τους βλέπω να χάνονται στην απόσταση, εκατοντάδες μέτρα μακριά από την ακτή, κι ύστερα φως και λύπες υπερωκεάνιες και βύθισμα αργό κι εντάξει, θα κλάψουν λίγο στην αρχή, αλλά θα με ξεχάσουν γρήγορα, όλα ξεχνιούνται, εγώ λέω να μείνω για πάντα εδώ, να αιωρούμαι στο βυθό σε μια αιώνια παλινδρόμηση, που θα παίζει σε λούπα όλες τις ευτυχισμένες μας μέρες αλλά απ’ την ανάποδη, κι ίσως έτσι καταλάβω, γιατί δεν μπόρεσα να σου πω όχι εκείνη την πρώτη φορά που βρεθήκαμε, πως πρέπει να φύγω, αύριο ξυπνάω νωρίς, και μετά να εξαφανιστώ για 15 μέρες, κι εσύ να έρχεσαι κάτω από το σπίτι μου, κι εγώ να λείπω, και να γνωρίζω λεπτό προς λεπτό αυτή την πρόζα σε τρεις πράξεις και ρέκβιεμ, που έχει ξαναπαιχτεί μέσα στο κεφάλι μου σε άγνωστο χρόνο χ, που πολλαπλασιάζεται επ’ άπειρον, και που αν τον επεκτείνεις ευθύγραμμα προς τα πίσω και προς τα μέσα, καθρεφτίζει ανάκυρτη την πρώτη πρώτη μέρα που γνωριστήκαμε, σ’ εκείνο το πνιγηρό καφέ βιβλιοπαρουσιάσεων, κι εγώ να σε βλέπω απ’ το πατάρι, αλλά εσύ όχι, και να μην είμαι σίγουρη αν είσαι εσύ, αλλά μετά να σκέφτομαι πως πρέπει να σηκωθώ, να μαζέψω αυτά τα παλιοτετράδια που έχω αραδιάσει σ’ αυτό το παλιοτραπέζι και να φύγω από ‘δω μέσα, πριν καθίσουν όλοι και με δέσουν χειροπόδαρα με τη μοίρα μου, πως πρέπει να αντισταθώ σε αυτή την καταστροφή, σήκω μαλακισμένη, σήκω, κούνα τα πόδια σου, έλα, δεν είναι τίποτα, θα δεις, σε δύο λεπτά θα αναπνέεις όλο τον αέρα της Αθήνας, όλο τον αέρα του γαλαξία, να γεμίσουν τα σπλάχνα σου ασημένια φεγγάρια και νύχτα και νεραντζιές και προσδοκίες που χαϊδεύουν στοργικά το χέρι του μελλοθάνατου, αλλά δε μπορώ να σηκωθώ, αλήθεια σας λέω, δε μπορώ, κάτι συμβαίνει, φωνάξτε έναν γιατρό, μια κυρία εδώ ισχυρίζεται πως πεθαίνει, πάμε να τη σηκώσουμε αλλά ζυγίζει 100 τόνους, δεν είναι άνθρωπος, κάτι άλλο είναι, και τώρα ο κόσμος πιέζει το κρανίο μου και τα πόδια μου και την ψυχή μου και δε βρίσκω καν λίγο χώρο να σκεφτώ, αλλά τι σημασία έχει, αφού εγώ το μόνο που θέλω πια, είναι οι ευτυχισμένες μέρες μας σε λούπα, απ’ την κανονική

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Μαριαλένα Καζαντζή
μπορούμε να διακόψουμε για πέντε λεπτά; θέλω να κλάψω.