Ικανοποιώντας την εμμονή μου να ξεφυλλίζω ψηφιοποιημένες εφημερίδες αλλοτινών εποχών έπεσα πάνω σε μια είδηση που δεν ήθελα να την αφήσω σε κατάσταση αφάνειας. Και δεν ήθελα να την προσπεράσω όχι γιατί μου φάνηκε τόσο σημαντική όσο γιατί την ταυτοποίησα, αυθαίρετα ομολογώ, με αυτό που ο Μπένγιαμιν κατονόμασε ως πολύτιμο «σκουπίδι της ιστορίας». Δεν ήθελα να την προσπεράσω διότι μου έμοιασε με ένα θραύσμα ιστορικής εμπειρίας, το οποίο αν και μοιάζει άνευ σημασίας, ενδεχομένως να ήταν ταιριαστό στο ιστοριογραφικό κολάζ του γερμανού στοχαστή για την «προϊστορία της νεωτερικότητας», μιας και ως γεγονός είναι ικανό να συμπυκνώσει μέσα του σε «σμικρογραφία το όλον».

Σύμφωνα με την είδηση, τον Φλεβάρη του 1919 κυκλοφορεί στην Αθήνα μια «Προκήρυξη» που υπογράφεται από μια «Προσωρινή Επιτροπή». Το περιεχόμενό της αφορούσε το λεγόμενο «βιδάνιο» των οινοπωλών, δηλαδή την πράξη τους να ρίχνουν στα κρυφά τα υπολείμματα κρασιού από τα ποτήρια των αποχωρησάντων πελατών πίσω στο βαρέλι ώστε να τα επαναχρησιμοποιούν. Η «Προκήρυξη» δεν δημοσιεύεται ολόκληρη στην εφημερίδα αλλά αποκαλύπτονται σε μας αρκετά κομμάτια της λόγω του σχολιασμού που κάνει ο δημοσιογράφος. Ιδού μερικά:

«Μια κακή συνήθεια -γράφει η προκήρυξις- επικρατεί στην Αθήνα όπου και αν πας να πιης κρασί. Ο ταβερνιάρης μαζεύει τα βιδάνια και αν τον ρωτήσεις τι θα κάμη αυτά τα αποπίματα, τα οποία αφίνουν και φθισικοί και άλλοι πάσχοντες άλλες κολλητικές αρρώστιες, σου λέει ότι τα… πουλάει στα σπίτια! Ή ότι τα κάνει ξύδι…»

Το ζήτημα δεν είνε ασήμαντον. Εάν δεν συχνάζομεν εμείς τα κρασοπούλια, πηγαίνει εκεί πολύς κοσμάκης, όχι για να μεθύση, αλλά για να γευματίση οικονομικά. Και ο κόσμος ακόμη των κουτσοπινόντων δεν είναι ανάξιος ενδιαφέροντος. Γεννάται όμως μια απορία. Εξακολουθούν να αφίνουν βιδάνια οι κρασοπατέρες ακόμη και τώρα που πληρώνουν την παληορετσίνα μία και σαράντα την οκά;…

Κατόπιν τούτων, η προκήρυξις επικαλείται την αλληλεγγύην των κρασήδων για την αμοιβαίαν ασφάλειαν. «Θέλετε -λέγει- να έχετε την πεποίθησιν ότι θα πιήτε καθαρό κρασί όπου και αν πάτε; Χύνετε τα βιδάνια». Πολύ σωστά. Όταν όλοι χύνουν τα βιδάνια, κατ’ ανάγκην ο κρασοπώλης θα πιάνη κρασί απ’ ευθείας από το βαρέλι. Και συνιστά η προκήρυξις και στην Αστυνομία να επιβάλη εις τους κρασοπώλας να αναρτήσουν και επιγραφάς που να συνιστούν στους πίνοντες «χύνετε τα βιδάνια», όπως εκείνας που συνιστούν «μην πτύετε κατά γης»…

Δεν γνωρίζω ποιοι ετύπωσαν αυτήν την προκήρυξιν. Υπογράφεται μια «Προσωρινή Επιτροπή». Όποιοι όμως και αν είνε, είνε άξιοι συγχαρητηρίων και πρέπει να πάρουν αυτό το έργο στα σοβαρά και να κάμουν προπαγάνδα τοιαύτην με προκηρύξεις, διαλέξεις, υπομνήματα προς τας Αρχάς και ερασιτεχνικά αστυνομικά καθήκοντα.

ΤΙΜ. ΣΤΑΘ.
Εφημερίδα «Έθνος», 14 Φλεβάρη 1919

Το είπα ήδη, η είδηση δεν είναι σημαντική. Είναι όμως σχεδόν εκπληκτική όσον αφορά την λειτουργία του εμπορεύματος ως μια «αυταπάτη της συλλογικής ουτοπικής φαντασίωσης», ακόμη κι αν μιλάμε με πιο πραγματολογικούς όρους καθότι το εμπόρευμα εδώ αποσκοπεί με τρόπο ρεαλιστικό στην μέθη ή καλύτερα σε μια «προϊστορία του παραδείσου». Τα συγκεκριμένα οινοπωλεία  μπορούν να γίνουν αντιληπτά ως τα ερείπια της εμπορευματοποιημένης κοινωνίας και ταυτόχρονα να αποτελέσουν μια ιδανική πρώτη ύλη για το μπενγιαμινικό μοντάζ. Αναρωτιέμαι βέβαια αν έχει εκλείψει όντως το φαινόμενο στα  μπαρ, στα κέντρα διασκέδασης ή στα ταβερνεία των ημερών μας ή η ύπαρξη των νοθευμένων ποτών που επικρατεί σε πολλά από αυτά θα μπορούσε να συνηγορήσει περί της παντοτινής «ύπαρξης του παλιού μέσα στο νεωτερικό» και να επιβεβαιώσει την λεγόμενη «Κόλαση της επανάληψης».

Σε κάθε περίπτωση, η τότε διαμαρτυρία των θαμώνων στα αθηναϊκά κρασοπωλεία για τα βιδάνια καταδεικνύει αστραπιαία το κλίμα που επικρατούσε σε μια ελληνική πραγματικότητα που προετοιμάζεται για τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919-1922) και ίσως η πράξη τους να μπορούσε να γίνει κατανοητή ως ένα στιγμιαίο «ξύπνημα από το όνειρο» ή να ιδωθεί ως ένας επιμέρους «αστερισμός» διαφυγής από την φαντασμαγορία του εμπορεύματος.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981 και ζει στην Αθήνα. Ο «Ούτις» είναι ο προσωπικός του Θεός.