16.06.19

ΕΚΛΟΓΕΣ

ΛΟΙΠΟΝ, ΤΙ ΘΑ ΨΗΦΙΣΟΥΜΕ;

11 συντάκτες μας απαντούν στο κρίσιμο ερώτημα

γιώργος δομιανός

 

ψηφίζω να ‘ναι καλοκαίρι
και τα μαλλιά σου βρεγμένα πάνω μου

ή έστω
ένα σούρουπο μαΐου
με αυτοδύναμη αδυναμία στο δέρμα σου

 


 

Κίμωνας Θεοδώρου 

Ψηφίζω έναν φανταστικό δήμαρχο που θα μας απαλλάξει από τους μύθους. Και αυτό με αφορμή το μυθιστόρημα «Ποιος σκότωσε το Μόμπυ Ντικ;» της Ευγενίας Φακίνου. Το διάβασα πριν από πολλά χρόνια και δεν κατάφερα να το βρω στη βιβλιοθήκη μου για να μεταφέρω ένα απόσπασμα. Εν ολίγοις και αν τα θυμάμαι καλά, ένας συγγραφέας καλείται από τις τοπικές αρχές μιας επαρχιακής πόλης που δεν έχει ιστορία, ερείπια και λαϊκή παράδοση να κάνει τη δουλειά του: να γράψει ψέματα. Ελπίζουν σε ένα θαύμα: στην επινόηση ιστορίας και μύθων που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας μέσω του πολιτισμού. Η προσέλκυση επισκεπτών θα επισφραγίσει την οικονομική βιωσιμότητα του τόπου. Όμως, κάτι δεν πάει καλά με αυτό, ε; Ή μήπως κάτι παραπάει; Δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα γίνεται; Πολίτευμα χωρίς σκλάβους; Ποδόσφαιρο δίχως οπαδούς; Και έστω, εγώ χωρίς εμένα; Ψηφίζω όχι στην απομάγευση, ναι στην απομυθοποίηση.

 


 


Τόνια Κοβαλένκο

Σε μια ενδόμυχη κάλπη ψηφίζω σταθερά
να κλέψουμε το Volvo απ’ την άλλη άκρη του δρόμου
να φύγουμε μαζί μέχρι το τέλος του κόσμου


 

Βασίλης Κουντζάκης

Σ’ αυτή την εκλογική αναμέτρηση στηρίζω τον αγαπημένο μου Γιάννη Βαρβέρη και το «συνδικάτο των τύψεων». Η πολιτική μου αγωνία συνοψίζεται στο ποίημα που ακολουθεί.

Ιωάννης της Κλίμακος, Ι

Είμαι ανεβασμένος πάνω σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από το φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα˙
αλλά πάνω στη σκάλα
σαν να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ’ ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.

(Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος, 2009)


 

Ελένη Παπαδημητρίου

Ψηφίζω Νικανόρ Πάρρα δαγκωτό. Το πρόγραμμά του είναι μόνο αλήθειες – βγαλμένο απ’τη ζωή.
«Σχετικά με το δίκανο, σας υπενθυμίζω η ψυχή είναι αθάνατη.»
Tην κάνη την βλέπω. Ανασαίνει στο πρόσωπό μου. Προσδοκώ αθανασία ψυχών.

 


 

Σαμσών Ρακάς

Νομίζω ναι, θα ήθελα τον Θωμά Γκόρπα να με εκπροσωπεί, θα τον έστελνα μετά χαράς στην ευρωβουλή. Εκείνος θα έβγαζε τα ουζάκια του στα έδρανα, θα αράδιαζε τα μεζεδάκια του δίπλα στους ατσαλάκωτους, και θα τους ισοπέδωνε όλους με τον λαϊκό υπαρξισμό του. Αλλά δεν θα το κάνω. Δεν μου φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος να τον τρέχω στις Βρυξέλλες. Και επειδή δεν θέλω να ταλαιπωρήσω κανέναν με όλο αυτό το ευρωπαϊκό αλισβερίσι, προτιμώ να στείλω κάποιον που δεν θα το πάρει προσωπικά, γιατί δεν ξέρει καν τι θα πει Ευρωπαϊκή Ένωση, έναν ανώνυμο δημιουργό, εκείνο το φάντασμα που έγραψε κάποτε, κάποιο περασμένο κάποτε, τους εξής στίχους:

«Να πέθαινα και να ‘βρεχε ν’ αργήσουν να με θάψουν.
Να ξύπναγα και να ‘βλεπα ποια μάτια θα με κλάψουν.
Ν ‘βλεπα την αγάπη μου πώς θα της παν τα μαύρα
να ιδώ αν θα ταιριάζανε με της καρδιάς τη λάβρα»

Το κάποτε αυτό, το ονομάσαμε παράδοση. Και το σκοτώσαμε. Για μιαν αβάσταχτη ελαφρότητα του Μαραβέγια. Με τον ίδιο τρόπο, ελπίζω σύντομα να έλθει η εποχή, που η δημοκρατία των ψηφοδελτίων, σαν κάθετα μενού με ανθρώπους, θα ανήκουν στη σφαίρα της σκοτεινής παράδοσης του αλαζονικού είδους μας. Εύχομαι ο πυρετός της προπαγάνδας, τα σάλια των διαφημιστών, οι στύσεις των δημοσκόπων, ο εκβιασμός των ψηφοφόρων, εγώ ο ίδιος, εύχομαι όλα τους να ανήκουν στη σφαίρα ενός προϊστορικού φολκλόρ.

Ψήφο, λοιπόν, στης καρδιάς τη λάβρα. Και ζήτω το ταράκουλο.

 


 

Σοφοκλής Ρόκος

Το εκλογικό μου σώμα

Η μύτη μου ψήφισε στις εκλογές το Γιάννη. Το στόμα μου διαφοροποιήθηκε και έδωσε την ψήφο του στο Δημήτρη. Λαιμός, πλάτη και χέρια δαγκωτό το έριξαν στη Δήμητρα. Τα πόδια κι ο κορμός ήταν πάντα φανατικοί οπαδοί του Κώστα. Στήθος και γεννητικά όργανα ψήφισαν Νίκο και μάλιστα έδωσαν και έναν παθιασμένο εκλογικό αγώνα να πείσουν και τα υπόλοιπα μέλη, διεκδικώντας την πλειοψηφία και κατά συνέπεια και την αυτοδυναμία και την άνοδο στην εξουσία. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν αρχικά μια τεράστια ψαλίδα ανάμεσα στο άνω μέρος του σώματος και στο κάτω μέρος η οποία όμως σιγά- σιγά φαινόταν να μειώνεται, όσο πλησίαζε η μέρα των εκλογών. Σε αυτό φαίνεται να συνέβαλε καθοριστικά η συμμαχία στήθους και γεννητικών οργάνων που διακήρυξαν το μήνυμα της ενότητας, μήπως και αποφασίσω τελικά με ποιον ερωτικό σύντροφο θα καταλήξω.

 


 

Σοφία Σούπαρη

Πάντα στον γκρεμό αυτής της σχισμής, ψιθυρίζω την Οκτάνα, ευλαβικά, όπως το Πάτερ Υμών οι πιστοί.

«Όχι, δεν θα κτισθή η Νέα Πόλις έτσι· μα θα κτισθή απ’ όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι, έχοντες εξαντλήσει τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το αστράπτον φως της αντισοφιστείας —τουτέστι το φως της άνευ δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας— παύσουν στα αίματα και στα βαριά αμαρτήματα χέρια και πόδια να βυθίζουν, και αφήσουν μέσα στις ψυχές των, με οίστρον καταφάσεως, όλα τα δένδρα της Εδέμ, με πλήρεις καρπούς και δίχως όφεις —μά τον Θεό, ή τους Θεούς— τελείως ελεύθερα ν’ ανθίσουν.

Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν), σας λέγω την αλήθειαν. Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης, μα δεν θα ονομασθή
Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Υόρκη, αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή Οκτάνα.»

[πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, Ίκαρος, Αθήνα 1980, σ. 75-79]

Υ.γ. φωτό Λισσαβώνα, 1998 Σ.Σ.


 

Νέφη Συννεφίου

Ψηφίζω για δήμαρχο της καρδιάς μου τον Τομ Ρόμπινς, αν θα μπορούσα ποτέ να τον πείσω να αποχωριστεί το αγαπημένο του Σηάτλ και να μετατρέψει το δημοτικό συμβούλιο σε συμπόσιο του Πλάτωνα.
Λέει ο αγαπημένος Τομ στο «άρωμα του ονείρου»:
«Τι είναι η πολιτική, τελικά αν όχι η επιβολή της ιδιοκτησίας και η λήψη αποφάσεων από τους λίγους για τους πολλούς; Η ελευθερία, το ακριβώς αντίθετο της κυριότητας και του ελέγχου, δεν απορρέει από την πολιτική δράση, τις κάλπες ή τα οδοφράγματα, αλλά ανθίζει μέσα από τη δική μας στάση και νοοτροπία. Εάν κάτι μπορεί να γεννήσει την ελευθερία αυτό είναι η ελαφρότητα. Αν ο πολιτισμός πρόκειται να μετατραπεί σε οτιδήποτε περισσότερο από μια πομπώδη χύμα, από ένα κουτάκι αποσμητικού στο σκατόσπιτο της ύπαρξης, αυτό θα είναι η ενασχόληση των ανθρώπων με τη μαγεία και την ποίηση. Η ανθρωπότητα προχώρησε, όσο προχώρησε, όχι τις στιγμές που ήταν νηφάλια, υπεύθυνη και προσεκτική, αλλά όταν ήταν παιχνιδιάρα, επαναστατική κι ανώριμη.»
Και συμπληρώνει στις καουμπόισσες:
«Πιστεύω στις πολιτικές λύσεις των πολιτικών προβλημάτων. Όμως, τα σημαντικά προβλήματα του ανθρώπου δεν είναι πολιτικά, είναι φιλοσοφικά. Μέχρι οι άνθρωποι να μπορέσουν να λύσουν τα φιλοσοφικά τους προβλήματα, είναι καταδικασμένοι να λύνουν τα πολιτικά ξανά και ξανά σε μια σκληρή και βαρετή επανάληψη.»
Βέβαια, παρότι θα ήθελα σαν τρελή να τον ακούω να φιλοσοφεί, καλό θα ήταν να είχε και έναν/μία αντιδήμαρχο επιφορτισμένο/-η με την αποκομιδή των σκουπιδιών. Την Marie Kondo ας πούμε.

 


 

Χαρίλαος Τρουβάς

Αντ` εμού, τα εγώ μου

Σα νορμάλ έφηβος κι εγώ, ήθελα να πεθάνω. Ιδίως άμα μεγαλώνεις σε χωριό, νιώθεις πιο κοντά το θάνατο. Και με λίγες ψιχάλες, το χώμα νοτίζει και μοσκοβολάει σα φρεσκοσκαμμένος τάφος. Σ` εκείνη την ηλικία λοιπόν, κάποιος άνεμος έφερε στ` αυτιά μου το «Άξιον Εστί» του Θεοδωράκη. Η κασέτα παίζει. «Γένεσις.» Τα πνευστά οργιάζουν. Χάος. Το δικό μου χάος. Σε λίγα δευτερόλεπτα το σαντούρι τού Διακογιώργη επιβάλλει την αρμονία – τη μουσική αρμονία; τη συμπαντική αρμονία; Τη δική μου. Μπαίνει μετά κι η φωνή του ψάλτη και η «Γένεσις» γίνεται για μένα Αναγένεσις.
Δεν ήταν απλά το εφηβικό μου ίνδαλμα ο Μίκης. Υπήρξε το πιο ισχυρό εγώ μου. Χάρη σ` αυτόν διάβασα, έγραψα, άκουσα μουσική, ξανάπαιξα μουσική, έγραψα μουσική – ένιωσα επιτέλους πως η μουσική δεν είναι μάθημα αλλά παιχνίδι. Ο ίδιος άνεμος που μου `φερε το «Άξιον Εστί», δυο – τρία χρόνια μετά μ` έφερε φοιτητή στην Αθήνα. 18 Σεπτεμβρίου 1995, Καλλιμάρμαρο, «70 χρόνια Μίκης Θεοδωράκης». Την επόμενη δεκαετία ο Μίκης έκανε ένα ριμέικ του εαυτού του – κι εγώ ξωπίσω του. Τι «Κάντο Χενεράλ», τι «Ήλιοι και Χρόνοι», τι «Καταστάσεις Πολιορκίας», τι «Τρίτες Συμφωνίες» – όλα τα `ζησα.
Το `99, θυμάμαι, στο Σύνταγμα, στη συναυλία – διαμαρτυρία για τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς, είχα πιάσει στασίδι μπροστά στη σκηνή από τις 5 τ` απόγεμα, ώστε να βρίσκομαι σε απόσταση αναπνοής όταν στις 10 θα `βγαινε να διευθύνει τη Φαραντούρη. Ρίγος. Σκεφτόμουν εκείνες τις ώρες τον Αντρέα Παπαντρέου και πώς παραληρούσαν στις συγκεντρώσεις του οι Πασοκτζήδες το `80. Μα συγκρίνονται; Τι τους έδινε ο μεγάλος φαφλατάς κι αλάλαζαν έτσι; Εμένα ο Μίκης μού έδωσε το εγώ του – μου έφτιαξε το δικό μου εγώ.
Σ` όλη την πολιτική ζωή μου, η ψήφος μου πάει στ` αριστερά έδρανα ή πουθενά. Μα ποτέ δεν ένιωσα ότι κάποιος μ` εκπροσωπεί. Ποτέ δεν ένιωσα πως κάποιος απ` όσους ψήφισα μιλούσε ή έπραττε αντ` εμού. Υπέρ εμού, ίσως. Αντ` εμού, ποτέ. Η εκπροσώπηση απέμεινε για μένα άλλη μια κενή έννοια του Συνταγματικού Δικαίου.
Στις δικές μου εκλογές όμως ψηφίζω τα πραγματικά εγώ μου. Από πεθαμένους, Μάνο Χατζιδάκι, Άκη Πάνου, Λάκη Καραλή, Παντελή Παντελίδη, Μιχάλη Κατσαρό, Γιώργο Ιωάννου – και φυσικά τον τρανό Καβάφη. Από ζωντανούς, ψηφίζω Γιώργο Χρονά, Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο, Δημήτρη Δημητριάδη, Π. Ε. Δημητριάδη (α, τώρα που έπιασα τους Δημητριάδηδες, να βάλω και τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη – Ντίνο Χριστιανόπουλο), Θανάση Παπακωνσταντίνου, κι άλλους. Από γυναίκες, μία, που αξίζει για χίλιες: δαγκωτό Γλυκερία Μπασδέκη. (Κυρία, πώς σας παν οι Βρυξελλίτσες!) Από φίλους, ψηφίζω Σαμσών Ρακά, γιατί κάθε γενιά βγάζει εκατοντάδες ποιηματογράφους μα ελάχιστους ποιητές – ή έναν-, και Γιάννη Μακριδάκη, γιατί μετά το «Τρίτο Στεφάνι», το επόμενο μεγάλο μυθιστόρημα είναι ο «Ήλιος με δόντια» – τέτοια κείμενα κάθε μισόν αιώνα δίνονται, το` χω χρονομετρήσει.
Αυτοί και τέτοιοι άνθρωποι γράφουν, μιλούν, πράττουν αντ` εμού, μπορούν να μ` εκ-προσωπήσουν, να με βγάλουν δηλαδή απ` το δικό μου πρόσωπο και να με βάλουν στο δικό τους. Εδώ η εκπροσώπηση δεν είναι τζούφια συνταγματική έννοια∙ είναι ταύτιση.
Πάντως αυτό τον καιρό ψηφίζω Θανάση Τριαρίδη. Έχω πέσει με τα μούτρα στα κείμενά του και νιώθω να μου απαυτώνει τον εγκέφαλο. Τριαρίδης λοιπόν.
ΥΓ. Σε διάφορες «πολιτικές» κουβέντες των ημερών, ρωτάω τους συνομιλητές μου: «Να σε ρωτήσω- μεταξύ μας τώρα, ε; – : πιστεύεις στην αστική δημοκρατία;». Όλοι ξεφυσάνε.

 


 

Κλεοπάτρα Χαρίτου

Το 2017 έφτασε στην Αθήνα η Liz Magic Laser για να πραγματοποιήσουμε μαζί το «Primal Speech», ένα έργο που είχε μόλις προβληθεί στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ν. Υόρκης και θα το δουλεύαμε εκ νέου στην Αθήνα στα πλαίσια της Documenta 14.
Το «Primal Speech» αναδεικνύει στην ουσία το ερώτημα: «Γιατί ψηφίζουμε αυτούς που ψηφίζουμε;».
Μέσα από την καθοδήγηση μίας ψυχοθεραπεύτριας, μία μικρή ομάδα ψηφοφόρων συνδέει υποσυνείδητα κάποια σοβαρά βιωματικά τραύματα με την εκλογική ψήφο.

Όσον αφορά τη συμμετοχή μου, εστίαζα στην έννοια του πάρκου και συγκεκριμένα στο Πεδίον του Άρεως. Τη νεκρόπολη.
Εστίαζα στην παιδεραστία των ασυνόδευτων προσφυγόπουλων και τη διακίνηση της κοκαΐνης των φτωχών μέσα στο πάρκο.
Ήταν η εποχή που το Survivor θέριζε στα ΜΜΕ μετά την κωλοτούμπα του Τσίπρα στο δημοψήφισμα, ο Π. Καμμένος έδινε στο ανήλικο παιδί του για μια γραβάτα γεμάτη πέη, και η δίκη του Noor σκεπαζόταν από τη θερινή ραστώνη. Ήθελα παράλληλα να διοργανώσω ένα drug Survivor, με δύο παραλίες* μία στο Πεδίον του Άρεως και το Green Park (trend in revival), και την άλλη στην Πανεπιστημίου. Θα συμμετείχαν πολιτικοί και Noorίστες. Το έπαθλο θα πήγαινε σ’ αυτόν που θα πέθαινε τελευταίος. Άπαντες θα σιτίζονταν μόνο με σίσα. Αν επιθυμούσαν ρύζι, θα έπρεπε να γίνουν ανθρωποφάγοι και να γλείψουν on camera τα κόκκαλα και τις σάρκες των ζόμπι που ζούσαν μέσα στο πάρκο. Δέκα εκατομμύρια ήταν το έπαθλο. Την παραγωγή θα την έδινα στην Περιφέρεια για ένα θεαματικά πύρινο αποτέλεσμα. Οι βάρδιες θα παίζονταν σε ρώσικη ρουλέτα. Το πόστο για τον σχεδιασμό και την κατασκευή των σκηνικών θα τον έπαιρνε η ΓΑΔΑ αφού βρίσκεται κοντά στο πάρκο ώστε να μην κουράζονταν τα παλικάρια στο κουβάλημα. Παρουσιαστής θα ήταν ο Δήμαρχος. Ο Καμμένος ή ο Μαρινάκης ταίριαζαν φίνα στο ρόλο του σκυλο-ράπερ Μπο. Θα τα σπάγανε πιστεύω και οι δύο. Στάνταρ το ρόλο του Ντάνου θα έπαιρνε όποιος σταυροκοπιόταν όλη μέρα.
Τέλος, θα υπήρχε και μονομαχία Ελλάδας-Τουρκίας (το μόνο που πραγματώθηκε!).

ΥΓ: Το έργο «Primal Speech» κόπηκε μία εβδομάδα πριν την προβολή του, ενώ η Liz Magic Laser έμεινε στην Αθήνα μόλις δύο βράδυα. Έφυγε άρον άρον και πίσω δεν ξανακοίταξε.
Έκτοτε συνειδητοποίησα ότι η ψήφος ενδεχομένως είναι ο μοναδικός ιδιωτικός χώρος, ακόμα κι αν είναι τα ψυχικά τραύματα αυτά που παίρνουν τις αποφάσεις.
(http://www.lizmagiclaser.com)

 


 

ΕΚΛΟΓΕΣ

ΛΟΙΠΟΝ, ΤΙ ΘΑ ΨΗΦΙΣΟΥΜΕ;

11 συντάκτες μας απαντούν στο κρίσιμο ερώτημα

γιώργος δομιανός

 

ψηφίζω να ‘ναι καλοκαίρι
και τα μαλλιά σου βρεγμένα πάνω μου

ή έστω
ένα σούρουπο μαΐου
με αυτοδύναμη αδυναμία στο δέρμα σου

 


 

Κίμωνας Θεοδώρου 

Ψηφίζω έναν φανταστικό δήμαρχο που θα μας απαλλάξει από τους μύθους. Και αυτό με αφορμή το μυθιστόρημα «Ποιος σκότωσε το Μόμπυ Ντικ;» της Ευγενίας Φακίνου. Το διάβασα πριν από πολλά χρόνια και δεν κατάφερα να το βρω στη βιβλιοθήκη μου για να μεταφέρω ένα απόσπασμα. Εν ολίγοις και αν τα θυμάμαι καλά, ένας συγγραφέας καλείται από τις τοπικές αρχές μιας επαρχιακής πόλης που δεν έχει ιστορία, ερείπια και λαϊκή παράδοση να κάνει τη δουλειά του: να γράψει ψέματα. Ελπίζουν σε ένα θαύμα: στην επινόηση ιστορίας και μύθων που θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας μέσω του πολιτισμού. Η προσέλκυση επισκεπτών θα επισφραγίσει την οικονομική βιωσιμότητα του τόπου. Όμως, κάτι δεν πάει καλά με αυτό, ε; Ή μήπως κάτι παραπάει; Δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα γίνεται; Πολίτευμα χωρίς σκλάβους; Ποδόσφαιρο δίχως οπαδούς; Και έστω, εγώ χωρίς εμένα; Ψηφίζω όχι στην απομάγευση, ναι στην απομυθοποίηση.

 


 


Τόνια Κοβαλένκο

Σε μια ενδόμυχη κάλπη ψηφίζω σταθερά
να κλέψουμε το Volvo απ’ την άλλη άκρη του δρόμου
να φύγουμε μαζί μέχρι το τέλος του κόσμου


 

Βασίλης Κουντζάκης

Σ’ αυτή την εκλογική αναμέτρηση στηρίζω τον αγαπημένο μου Γιάννη Βαρβέρη και το «συνδικάτο των τύψεων». Η πολιτική μου αγωνία συνοψίζεται στο ποίημα που ακολουθεί.

Ιωάννης της Κλίμακος, Ι

Είμαι ανεβασμένος πάνω σε μια σκάλα
και κοιτώ τον κόσμο
πίσω από το φράχτη.
Σκοπεύω για τους συνανθρώπους μου
τούτης της όχθης
της άλλης να φωτογραφίσω τα μεράκια
ό,τι κινείται δηλαδή με σχετική ζωηράδα:
καΐκια φευγαλέα φώτα γιορτών πλοίων
σεκλέτια αφραγκίες και μεζεκλίκια
ανθρώπους αξεδιάλυτους των μπαρ
τους ίδιους καθώς τρέχουν να κρυφτούν
σε υπόστεγα θυέλλης κηδειών γάμων
πολιτικής αντάρας
κι άλλα
της οπτασίας
της Ιστορίας
τρεχάτα γεγονότα˙
αλλά πάνω στη σκάλα
σαν να τα βλέπω τώρα επί ματαίω
τρέμουν τα γόνατα
και πρέπει να κατέβω
μ’ ένα μονάχα δίλημμα:
ήταν η σκάλα μου ασταθής
ή οι εικόνες άστατες
και δεν φωτογραφίζονται.

(Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος, 2009)


 

Ελένη Παπαδημητρίου

Ψηφίζω Νικανόρ Πάρρα δαγκωτό. Το πρόγραμμά του είναι μόνο αλήθειες – βγαλμένο απ’τη ζωή.
«Σχετικά με το δίκανο, σας υπενθυμίζω η ψυχή είναι αθάνατη.»
Tην κάνη την βλέπω. Ανασαίνει στο πρόσωπό μου. Προσδοκώ αθανασία ψυχών.

 


 

Σαμσών Ρακάς

Νομίζω ναι, θα ήθελα τον Θωμά Γκόρπα να με εκπροσωπεί, θα τον έστελνα μετά χαράς στην ευρωβουλή. Εκείνος θα έβγαζε τα ουζάκια του στα έδρανα, θα αράδιαζε τα μεζεδάκια του δίπλα στους ατσαλάκωτους, και θα τους ισοπέδωνε όλους με τον λαϊκό υπαρξισμό του. Αλλά δεν θα το κάνω. Δεν μου φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος να τον τρέχω στις Βρυξέλλες. Και επειδή δεν θέλω να ταλαιπωρήσω κανέναν με όλο αυτό το ευρωπαϊκό αλισβερίσι, προτιμώ να στείλω κάποιον που δεν θα το πάρει προσωπικά, γιατί δεν ξέρει καν τι θα πει Ευρωπαϊκή Ένωση, έναν ανώνυμο δημιουργό, εκείνο το φάντασμα που έγραψε κάποτε, κάποιο περασμένο κάποτε, τους εξής στίχους:

«Να πέθαινα και να ‘βρεχε ν’ αργήσουν να με θάψουν.
Να ξύπναγα και να ‘βλεπα ποια μάτια θα με κλάψουν.
Ν ‘βλεπα την αγάπη μου πώς θα της παν τα μαύρα
να ιδώ αν θα ταιριάζανε με της καρδιάς τη λάβρα»

Το κάποτε αυτό, το ονομάσαμε παράδοση. Και το σκοτώσαμε. Για μιαν αβάσταχτη ελαφρότητα του Μαραβέγια. Με τον ίδιο τρόπο, ελπίζω σύντομα να έλθει η εποχή, που η δημοκρατία των ψηφοδελτίων, σαν κάθετα μενού με ανθρώπους, θα ανήκουν στη σφαίρα της σκοτεινής παράδοσης του αλαζονικού είδους μας. Εύχομαι ο πυρετός της προπαγάνδας, τα σάλια των διαφημιστών, οι στύσεις των δημοσκόπων, ο εκβιασμός των ψηφοφόρων, εγώ ο ίδιος, εύχομαι όλα τους να ανήκουν στη σφαίρα ενός προϊστορικού φολκλόρ.

Ψήφο, λοιπόν, στης καρδιάς τη λάβρα. Και ζήτω το ταράκουλο.

 


 

Σοφοκλής Ρόκος

Το εκλογικό μου σώμα

Η μύτη μου ψήφισε στις εκλογές το Γιάννη. Το στόμα μου διαφοροποιήθηκε και έδωσε την ψήφο του στο Δημήτρη. Λαιμός, πλάτη και χέρια δαγκωτό το έριξαν στη Δήμητρα. Τα πόδια κι ο κορμός ήταν πάντα φανατικοί οπαδοί του Κώστα. Στήθος και γεννητικά όργανα ψήφισαν Νίκο και μάλιστα έδωσαν και έναν παθιασμένο εκλογικό αγώνα να πείσουν και τα υπόλοιπα μέλη, διεκδικώντας την πλειοψηφία και κατά συνέπεια και την αυτοδυναμία και την άνοδο στην εξουσία. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν αρχικά μια τεράστια ψαλίδα ανάμεσα στο άνω μέρος του σώματος και στο κάτω μέρος η οποία όμως σιγά- σιγά φαινόταν να μειώνεται, όσο πλησίαζε η μέρα των εκλογών. Σε αυτό φαίνεται να συνέβαλε καθοριστικά η συμμαχία στήθους και γεννητικών οργάνων που διακήρυξαν το μήνυμα της ενότητας, μήπως και αποφασίσω τελικά με ποιον ερωτικό σύντροφο θα καταλήξω.

 


 

Σοφία Σούπαρη

Πάντα στον γκρεμό αυτής της σχισμής, ψιθυρίζω την Οκτάνα, ευλαβικά, όπως το Πάτερ Υμών οι πιστοί.

«Όχι, δεν θα κτισθή η Νέα Πόλις έτσι· μα θα κτισθή απ’ όλους τους ανθρώπους, όταν οι άνθρωποι, έχοντες εξαντλήσει τας αρνήσεις, και τας καλάς και τας κακάς, βλέποντες το αστράπτον φως της αντισοφιστείας —τουτέστι το φως της άνευ δογμάτων, άνευ ενδυμάτων Αληθείας— παύσουν στα αίματα και στα βαριά αμαρτήματα χέρια και πόδια να βυθίζουν, και αφήσουν μέσα στις ψυχές των, με οίστρον καταφάσεως, όλα τα δένδρα της Εδέμ, με πλήρεις καρπούς και δίχως όφεις —μά τον Θεό, ή τους Θεούς— τελείως ελεύθερα ν’ ανθίσουν.

Ναι, ναι (αμήν, αμήν λέγω υμίν), σας λέγω την αλήθειαν. Η Νέα Πόλις θα κτισθή και δεν θα είναι χθαμαλή σε βαλτοτόπια. Θα οικοδομηθή στα υψίπεδα της Οικουμένης, μα δεν θα ονομασθή
Μπραζίλια, Σιών, Μόσχα, ή Νέα Υόρκη, αλλά θα ονομασθή η πόλις αυτή Οκτάνα.»

[πηγή: Ανδρέας Εμπειρίκος, Οκτάνα, Ίκαρος, Αθήνα 1980, σ. 75-79]

Υ.γ. φωτό Λισσαβώνα, 1998 Σ.Σ.


 

Νέφη Συννεφίου

Ψηφίζω για δήμαρχο της καρδιάς μου τον Τομ Ρόμπινς, αν θα μπορούσα ποτέ να τον πείσω να αποχωριστεί το αγαπημένο του Σηάτλ και να μετατρέψει το δημοτικό συμβούλιο σε συμπόσιο του Πλάτωνα.
Λέει ο αγαπημένος Τομ στο «άρωμα του ονείρου»:
«Τι είναι η πολιτική, τελικά αν όχι η επιβολή της ιδιοκτησίας και η λήψη αποφάσεων από τους λίγους για τους πολλούς; Η ελευθερία, το ακριβώς αντίθετο της κυριότητας και του ελέγχου, δεν απορρέει από την πολιτική δράση, τις κάλπες ή τα οδοφράγματα, αλλά ανθίζει μέσα από τη δική μας στάση και νοοτροπία. Εάν κάτι μπορεί να γεννήσει την ελευθερία αυτό είναι η ελαφρότητα. Αν ο πολιτισμός πρόκειται να μετατραπεί σε οτιδήποτε περισσότερο από μια πομπώδη χύμα, από ένα κουτάκι αποσμητικού στο σκατόσπιτο της ύπαρξης, αυτό θα είναι η ενασχόληση των ανθρώπων με τη μαγεία και την ποίηση. Η ανθρωπότητα προχώρησε, όσο προχώρησε, όχι τις στιγμές που ήταν νηφάλια, υπεύθυνη και προσεκτική, αλλά όταν ήταν παιχνιδιάρα, επαναστατική κι ανώριμη.»
Και συμπληρώνει στις καουμπόισσες:
«Πιστεύω στις πολιτικές λύσεις των πολιτικών προβλημάτων. Όμως, τα σημαντικά προβλήματα του ανθρώπου δεν είναι πολιτικά, είναι φιλοσοφικά. Μέχρι οι άνθρωποι να μπορέσουν να λύσουν τα φιλοσοφικά τους προβλήματα, είναι καταδικασμένοι να λύνουν τα πολιτικά ξανά και ξανά σε μια σκληρή και βαρετή επανάληψη.»
Βέβαια, παρότι θα ήθελα σαν τρελή να τον ακούω να φιλοσοφεί, καλό θα ήταν να είχε και έναν/μία αντιδήμαρχο επιφορτισμένο/-η με την αποκομιδή των σκουπιδιών. Την Marie Kondo ας πούμε.

 


 

Χαρίλαος Τρουβάς

Αντ` εμού, τα εγώ μου

Σα νορμάλ έφηβος κι εγώ, ήθελα να πεθάνω. Ιδίως άμα μεγαλώνεις σε χωριό, νιώθεις πιο κοντά το θάνατο. Και με λίγες ψιχάλες, το χώμα νοτίζει και μοσκοβολάει σα φρεσκοσκαμμένος τάφος. Σ` εκείνη την ηλικία λοιπόν, κάποιος άνεμος έφερε στ` αυτιά μου το «Άξιον Εστί» του Θεοδωράκη. Η κασέτα παίζει. «Γένεσις.» Τα πνευστά οργιάζουν. Χάος. Το δικό μου χάος. Σε λίγα δευτερόλεπτα το σαντούρι τού Διακογιώργη επιβάλλει την αρμονία – τη μουσική αρμονία; τη συμπαντική αρμονία; Τη δική μου. Μπαίνει μετά κι η φωνή του ψάλτη και η «Γένεσις» γίνεται για μένα Αναγένεσις.
Δεν ήταν απλά το εφηβικό μου ίνδαλμα ο Μίκης. Υπήρξε το πιο ισχυρό εγώ μου. Χάρη σ` αυτόν διάβασα, έγραψα, άκουσα μουσική, ξανάπαιξα μουσική, έγραψα μουσική – ένιωσα επιτέλους πως η μουσική δεν είναι μάθημα αλλά παιχνίδι. Ο ίδιος άνεμος που μου `φερε το «Άξιον Εστί», δυο – τρία χρόνια μετά μ` έφερε φοιτητή στην Αθήνα. 18 Σεπτεμβρίου 1995, Καλλιμάρμαρο, «70 χρόνια Μίκης Θεοδωράκης». Την επόμενη δεκαετία ο Μίκης έκανε ένα ριμέικ του εαυτού του – κι εγώ ξωπίσω του. Τι «Κάντο Χενεράλ», τι «Ήλιοι και Χρόνοι», τι «Καταστάσεις Πολιορκίας», τι «Τρίτες Συμφωνίες» – όλα τα `ζησα.
Το `99, θυμάμαι, στο Σύνταγμα, στη συναυλία – διαμαρτυρία για τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς, είχα πιάσει στασίδι μπροστά στη σκηνή από τις 5 τ` απόγεμα, ώστε να βρίσκομαι σε απόσταση αναπνοής όταν στις 10 θα `βγαινε να διευθύνει τη Φαραντούρη. Ρίγος. Σκεφτόμουν εκείνες τις ώρες τον Αντρέα Παπαντρέου και πώς παραληρούσαν στις συγκεντρώσεις του οι Πασοκτζήδες το `80. Μα συγκρίνονται; Τι τους έδινε ο μεγάλος φαφλατάς κι αλάλαζαν έτσι; Εμένα ο Μίκης μού έδωσε το εγώ του – μου έφτιαξε το δικό μου εγώ.
Σ` όλη την πολιτική ζωή μου, η ψήφος μου πάει στ` αριστερά έδρανα ή πουθενά. Μα ποτέ δεν ένιωσα ότι κάποιος μ` εκπροσωπεί. Ποτέ δεν ένιωσα πως κάποιος απ` όσους ψήφισα μιλούσε ή έπραττε αντ` εμού. Υπέρ εμού, ίσως. Αντ` εμού, ποτέ. Η εκπροσώπηση απέμεινε για μένα άλλη μια κενή έννοια του Συνταγματικού Δικαίου.
Στις δικές μου εκλογές όμως ψηφίζω τα πραγματικά εγώ μου. Από πεθαμένους, Μάνο Χατζιδάκι, Άκη Πάνου, Λάκη Καραλή, Παντελή Παντελίδη, Μιχάλη Κατσαρό, Γιώργο Ιωάννου – και φυσικά τον τρανό Καβάφη. Από ζωντανούς, ψηφίζω Γιώργο Χρονά, Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο, Δημήτρη Δημητριάδη, Π. Ε. Δημητριάδη (α, τώρα που έπιασα τους Δημητριάδηδες, να βάλω και τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη – Ντίνο Χριστιανόπουλο), Θανάση Παπακωνσταντίνου, κι άλλους. Από γυναίκες, μία, που αξίζει για χίλιες: δαγκωτό Γλυκερία Μπασδέκη. (Κυρία, πώς σας παν οι Βρυξελλίτσες!) Από φίλους, ψηφίζω Σαμσών Ρακά, γιατί κάθε γενιά βγάζει εκατοντάδες ποιηματογράφους μα ελάχιστους ποιητές – ή έναν-, και Γιάννη Μακριδάκη, γιατί μετά το «Τρίτο Στεφάνι», το επόμενο μεγάλο μυθιστόρημα είναι ο «Ήλιος με δόντια» – τέτοια κείμενα κάθε μισόν αιώνα δίνονται, το` χω χρονομετρήσει.
Αυτοί και τέτοιοι άνθρωποι γράφουν, μιλούν, πράττουν αντ` εμού, μπορούν να μ` εκ-προσωπήσουν, να με βγάλουν δηλαδή απ` το δικό μου πρόσωπο και να με βάλουν στο δικό τους. Εδώ η εκπροσώπηση δεν είναι τζούφια συνταγματική έννοια∙ είναι ταύτιση.
Πάντως αυτό τον καιρό ψηφίζω Θανάση Τριαρίδη. Έχω πέσει με τα μούτρα στα κείμενά του και νιώθω να μου απαυτώνει τον εγκέφαλο. Τριαρίδης λοιπόν.
ΥΓ. Σε διάφορες «πολιτικές» κουβέντες των ημερών, ρωτάω τους συνομιλητές μου: «Να σε ρωτήσω- μεταξύ μας τώρα, ε; – : πιστεύεις στην αστική δημοκρατία;». Όλοι ξεφυσάνε.

 


 

Κλεοπάτρα Χαρίτου

Το 2017 έφτασε στην Αθήνα η Liz Magic Laser για να πραγματοποιήσουμε μαζί το «Primal Speech», ένα έργο που είχε μόλις προβληθεί στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ν. Υόρκης και θα το δουλεύαμε εκ νέου στην Αθήνα στα πλαίσια της Documenta 14.
Το «Primal Speech» αναδεικνύει στην ουσία το ερώτημα: «Γιατί ψηφίζουμε αυτούς που ψηφίζουμε;».
Μέσα από την καθοδήγηση μίας ψυχοθεραπεύτριας, μία μικρή ομάδα ψηφοφόρων συνδέει υποσυνείδητα κάποια σοβαρά βιωματικά τραύματα με την εκλογική ψήφο.

Όσον αφορά τη συμμετοχή μου, εστίαζα στην έννοια του πάρκου και συγκεκριμένα στο Πεδίον του Άρεως. Τη νεκρόπολη.
Εστίαζα στην παιδεραστία των ασυνόδευτων προσφυγόπουλων και τη διακίνηση της κοκαΐνης των φτωχών μέσα στο πάρκο.
Ήταν η εποχή που το Survivor θέριζε στα ΜΜΕ μετά την κωλοτούμπα του Τσίπρα στο δημοψήφισμα, ο Π. Καμμένος έδινε στο ανήλικο παιδί του για μια γραβάτα γεμάτη πέη, και η δίκη του Noor σκεπαζόταν από τη θερινή ραστώνη. Ήθελα παράλληλα να διοργανώσω ένα drug Survivor, με δύο παραλίες* μία στο Πεδίον του Άρεως και το Green Park (trend in revival), και την άλλη στην Πανεπιστημίου. Θα συμμετείχαν πολιτικοί και Noorίστες. Το έπαθλο θα πήγαινε σ’ αυτόν που θα πέθαινε τελευταίος. Άπαντες θα σιτίζονταν μόνο με σίσα. Αν επιθυμούσαν ρύζι, θα έπρεπε να γίνουν ανθρωποφάγοι και να γλείψουν on camera τα κόκκαλα και τις σάρκες των ζόμπι που ζούσαν μέσα στο πάρκο. Δέκα εκατομμύρια ήταν το έπαθλο. Την παραγωγή θα την έδινα στην Περιφέρεια για ένα θεαματικά πύρινο αποτέλεσμα. Οι βάρδιες θα παίζονταν σε ρώσικη ρουλέτα. Το πόστο για τον σχεδιασμό και την κατασκευή των σκηνικών θα τον έπαιρνε η ΓΑΔΑ αφού βρίσκεται κοντά στο πάρκο ώστε να μην κουράζονταν τα παλικάρια στο κουβάλημα. Παρουσιαστής θα ήταν ο Δήμαρχος. Ο Καμμένος ή ο Μαρινάκης ταίριαζαν φίνα στο ρόλο του σκυλο-ράπερ Μπο. Θα τα σπάγανε πιστεύω και οι δύο. Στάνταρ το ρόλο του Ντάνου θα έπαιρνε όποιος σταυροκοπιόταν όλη μέρα.
Τέλος, θα υπήρχε και μονομαχία Ελλάδας-Τουρκίας (το μόνο που πραγματώθηκε!).

ΥΓ: Το έργο «Primal Speech» κόπηκε μία εβδομάδα πριν την προβολή του, ενώ η Liz Magic Laser έμεινε στην Αθήνα μόλις δύο βράδυα. Έφυγε άρον άρον και πίσω δεν ξανακοίταξε.
Έκτοτε συνειδητοποίησα ότι η ψήφος ενδεχομένως είναι ο μοναδικός ιδιωτικός χώρος, ακόμα κι αν είναι τα ψυχικά τραύματα αυτά που παίρνουν τις αποφάσεις.
(http://www.lizmagiclaser.com)

 


 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ