, μα μέσα σ’ ένα τέταρτο είστε πολύ καλοί φίλοι, πίνετε μαζί και σε φωνάζουν στο σπίτι τους. Είναι λαός των άκρων και των αντιθέσεων. Έχουν μια τρομερή εσωτερική ζεστασιά και γενναιοδωρία αλλά ταυτόχρονα είναι πάρα πολύ κλειστοί, ψυχροί ή απότομοι.

Το άγνωστο λοιπόν που ήταν η οικονομική κρίση, παίρνει στην ταινία σου τη μορφή μίας μυστήριας εγκυμοσύνης. Οι ήρωές σου, αν και ζευγάρι, παίρνουν δύο αντίθετες θέσεις ως προς το αναπάντητο και μυστηριώδες αυτό συμβάν. Από τη μία η θρησκεία και το μεταφυσικό κι από την άλλη ο ορθολογισμός, η επιστήμη.
Η ουσία στην ταινία είναι ότι δύο άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με κάτι που παρουσιάζεται ως μη εξηγήσιμο και προσπαθούν να βρουν μια διέξοδο σωτηρίας. Προσπαθούν και οι δύο να πιαστούν από ένα νόημα. Το νόημα προσφέρεται και από τις δύο μεριές. Το ζευγάρι βρίσκεται ήδη σε κρίση από την αρχή της ταινίας και η σύγκρουση των ηρώων ως δύο διαφορετικά υποκείμενα τους ωθεί στα άκρα προς την αναζήτηση των δρόμων τους, των απαντήσεων όσων αφορά την πραγματικότητα. Το δίπολο αυτό συγκρούεται στην ταινία γιατί η ίδια η πραγματικότητα είναι συγκρουσιακή. Το δίπολο είναι πραγματικό. Η πίστη ως ανάγκη ανεύρεσης απαντήσεων είναι ο κοινός τόπος. Ακόμα και η εμμονική πίστη στον ορθολογισμό είναι κι αυτή μια μορφή πίστης. Κι αντίστοιχα, στο κομμάτι της θρησκείας είναι η πίστη σε ένα θρησκευτικό δόγμα που εξηγεί την πραγματικότητα.

Η επιστήμη δείχνει όμως αρχικά δυσπιστία. Ψάχνει για απτές αποδείξεις. Ξεκινά από τη μη πίστη.
Αυτό είναι μια κατάσταση μέσα στο ζευγάρι. Γιατί τα θέματα της ταινίας είναι από τη μια ο αντίκτυπος που έχει το άγνωστο, η πίστη, η εμπιστοσύνη και πώς αυτά διαρρηγνύονται στη σχέση του ζευγαριού, ενώ από την άλλη ασχολούμαι με το ποιόν δρόμο επιλέγει η κάθε υποκειμενικότητα για να φτιάξει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κατανοήσει το άγνωστο.

Photo: Κλεοπάτρα Χαρίτου

Οι μεταφυσικές απαντήσεις έχουν στερεότητα;
Προφανώς και η θρησκεία δίνει κι αυτή ένα νόημα προσφέροντας ασφάλεια στους ανθρώπους. Δίνει απαντήσεις ως προς τα ξεχωριστά ζητήματα του θανάτου ή της ζωής μετά από αυτόν. Αν μη τι άλλο, παίρνει θέση στην οποία και πιστεύει εμμονικά σε περιπτώσεις.

Πιστεύεις θα υπάρχει πάντα η ανθρώπινη ανάγκη για την ύπαρξη μίας θεϊκής δύναμης;
Όσο τα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης δεν έχουν απάντηση, τόσο θα υπάρχει η ανάγκη του Θείου. Το «Ακίνητο Ποτάμι» σίγουρα διαπραγματεύεται και αυτό το θέμα. Το κοινωνικό πλαίσιο που ορίζει η κάθε θρησκεία διαχειρίζεται και εκμεταλλεύεται μια ανάγκη. Η πραγματική ανάγκη βρίσκεται και εκτός θρησκευτικού πλαισίου, είναι η ανάγκη να ερμηνεύσει κανείς το σύνολο, το όλον. Ο κάθε άνθρωπος αποδίδει τελείως διαφορετικές ερμηνείες του τι είναι ο Θεός, αλλά το σημαντικό είναι η ανθρώπινη ανάγκη να βρίσκεται κάτω από κάτι ανώτερο. Είτε το ονομάσεις όλον, είτε φύση, είτε πραγματικότητα, είτε Θεό, σε κάθε περίπτωση βοηθάει τον άνθρωπο να μην έχει τον εγωισμό που τον κάνει τον μοναδικό υπαίτιο και υπόλογο της μοίρας του.

Οι Ρώσοι είναι τόσο θρήσκοι;
Πάρα πολύ! Η κατεύθυνσή τους είναι εντονότατα θρησκευτική. Το κομμάτι αυτό είχε καταπιεστεί πολύ μέσα στα χρόνια του κομμουνισμού. Ως λαός είχαν από πάντα μεγάλη σχέση με το Θεό, κάτι που το συναντάμε έντονα στη λογοτεχνία τους. Ένας βασικός λόγος που ήθελα να γυρίσω ταινία στη Ρωσία είναι η σχέση τους με το μεγάλο, το δέος απέναντι στο υπερβατικό. Ακόμα και στις πόλεις τους, ο τρόπος που είναι χτισμένες υπό τη γραμμή του Σοβιετικού ρεαλισμού, σε φέρνουν αντιμέτωπο με κάτι τεράστιο, κάτι βαρύ και στιβαρό, επιβλητικό.

Τα τοπία είναι κυρίαρχα. Πως ακολουθεί η φιλμογράφιση το σύμπαν των αντιθέσεων;
Από τη μία έχουμε τα απέραντα εξωτερικά τοπία, ψυχρά και ανοιχτά κι από την άλλη τα εσωτερικά θερμά δωμάτια με πολλά κοντινά. Όμως τα εξωτερικά πλάνα αντιστοιχούν στις δυνάμεις που υπερβαίνουν τον άνθρωπο και για το λόγο αυτό πήγαμε εκεί να γυρίσουμε την ταινία.

Πού ακριβώς έγιναν τα γυρίσματα;
Σε περιοχές στον Αρκτικό στην Ρωσία, σε τρομερά μολυσμένες πόλεις που έχουν φτιαχτεί για τη λειτουργία των εργοστασίων. Πόλεις-εργοστάσια. Βέβαια υπάρχουν και λίγα πλάνα όπου προσθέσαμε το τοπίο της Ρωσίας έξω από τα παράθυρα της Λετονίας γιατί ήθελα τα γραφεία της εταιρείας να έχουν οπτική πρόσβαση προς τα έξω. Μεγάλο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στη Λετονία, αλλά συνολικά πήγαμε σε έξι διαφορετικά locations. Στη Ρίγα της Λετονίας, στο Λατγκάλε στα σύνορα Λετονίας-Ρωσίας, στο Μούρμανσκ της Ρωσίας, στο Λένινγκορσκ, και κλείσαμε με 2 ημέρες γύρισμα στην Αθήνα, καθώς τα νοσοκομεία εκεί δεν είχαν κάποιο ενδιαφέρον.

Η Κάτια Γκουλιώνη σε κάποια στιγμή της ταινίας πρέπει να μπει μέσα στο νερό, κάπου στο πουθενά. Το μόνο που βλέπουμε είναι παχύ χιόνι κι ένα τεχνητό άνοιγμα σε νερό. Ήταν τόσο δύσκολο όσο δείχνει; Υπάρχει κάποιο τρικ;
Απολύτως κανένα. Η Κάτια έκανε μεγάλη και μακροχρόνια προετοιμασία εδώ στην Ελλάδα σε πολλά επίπεδα, και πρώτα απ’ όλα ως χειμερινή κολυμβήτρια. Εκεί έκανε τεστ σε πισίνες με κρύο νερό και βέβαια πλαισιώθηκε στο γύρισμα από γιατρούς και πολλούς ανθρώπους που την περίμεναν με γούνες και όλα τα απαραίτητα, μιας και ο πιο κοντινός εσωτερικός χώρος ήταν πολύ μακριά, γιατί το γύρισμα ήταν πράγματι στην μέση ενός παγωμένου ποταμού. Ελάχιστοι ηθοποιοί θα το τολμούσαν.

Η Κάτια Γκουλιώνη επί το έργον

Η ταινία δηλαδή είναι οργανωμένη σε κάθε λεπτομέρεια.
Είναι ακριβώς το αντίθετο από το «Μέσα στο Δάσος». Εκεί όλα έγιναν με απόλυτο αυθορμητισμό, αν κι εκεί χρειάστηκε μία άλλου είδους πειθαρχία και οργάνωση ώστε να φτάσεις στην απόλυτη ελευθερία. Η προετοιμασία ήταν το πώς θα απαλλαγώ, τόσο εγώ όσο και οι ηθοποιοί, από τις ιδέες, τη λογική και κάθε οργανωμένη κατεύθυνση. Στο «Ακίνητο Ποτάμι» ακολουθώ αντίθετη κατεύθυνση και κάνω μία ταινία με κλασική δομή, οργανώνοντας κάθε λεπτομέρεια στην κίνηση της κάμερας, στο ντεκόρ.

Οι ταινίες σου σε γενικές γραμμές δεν ακολουθούν την κλασική δομή, δίχως επίσης να θεωρούνται και πειραματικός κινηματογράφος. Πού εντάσσονται τα έργα σου;
Από μία άποψη το «Ακίνητο Ποτάμι» είναι η πιο πειραματική ταινία που έχω κάνει γιατί δοκιμάζομαι με την κλασική δραματουργία, κάτι το οποίο για εμένα προσωπικά είναι ένα μυστήριο. Είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που υπάρχει αν καταφέρει να την πετύχει κανείς. Αυτή την ισορροπία πιστεύω ότι την πέτυχαν στην Αμερική οι σκηνοθέτες τη δεκαετία του ’70 -Κόπολα, Σκορτσέζε, Τσιμίνο, Φρίτκιν κλπ-, που από τη μία είχαν εμφανώς όλες τις ευρωπαϊκές επιρροές και μια ματιά άκρως προσωπική, και από την άλλη αγκάλιαζαν την ανάγκη για μια πιο στερεή δραματουργία. Η μεγάλη μας λοιπόν δυσκολία ήταν πως να βρούμε την ελευθερία μέσα στην απόλυτα προβλεπόμενη δομή κι οργάνωση.

Βλέπουμε όμως τις επιρροές σου από τον Αγγελόπουλο και τον Ταρκόφσκυ περισσότερο.
Ενδεχομένως ναι, σε επίπεδο εικαστικό, αλλά δεν πιστεύω ότι χαρακτηρίζουν την ταινία.
Υπάρχουν και οι μη ορατές επιρροές όπως «Η Γυναίκα που έβλεπε τα όνειρα» του
Παναγιωτόπουλου, κάτι το οποίο κατάλαβα αργότερα.

Photo: Κλεοπάτρα Χαρίτου

Σου δημιούργησε κάποιο νέο ερώτημα η διαπραγμάτευσή των θεμάτων μέσα στην ταινία σου;
Ναι, πράγματι. Έχουμε τη λογική αντιμετώπιση ενός προβλήματος της οποίας την ευθύνη αναλαμβάνει ο ήρωας της ταινίας. Υπάρχει δηλαδή ένα μολυσμένο ποτάμι και η λύση που προσφέρεται -κάτι το οποίο ψάξαμε αρκετά ρωτώντας αρκετούς περιβαλλοντολόγους- είναι η εκτροπή του ποταμού ώστε να μην μολυνθεί ολόκληρη η πόλη. Αυτή όμως η απόλυτα ορθολογική και συμβατή λύση, έρχεται στην ταινία σε σύγκρουση με μια εμμονική πίστη ως προς την ιερότητα του νερού. Μπορεί αυτό το δίκαιο να επιβληθεί πάνω σ’ έναν κόσμο ερήμην του;

Η ταινία είναι ιδωμένη αρκετά και από τη γυναικεία πλευρά με δίκαιο και λυτρωτικό τρόπο. Σπάει τη στερεοτυπική ενοχή δίχως θόρυβο και περιττά λόγια.
Σε αυτό, νομίζω βοήθησε πολύ η Κάτια. Όχι μόνο σε επίπεδο ερμηνείας και συμβολής στη διαμόρφωση του ρόλου, άλλα και σε μια προσωπική διαμόρφωση δική μου σαν άνθρωπος. Στο δικό μου άνοιγμα. Χωρίς την Κάτια, η ματιά μου στην γυναίκα θα ήταν λειψή.

Η φύση λοιπόν είναι μια δύναμη, ένα είδος θεού που δύναται να ενώσει τους ήρωές σου ή να τους χωρίσει. Τι ρόλο παίζει αυτό το αδάμαστο αλλά εν τέλει μολυσμένο, άρρωστο λευκό τοπίο;
Το λευκό τοπίο παίζει τον ρόλο του άγραφου χαρτιού, του κενού που πρέπει να γεμίσει. Του κενού περιεχομένου νοήματος που πρέπει να πλαισιωθεί. Ταυτόχρονα το λευκό χιόνι παραπέμπει στην αγνότητα και την παρθενία, οπότε είναι ένα στοιχείο πολύσημο χωρίς μία και μοναδική ερμηνεία. Όπως βέβαια και το νερό που είναι ένα επίσης πολύ βασικό στοιχείο στην ταινία.

Μετά από αυτή τη δραματική ταινία, τι σκέφτεσαι;
Έχω ανάγκη το χιούμορ, οπότε δουλεύω μία κωμωδία για τη μετά θάνατο ζωή βασισμένη στη Θιβετιανή Βίβλο των νεκρών με έναν υπόγειο τρόπο.

Όταν πήζει το μυαλό πού σου αρέσει να πηγαίνεις μέσα στην πόλη για να ξεσκάσεις;
Στον Λυκαβηττό. Να βλέπω την πόλη από ψηλά και να συνειδητοποιώ την ασημαντότητα μου.

Το «Ακίνητο Ποτάμι» βγαίνει 21 Μαρτίου στους ελληνικούς κινηματογράφους από τη Danaos Films
ενώ θα προβληθεί πανευρωπαϊκά από την πλατφόρμα HBO Europe

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Κλεοπάτρα Χαρίτου
Γεννήθηκα στην Αθήνα. Σπούδασα Φωτογραφία και Επικοινωνία σε Ευρώπη και Αμερική. Ίσως με γνωρίζετε από την ατομική μου έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με θέμα “Τα Προσφυγικά της Λ. Αλεξάνδρας”. Έχω εργαστεί ως φωτογράφος πλατό επί 20 συναπτά έτη δίπλα σε γνωστούς σκηνοθέτες.